Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παλιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παλιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

5.2.15

όταν οι λύκοι κατεβαίνουν στις πόλεις...

Όταν οι λύκοι κατεβαίνουν στις πόλεις / φοράνε μαύρα ρούχα / τραγουδάνε στους δρόμους / γράφουν στους τοίχους / πίνουνε τσίπουρα / κρατάνε σημαίες μαύρες και κόκκινες / μένουν ξύπνιοι τα βράδια περιμένοντας την ανατολή / κάνουν έρωτα σε παγκάκια / γελούν δυνατά / αγκαλιάζουν σφιχτά / κάνουν τραμπάλα / τα βάζουν με μπάτσους / με εμπόρους ναρκωτικών / με φασίστες / με χοντρούς που κορνάρουν στα φανάρια / λένε αστεία μέσα στις κλούβες / διαβάζουν βιβλία / παίζουν ποδόσφαιρο σε πλατείες / πηγαίνουν πολλές βόλτες / περνάει λίγος καιρός / τα βαριούνται όλα / ετοιμάζουν τα σακίδιά τους / παίρνουν τους φίλους τους / και γυρίζουν στο βουνό.


-Canis Lupus

13.1.15

δρόμος


Διανύω δρόμους.
Δρόμους όχι βουτηγμένους σε αναπνοές φύσης
και όχι σε αποβράσματα πράσινα.

Δρόμους που πνίγονται στην άσφαλτο
Η άσφαλτος νίκησε στον αγώνα.
Κι ας έπαιξε άτιμα.
Ήταν πιο δυνατή.
Η φύση όμως είναι πιο όμορφη.
Το ξέρετε.

Πινακίδες του STOP, πινακίδες που μου ορίζουν, που με αναγκάζουν να τρέχω με 60 και 70
κατακλύζουν τα μάτια μου σε σημείο όπου κι όταν τα μάτια μου κλείνω
βλέπω νούμερα, νόμους, λόγια.

Για να προστατέψουν το ανθρώπινο είδος, λένε.
Μάταια. Αυτό δε σώζεται με τίποτα.
Τι και αν τρέχω με 200;
Θα πεθάνω- λένε.
όμως δεν γνωρίζουν τον τρόπο.

Στα αυτιά τους όροι άγνωστοι.
Θα πεθάνω ΕΛΕΥΘΕΡΗ και θα ξέρω πως δεν ήμουν μια απ' αυτούς.
Τα στρατιωτάκια, τα πιόνια.
Ναι. Αυτό είναι.

-Μ.

8.1.15

δυο χρόνια μετά


--το κείμενο το είχα γράψει πριν 1.5 χρόνο περίπου και τώρα απλά έκανα μερικές μικρο-αλλαγές.


("Ιστορικό" info: Τέτοια ώρα, πριν 2 χρόνια ακριβώς, εκείνοι που σκόπευαν να ανακαταλάβουν τη Villa Amalias έκαναν τις τελευταίες τους "προετοιμασίες". Η Villa Amalias ήταν κατηλειμμένη από το 1990 μέχρι και τα μέσα-τέλη Δεκεμβρίου του 2012, όπου και έγινε εισβολή της αστυνομιας. Οι καταληψίες είχαν μπει στο άδειο και σχεδόν εγκαταλελειμμένο μέχρι τότε κτήριο, οργανώνοντας διάφορες ομάδες και εκδηλώσεις, ανακαινίζοντάς το, ενώ αρκετοί είχαν εγκατασταθεί εκεί μόνιμα. Τα ξημερώματα της Τετάρτης 9.1.2013, 20 μέρες περίπου μετά την εισβολή της αστυνομίας, 93 άτομα ανακατέλαβαν το κτήριο "ξεγλιστρώντας" από τους αστυνομικούς που το φυλούσαν, γνωρίζοντας πως προφανώς και θα συλληφθούν. Το Σάββατο 12.1 στην πορεία που είχε κανονιστεί ως αλληλεγγύη στους συλληφθέντες και τις καταλήψεις γενικότερα, συμμετείχαν πάνω από 10.000 άνθρωποι, οι οποίοι κατέληξαν έξω από τα δικαστήρια, την ώρα που αφήνονταν ελεύθεροι οι συλληφθέντες της Τετάρτης. Η φωτογραφία είναι μέσα από την κλούβα, λίγο μετά την σύλληψη, και είναι η καλύτερη φωτογραφία εδώ και καιρό.)


