Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελευθερία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελευθερία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11.5.16

η Τζένη η Στουθοκάμηλος και ο Τσιλιφούρφουρος


Αγαπητή μου Ζηνοβία (ή αλλιώς Τζένη), 
Σου γράφω από το φτωχικό μου στους πρόποδες της οροσειράς του βασιλείου μας. Αυτή τη στιγμή μοναδική μου συντροφιά είναι το κόκκινο κρασί. Αν και βαρύς χειμώνας, έχω ένα καντήλι να με ζεσταίνει. Μπροστά όμως στην φλόγα του έρωτά μας, τι να κάνει η φωτιά ενός καντηλιού; Και ολόκληρο το βασίλειο να καίγαμε (παρέα) πάλι οι φωτιές από τα πυρωμένα ανάκτορα και τις οικίες των ευγενών δεν θα επισκίαζαν την φλόγα των δυνατών συναισθημάτων που τρέφουμε ο ένας για τον άλλον. Αχ γλυκιά μου, πάμε έστω για μια τελευταία φορά να ληστέψουμε τον βασιλιά, να ντυθούμε ευγενείς και να καταστρέψουμε μεθυσμένοι το πάρτυ της βασίλισσας, να ελευθερώσουμε όλα τα άλογα των ιπποτών, και αν αυτά σου φαίνονται πλέον επικίνδυνα, τουλάχιστον ας βρεθούμε απλά. Να κοιταχτούμε στα μάτια μονάχα. Να συγκρατήσουμε το πάθος μας. Οι έρωτες δεν ευδοκιμούν στην εποχή των ιπποτών, καλή μου. Αν θες να με δεις, ραντεβού (στα κρυφά) την τελευταία μέρα του μηνός που διανύουμε, στο πηγάδι του χωριού. 
Ο Τσιλιφούρφουρος που σ'αγαπά (πολύ) και σε χαιρετά τηλεπαθητικά με ένα φιλί στο μέτωπο.
Στις φυλακές του βασιλείου, σε ένα απομονωμένο και σκοτεινό κελί βρίσκεται η Τζένη. Βγαίνει απ' αυτό μονάχα τα μεσημέρια, για να οργώσει τα χωράφια του βασιλιά. Ο βασιλιάς καλλιεργεί πολλές μαργαρίτες. Κάθε μέρα προσφέρει στην αγαπημένη του, την βασίλισσα, και ένα μεγαλοπρεπές μπουκέτο από αυτές τυλιγμένο επιμελώς με φύλλα χρυσού. Η Τζένη έλαβε το γράμμα του Τσιλιφούρφουρου στα μέσα του μήνα, ένα συννεφιασμένο πρωινό. Τις το έφεραν οι φύλακες. Αμέσως αποφάσισε να πάει να τον συναντήσει, ακόμη και αν γι'αυτό θυσίαζε την ζωή της. Μόνο που 'ξερε πολύ καλά πως από την στιγμή που θα συναντιόντουσαν, δεν θα αρκούνταν μόνο στα μάτια.

Εκείνο το πρωινό βρισκόταν στα χωράφια και καλλιεργούσε τις μαργαρίτες, οι οποίες όπως πάντα της έπιασαν την κουβέντα.

-Τι έχεις σήμερα, Τζενούλα; την ρώτησε η Τασία, η πιο όμορφη μαργαρίτα.
-Τίποτα, απάντησε δήθεν αφηρημένα η Τζένη. Δεν είχε καμία όρεξη να μιλήσει στις μαργαρίτες, πόσο μάλλον στην Τασία, που 'ναι γνωστή σ'όλο το βασίλειο για τον θαυμασμό που τρέφει η ίδια για την ομορφιά της.
-Μη μου λες τίποτα εμένα. Καταλαβαίνω την ψυχή του ανθρώπου εγώ. Λουλούδι είμαι, και μάλιστα πολύ όμορφο, αν δεν το έχεις προσέξει (που αποκλείεται, αλλά λέμε τώρα). 
-Δεν έχω κάτι,ειλικρινά, είπε η Τζένη και όπως έκανε να σκύψει για να πιάσει με τα φτερά της την αξίνα,της έπεσε το γράμμα του Τσιλιφούρφουρου.
-Αμάν, τι' ν τούτο; Πες! Πες! Γράμμα από τον καλό σου;

Η Τζένη ήταν πολύ καχύποπτη με την Τασία, καθώς ήξερε τις στενές σχέσεις που είχε με το βασιλικό ζεύγος.