Το είχαμε αποφασίσει από το προηγούμενο απόγευμα.
Το βράδυ δεν κοιμήθηκα καθόλου.
Από τη μία ανυπομονούσα να έρθει το πρωί.
Από την άλλη σκεφτόμουν όλα όσα είχα ζήσει στη Villa.
Δεν μπορούσα να κοιμηθώ με τίποτα.
Κατά τις πέντε έφυγα και πήγα σπίτι της.
Θα πηγαίναμε μαζί το πρωί.
Άνοιξα με τα κλειδιά μου να μην την ξυπνήσω.
Ξάπλωσα δίπλα της.
την αγκάλιασα, τη φίλησα απαλά μην την ξυπνήσω αλλά και πάλι δεν μπορούσα να κοιμηθώ.
Θυμόμουν όσα είχαμε ζήσει στη Villa.
Εκεί τη γνώρισα.
Και το πρωί θα πηγαίναμε να την πάρουμε πίσω.
20 μέρες στα χέρια τους, δε γινόταν άλλο.
Το ήξερα ότι θα με έπιαναν.
Δε με πείραζε.
Ήταν 20 μέρες στα χέρια τους.
Δε γινόταν άλλο.
Δε σκεφτόμουν τη σύλληψη, την κράτηση, την ποινή.
Το μόνο που σκεφτόμουν, είναι αυτό που σκέφτηκα όταν με πιάσανε την πρώτη φορά.
Ότι κάποια στιγμή θα ξαναμπώ.
Αγνοώντας κάθε κόστος.
Κάποια στιγμή θα ξαναέμπαινα.
Και ξαναμπήκα.
Και ήταν και η A. μαζί μου.
Και άλλοι 91.
Θα υποτιμίσω τα συναισθήματά μου αν προσπαθήσω να τα γράψω στο χαρτί.
Τα συναισθήματά μου όταν πρωτοανοίξαμε την πόρτα.
Όταν ανεβήκαμε στην ταράτσα και ανοίξαμε το πανό.
Όταν έκανα την πρώτη μου βόλτα μετά από 20 μέρες στη Villa.
Και μετά μπήκαν αυτοί.
Το ξέραμε.
Το περιμέναμε.
Μας συνέλαβαν όλους.
Ποσώς μας ενδιέφερε.
Βγήκαμε έξω φωνάζοντας δυνατά και υψώνοντας τις γροθιές μας.
Το ένα μου χέρι κρατούσε το δικό της και το άλλο ήταν υψωμένο.
Νομίζω πως αυτή είναι η καλύτερη δυνατή χρήση των χεριών.
Στις κλούβες συνεχίζαμε να φωνάζουμε.
Και σιγά σιγά μαζεύτηκε κόσμος απ’ έξω.
Άρχισαν να φωνάζουν και αυτοί.
Φτάσαμε στη ΓΑΔΑ.
Μας χώρισαν άντρες από γυναίκες.
Μας χώρισαν.
Την ξαναείδα μετά από 3 μέρες στον ανακριτή.
Αυτή ήταν απέξω.
Την είχαν αφήσει ελεύθερη.
Εγώ τότε έμπαινα.
Πήγα να την αγκαλιάσω, αλλά με κράτησαν.
Μου χαμογέλασε.
Απ’ τα καλύτερα χαμόγελα που έχω δει.
Μπαίνω στον ανακριτή.
Μετά από λίγη ώρα, είμαι και εγώ ελεύθερος.
Ανοίγω την πόρτα των δικαστηρίων.
Αντικρίζω πολλές χιλιάδες κόσμου να τραντάζουν την περιοχή με τις φωνές τους.
Δακρύζω.
Την βλέπω λίγο πιο πέρα.
Ορμάω πάνω της.
Οι γλώσσες μας μπλέκονται.
Ξανακοιτάω στον κόσμο.
Είναι μέχρι όσο φτάνει το μάτι μου.
Δεν έχω ξανανιώσει έτσι.
Αρχίζω και εγώ να φωνάζω μαζί τους.
Την ξαναφιλάω.
Μένουμε εκεί για πολλές ώρες.
Μέχρι να απελευθερωθούν όλοι.
Αργά το βράδυ, γυρνάω σπίτι μου.
Προσπαθώ να συνειδητοποιήσω τα όσα είχα ζήσει.
Δεν μπορώ.
Πλημμυρίζω από συναισθήματα.
Χιλιάδες συναισθήματα.
Πάνω απ’ όλα όμως, ένα τεράστιο Σ’ ΑΓΑΠΩ.
Σ’ ΑΓΑΠΩ ελευθερία.
Σ’ ΑΓΑΠΩ A.
Σ’ ΑΓΑΠΩ σύντροφε.
Σ’ ΑΓΑΠΩ.
Είμαι πολύ κουρασμένος.
Ξαπλώνω και προσπαθώ να κοιμηθώ.
Μάταια.
Ξανασηκώνομαι.
Ανοίγω την τσάντα, παίρνω το μαύρο σπρέι, βγαίνω έξω και γεμίζω τους τοίχους:

ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΤΕΡΟ ΑΠ’ ΟΛΑ ΤΑ ΚΕΛΙΑ.