-Γράμμα από την αδελφή μου είναι. Είναι άρρωστη. Πρέπει να την επισκεφτώ, αλλά ο βασιλιάς δεν θα με αφήσει.
-Μμμμ, από την αδελφή σου; Την όμορφη;
-Ναι.
-Αχ, η καημενούλα! Οι αρρώστιες πάντα μας κατακρεουργούν, εμάς τις όμορφες. Είναι η κατάρα μας. Κατάλαβες, Ζηνοβία μου; Ο Θεός μας χαρίζει το δώρο της απόλυτης ομορφιάς και μετά μας το ζητάει πίσω με τον πιο πικρό και σκληρό τρόπο.

Η Τασία είχε παραδοθεί σε ένα παραλήρημα για την ομορφιά, όπως ακριβώς περίμενε η Τζένη. Έτσι, θα μπορούσε να συνεχίσει ανενόχλητη τις δουλείες της, χωρίς να είναι αναγκασμένη να απαντά στις ερωτήσεις της μαργαρίτας.

 Στο τέλος της ημέρας (και ενώ η Τασία εξακολουθούσε να εγκωμιάζει την ομορφιά της και να κλαίει για την κατάρα αυτή), η Τζένη επέστρεψε στο κελί της, όπου θα έγραφε στον αγαπημένο της.

Τσιλιφούρφουρε μου,
Βρίσκομαι στο υπόγειο των φυλακών. Εμένα με πιάσανε. Εσύ κατάφερες να τους ξεγελάσεις. Δεν σου κρατώ κακία, φυσικά. Ούτε ζηλεύω την ελευθερία σου. Και εσύ ο ίδιος ξέρεις πολύ καλά πως αν δεν τα καταστρέψουμε όλα, δεν θα είμαστε ελεύθεροι. Δεν είσαι ούτε εσύ ελεύθερος, λοιπόν. Ελεύθερα είναι μόνο τα παιδιά. Και όχι όλα απ' αυτά. Μόνο εκείνα που περπατάνε ξυπόλυτα στα χωράφια, παίζοντας με ξύλινα σπαθιά, μέχρι το βράδυ, που βγάζουν την γλώσσα στους γονείς και δεν γυρνάνε σπίτι, αλλά κοιτούν τα αστέρια. Για την ελευθερία όσων την αξίζουν επιθυμώ να παλέψω, για τους εύφλεκτους. Όχι μόνη, όμως. Μαζί σου αισθάνομαι πως μπορούμε να τα καταφέρουμε. Ραντεβού την τελευταία μέρα του μήνα. 
Σ'αγαπώ, 
Ζηνοβία

Προτελευταία μέρα του μήνα. Χωράφια Βασιλιά.

Η Ζηνοβία ήταν πλέον αποφασισμένη. Ένιωθε δυνατή και αυτό φαινόταν στα μάτια της. Τα μάτια της αισθάνονταν. Και δεν απέπνεαν οργή, θλίψη ή φόβο, όπως παλιά, αλλά δύναμη και αποφασιστικότητα. Προσπαθούσε, παρ' όλα αυτά να φαίνεται φυσιολογική  και να συνεχίσει το όργωμα των χωραφιών σαν μην πρόκειται να αλλάξει τίποτα, σαν να είναι μια μέρα όπως οι υπόλοιπες. Εκεί που έσκυβε να μαζέψει τα αγριόχορτα συνάντησε τον Ερνέστο,το αγριόχορτο που συνήθιζαν να μιλάνε και ήταν το μόνο που την συμπονούσε. Ήταν το μόνο που δεν μάζευε. Ο Ερνέστο παλιά είχε αποπειραθεί να σκοτώσει τον βασιλιά την ημέρα του γάμου της πριγκίπισσας. Δυστυχώς, όμως, οι σύντροφοί του τον πρόδωσαν και αποκάλυψαν τα πάντα στο παλάτι. Ο βασιλιάς μετέτρεψε τον Ερνέστο σε αγριόχορτο, ενώ οι σύντροφοί του, πλέον, είναι ευγενείς.

-Θα φύγω αύριο. Θα συναντήσω τον Τσιλιφούρφορο στο πηγάδι.
-Το 'χω καταλάβει. Να προσέχεις, όμως. Οι μαργαρίτες δεν πρέπει να ξέρουν τίποτα για το σχέδιο σου. Αυτές θα έδιναν τα πάντα για τα διακοσμήσουν το υπνοδωμάτιο της βασίλισσας, της απάντησε ο Ερνέστο.
Δεν ξέρουν τίποτα, μην ανησυχείς.
-Να προσέχεις, στο ξαναλέω. 
-Θα προσέχω.
Δεν συνέχισαν την κουβέντα. Ο Ερνέστο έκανε πως αποκοιμήθηκε, έχοντας στο μυαλό του ότι ίσως να μην την ξαναδεί.

Η τελευταία μέρα του μήνα έφτασε. Στο πηγάδι βρισκόταν ήδη ο Τσιλιφούρφουρος που έπαιζε σκεπτικά με μια πέτρα. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, όταν έφτασε η Ζηνοβία. Ο Τσιλιφούρφουρος της χάιδεψε στοργικά το πρόσωπο και την αγκάλιασε σφιχτά. Η Ζηνοβία απομακρύνθηκε από την αγκαλιά του και του έδωσε ένα μαύρο ξύλινο κουτί.

-Τι είναι αυτό; ρώτησε ο Τσιλιφούρφουρος.
-Είναι τα όπλα μας: ξύλινα σπαθιά, πέτρες, χαρταετοί, καλοκαίρια, πειρατές, και άλλα πολλά. Έχω βάλει και μερικές κατσίκες. 
-Φεύγουμε;
-Τώρα. Πάμε να κάνουμε τους εφιάλτες τους πραγματικότητα.

Έδωσαν ένα φιλί, φόρεσαν τα μαύρα μαντήλια τους, καλύπτοντας έτσι τα πρόσωπα τους, ανέβηκαν πάνω σε δύο κατσίκες και ξεκίνησαν για το βασίλειο, ξέροντας και οι δύο ότι ή θα κέρδιζαν τα πάντα ή δεν θα είχαν πλέον τίποτα.

Είχε πλέον νυχτώσει και ο Τσιλιφούρφουρος με τη Ζηνοβία βρισκόντουσαν έξω από τα βασιλικά ανάκτορα. Άνοιξαν προσεχτικά το κουτί και μια εκτυφλωτική λάμψη πλημμύρισε το βασίλειο. Ο βασιλιάς, η βασίλισσα, οι ευγενείς αμέσως τυφλώθηκαν και κάηκαν ζωντανοί. Η βασιλική φρουρά πήγε να τους επιτεθεί, βγάλαν τα σπαθιά τους, φόρεσαν τις πανοπλίες τους και τρέξαν προς το μέρος τους. Η Ζηνοβία και ο Τσιλιφούρφουρος τους πέταξαν πέτρες, κομματιάζοντας κάποιους από τους φρουρούς. Κράτησαν γερά τα δικά τους σπαθιά, τα ξύλινα, και πάλεψαν με τους υπόλοιπους. Η Ζηνοβία άρχισε να ψαχουλεύει το κουτί και έβγαλε μέσα απ' αυτό τον ήλιο,πετώντας τον όσο πιο ψηλά μπορούσε.Ο ήλιος ανέβηκε στον ουρανό, χαμογέλασε και έκαψε δυνατά, βάζοντας φωτιά σε ό,τι χρειαζόταν. Το παλάτι και τα ανάκτορα έγιναν στάχτη. Τα βασιλικά κτήματα εξαφανίστηκαν (λέγεται μάλιστα πως η Τασία, λίγο πριν πεθάνει, ρωτούσε τους πάντες αν είναι όμορφη -ήθελε να είναι ένα όμορφο καμένο λουλούδι- και ότι ο Ερνέστο κάηκε έχοντας στις ρίζες του, βαθιά, μια φωτογραφία της Ζηνοβίας), οι πιστοί υπήκοοι του βασιλιά κάηκαν κι αυτοί, τα κοσμήματα και το χρυσάφι των πλουσίων έλιωσε, ενώ την ίδια στιγμή πολύχρωμοι χαρταετοί πέταγαν ψηλά, ρίχνοντας πέτρες στους εναπομείναντες κακούς. Στο μεταξύ, οι κατσίκες απελευθέρωσαν τους φίλους της Ζηνοβίας που τους είχε κλείσει ο βασιλιάς στην φυλακή, και αμέσως μετά και τους σκλάβους και τους τρελούς που αναγκάζονταν να μένουν στους υπονόμους.

Είχαν όλα τελειώσει, είχαν γίνει όλα στάχτη. Ακολούθησε μια μεγάλη σιωπή, ο οποία ξαφνικά έσπασε με όσους απέμειναν να ξεκινάνε να παίζουν μουσική και να χορεύουν, δίνοντας ζωή σε ό, τι είχε πια χαθεί.

Η Ζηνοβία και ο Τσιλιφούρφουρος πατούσαν πάνω στις στάχτες του παλατιού. Γέλασαν δυνατά και ξεκίνησαν να παίζουν ποδόσφαιρο με το κρανίο του βασιλιά.

                                                                                     -Αγγέλας

8.11.15

πειρατικό


Αδειάζουν βίρα τα κρασιά, βαρέλια όλο στερεύουν
τον τρόπο μάθανε μικροί, τον έχουν χαραγμένο
σαλπάρουνε και φεύγουνε με πλοίο σαπισμένο
το γέλιο της καρδιάς, στην όστρια το σμιλεύουν.

Στου καταρτιού απάνω την κορφή, σημαία μαύρη κυματίζει
ολόσκιστη και γερασμένη απ’ τους πολλούς αγέρες
να κουβαλάει πάνω της του “Κάπτεν-Τζακ” τις μέρες
μ’ άσπρο κρανίο στο κέντρο της, τα κύματα γκρεμίζει.

Κι αν βρούνε κάπου μια στεριά, μια σκουριασμένη πλάση
τις κοπελιές γυρεύουνε, τραγούδι κάνουνε παλιές τους αμαρτίες
όλο το βράδυ μπλέκουνε κορμιά και ιστορίες
πριν φύγουν πάλι μακριά, δεν είν’ γι’ αυτούς τα δάση.

Στο κέντρο όλης της θάλασσας, μες τ’ άγριο παιχνίδι
πιάνουν τα χέρια τους σφιχτά, στήνουν αλάνικο χορό
τρίζουν τ’ αμπάρια κι οι γοργόνες στο βυθό
τινάζουνε την άγκυρα για το μακρύ ταξίδι.

«Κανείς να μη φοβάται, ψυχή να μη δειλιάζει
έτσι διαλέξαμε τα χρόνια μας, ζωσμένα φασαρίες
τρέχουμε και ρουφάμε της Γης τις μελωδίες
κι αν έρθει νύχτα αφέγγαρη, ύστερα αυγή χαράζει.»


-C. Lupus

13.1.15

δρόμος


Διανύω δρόμους.
Δρόμους όχι βουτηγμένους σε αναπνοές φύσης
και όχι σε αποβράσματα πράσινα.

Δρόμους που πνίγονται στην άσφαλτο
Η άσφαλτος νίκησε στον αγώνα.
Κι ας έπαιξε άτιμα.
Ήταν πιο δυνατή.
Η φύση όμως είναι πιο όμορφη.
Το ξέρετε.

Πινακίδες του STOP, πινακίδες που μου ορίζουν, που με αναγκάζουν να τρέχω με 60 και 70
κατακλύζουν τα μάτια μου σε σημείο όπου κι όταν τα μάτια μου κλείνω
βλέπω νούμερα, νόμους, λόγια.

Για να προστατέψουν το ανθρώπινο είδος, λένε.
Μάταια. Αυτό δε σώζεται με τίποτα.
Τι και αν τρέχω με 200;
Θα πεθάνω- λένε.
όμως δεν γνωρίζουν τον τρόπο.

Στα αυτιά τους όροι άγνωστοι.
Θα πεθάνω ΕΛΕΥΘΕΡΗ και θα ξέρω πως δεν ήμουν μια απ' αυτούς.
Τα στρατιωτάκια, τα πιόνια.
Ναι. Αυτό είναι.

-Μ.

5.12.14

Ή με τον έρωτα ή με τη μιζέρια.





Φίλε! Εγώ σε έχω καταλάβει καλύτερα απ' ότι εσύ. Εσύ νομίζεις ότι είσαι ευτυχισμένος, ότι αγαπάς, ότι ζεις. Λυπάμαι, αλλά όλα σταμάτησαν τότε που δέχθηκες να δουλεύεις υπερωρίες για να αγοράσεις εκείνο το πανάκριβο ρολόι.. Ενώ για μένα, όλα ξεκίνησαν από τότε που παραιτήθηκα επειδή έδιωξαν την Α. . Τη θυμάσαι την Α. ε; Που της είπε το αφεντικό πως θα της δώσει καλύτερη θέση, αρκεί να "περνάει καλά μαζί της" κάθε 1-2 βδομάδες. Αυτή αρνήθηκε όμως. Θυμάσαι και που μου έλεγες "Έλα ρε τι σε νοιάζει για την πουτάνα; Έτσι κι αλλιώς, πουτάνες είναι όλες. Γάμα τες και μην ασχολείσαι", όταν τσακώθηκα με το αφεντικό που την έδιωξε; Πάντως, θα έφευγε και από μόνη της, μου το είχε πει. Αλλά ήθελα να τον βρίσω. Έτσι για την αξιοπρέπεια... Εσύ θυμάμαι κοίταγες να μην κάνεις εχθρούς. "Να τα 'χεις με όλους καλά". Μόνο που δε σου 'μεινε και χρόνος να κάνεις φίλους. Αφού σου λέω ρε, σε ξέρω μια χαρά, καλύτερα απ' ότι εσύ. Βασικά, και 'συ σε ξέρεις, αλλά προσπαθείς να νομίζεις άλλα.

Εμένα όμως ρε φίλε, δε με ξέρεις καθόλου! Βλέπεις τους φίλους μου που έχουν περίεργα κουρέματα και σου τη σπάει. Βλέπεις τις φίλες μου να μη σου βγάζουν τα βυζιά τους και τσαντίζεσαι. Είδες, οι φίλες μου δεν είναι μόνο βυζιά! Ψάχνεις αφορμές να με βγάλεις στο περιθώρειο, να με βάλεις σε "κατώτερη" κατηγορία από σένα. Ντάξει, στις δίνω και εγώ. Λέω για αλληλεγγύη, για αυτοοργάνωση, για ελευθερία, για αξιοπρέπεια. Που να τα καταλάβεις εσύ αυτά. Ε, με στέλνεις στο περιθώρειο και τελειώσαμε. Σε μία τέτοια κοινωνία, εγώ έτσι κι αλλιώς από μόνος μου πάω στο "περιθώρειο". Μόνο που το "περιθώρειο" ρε φίλε, είναι καλύτερο και "ανώτερο" από σένα. Γιατί, κοίτα, εγώ ζω κάποια πράγματα, γίνονται διάφορες διαδικασίες στο μυαλό μου, τα σκέφτομαι και καταλήγω να μετατρέπω τη σκέψη μου σε κείμενο. Με βλέπεις; Γραφω! Εσύ τι κάνεις γαμώ;; Χωρίζεις χαρτιά σε στοίβες, κάνεις πράξεις με το κομπιουτεράκι, συμπληρώνεις τιμολόγια και όλο τέτοια. Τα μισά από αυτά που κάνεις τα κάνει και ένα απλό ρομπότ. Αυτό που κάνω εγώ τώρα όμως, κανένα ρομπότ δεν το μπορεί! Και μη μου πεις ότι κάνεις κάτι χρήσιμο για την κοινωνία. Η δικιά σου κοινωνία χρειάζεται τις μαλακίες που κάνεις, η δικιά μου όχι. Εγώ αυτά που είναι χρήσιμα για τη δικιά μου κοινωνία τα κάνω μια χαρά. Πλένω και τα ρούχα μου στο χέρι. Α! Και κάτι τελευταίο. Την Α. τη θυμάσαι ε; Ναι αυτή. Την παντρεύτηκα πριν λίγο καιρό...

Υ.Γ.: Παρ΄όλο που το κείμενο δεν είχε να κάνει με την υπόθεση του Ν. Ρωμανού μιας και είχε γραφτεί πριν πάρει τόση έκταση, τώρα τυχαίνει να έχει κάποια σχέση. Οπότε, να πω και 2 λόγια για τη φάση. Λοιπόν. Το θέμα δεν είναι ο Ρωμανός να πάρει τις άδειες για να πάει να αποκτήσει τις γνώσεις του ΤΕΙ. Έτσι κι αλλιώς, αυτό το διευκρινίζει με απόλυτη σαφήνεια και στο πρώτο του κείμενο. Το θέμα λοιπόν για αυτόν είναι, μέσω αυτών των συχνών αδειών, να κερδίσει "ανάσες ελευθερίας", γιατί όπως και να το κάνουμε, μπροστά στη φυλακή το ΤΕΙ είναι παράδεισος! Και γι' αυτό, "εκμεταλλεύται" τους νόμους, οι οποίοι του δινουν το δικαίωμα αυτό. Πλέον όμως, με βάση τη στάση που έχει κρατηθεί εναντίον του, το θέμα δεν περιορίζεται καν εκεί. Άμα το πάμε λίγο παραπέρα, δεδομένης της απόλυτα αυστηρής και εκδικητικής στάσης που κρατάει το κράτος απέναντί σε όσους "δεν υπακούν", το θέμα πια είναι ένα: Ή ανυπότακτοι και ελεύθεροι ή δούλοι και βολεμένοι. Ή με τον έρωτα ή με τη μιζέρια. Ξεκάθαρα.

-Canis Lupus

5.11.14

στο βουνό


Γιατί ρε φίλε, εμείς όποτε θέλουμε, φοράμε τα μποτάκια μας, παίρνουμε τη σκηνή μας και ένα σλίτζι και φεύγουμε για το βουνό.

Τα club σας, τα mall σας, τα υπερσύγχρονα γήπεδα και οι ουρανοξίστες σας, φαντάζουν -από εκεί ψηλά- τόσο πολύ μικρά, όσο οι ψυχές όλων σας που κάθεστε και σπαταλάτε τη ζωή σας σε αυτά.

Και στο βουνό, ξέρετε, δεν έχει καν φώτα να μας κρύβουν τα αστέρια.

Τα κοιτάμε και σκεφτόμαστε πόσο μικρούληδες είμαστε, πως και μόνο που γεννηθήκαμε και κάθε μέρα είναι δική μας, είναι σα να γράφουμε ένα παραμύθι και ταυτόχρονα να είμαστε οι ήρωές του.

Καταλαβαίνουμε κιόλας πόσο γελοία είναι πράγματα όπως πχ οι λογιστές, οι επαγγελματίες πολιτικοί ή οι σιδερογροθιές.

Δεν ασχολούμαστε με αυτά, εμείς συχνάζουμε σε τρένα, σε σπίτια φίλων, σε αυτοσχέδια ατελιέ και studio.

Είμαστε γλάροι, αλλά όταν χρειαστεί γινόμαστε λύκοι.


-Canis Lupus.