-Canis Lupus 

Για τέλος, τέσσερις φωτογραφίες από το '91, μέσα από την κατάληψη:






28.12.14

γράμμα στον Άη Βασίλη




(αυτό το κείμενο το είχα γράψει πριν 2 χρόνια για ένα σχετικά "μεγάλο" site, αλλά δε δημοσιεύτηκε ποτέ και επειδή είναι από τα αγαπημένα μου το βάζω τώρα εδώ)


Αγαπητέ Άγιε Βασίλη, δεν ξέρω αν φέτος ήμουνα καλό παιδί. Βασικά, δεν ξέρω τι ακριβώς σημαίνει "καλό παιδί". Απ' ό,τι μου έχουν πει, για να είμαι "καλό παιδί" πρέπει να διαβάζω τα μαθήματά μου, να μην αντιμιλάω στους καθηγητές μου και να μην κάνω παρέα με "κακά παιδιά". 

Αν ισχύουν όλα αυτά, πολύ φοβάμαι ότι δε θα μου φέρεις το δώρο μου φέτος. Δεν τήρησα τίποτα. Μία μέρα αντί να διαβάσω τα μαθήματά μου προτίμησα να δω ένα ντοκιμαντέρ και μία άλλη να πάω να παίξω μπάλα με τους φίλους μου. 

Την επομένη, ενώ κάναμε Ιστορία και μιλούσαμε για την επανάσταση του '21, η δασκάλα μου άρχισε να μαλώνει και να ειρωνεύεται ένα συμμαθητή μου που ήταν απ' την Τουρκία. Αυτός, ούτε είχε πει, ούτε είχε κάνει κάτι. Απλώς ήταν Τούρκος. Όταν εγώ διαμαρτυρήθηκα, με πήγε στο διευθυντή γιατί της αντιμίλησα. 

Εκεί, ήταν και ένα κορίτσι από την Πολωνία. Η Νάταλι. Ήταν πανέμορφη. Μου είπε ότι την πήγαιναν συχνά στο γραφείο για τιμωρία επειδή όταν την έβριζαν και την κορόιδευαν οι "μάγκες" του σχολείου για τα σπαστά της ελληνικά, αυτή δεν έβαζε τα κλάματα, αλλά τους απαντούσε. Σκέφτηκα ότι δεν έπρεπε να της ξαναμιλήσω. Ήταν Πολωνέζα. Ήταν και κακό παιδί. Ήταν όμως πανέμορφη... 

Καταλαβαίνεις λοιπόν Άγιε μου Βασίλη, πως, αν όντως "καλό παιδί" σημαίνει αυτό που νομίζω, φέτος δεν πρόκειται να εκπληρώσεις την ευχή μου. Παρ' όλ' αυτά, μιας και μπορεί να κάνω λάθος και να μην είμαι τελικά τόσο "κακό παιδί", θα σου την πω. Άκου προσεκτικά.

Αγαπημένε μου Άγιε Βασίλη, φέτος τα Χριστούγεννα δε θέλω να μου φέρεις βιβλία γιατί έχω πάρα πολλά και ούτε που ξέρω τι λένε. Θέλω τα βιβλία που θα έφερνες σε μένα να τα πας σε όσα παιδιά δεν έχουν κανένα, σε όσα παιδιά διψούν για γνώση αλλά δεν μπορούν να την αποκτήσουν. Θέλω να χαρίσεις λίγη γνώση σ' εκείνα τα παιδιά που δεν μπορούν να την αγοράσουν.

Μη μου φέρεις ρούχα. Έχω μπόλικα. Να τα πας στα παιδιά που δουλεύουν όλη την ημέρα σε εργοστάσια ρούχων και τα χρήματα που παίρνουν δε φτάνουν ούτε για να αγοράσουν τα ρούχα τους. Και κάθονται και κρυώνουν και ξεπαγιάζουν. Και πολλά πεθαίνουν.

Πάρ' τους και μερικά παιχνίδια. Άμα θέλεις, πέρνα από το σπίτι μου να πάρεις και τα δικά μου, να τους τα χαρίσεις να παίζουν στον ελεύθερο χρόνο τους. Και άμα δεν έχουν ελεύθερο χρόνο, δώσ' τους.

Θέλω επίσης να σταματήσεις τους πολέμους και να φέρεις ειρήνη. Ξέρεις, αν δε γίνονταν οι πόλεμοι, τα παιδιά αυτά θα είχαν και βιβλία και ρούχα και παιχνίδια και ελεύθερο χρόνο. 

Σταμάτα και την εκμετάλλευση. Σε παρακαλώ. Πως το χωράει ο νους μας άνθρωπος να εκμεταλλεύεται άνθρωπο; Όχι, μη βάλεις τους εκμεταλλευτές να γίνουν εκμεταλλευόμενοι και το αντίστροφο. Να εξαλείψεις τελείως την εκμετάλλευση από τον πλανήτη.

Μην ξεχάσεις και την εξουσία. Μερικές δεκάδες άνθρωποι αποφασίζουν για το παρόν και το μέλλον μερικών δισεκατομμυρίων, κάνοντάς τους να πιστεύουν πως συμμετέχουν κι αυτοί στις αποφάσεις και πως έχουμε Δημοκρατία. Πιστεύω πως μπορούμε να αποφασίζουμε εμείς για τον εαυτό μας.

Και τέλος, αγάπη. Μοίρασε απλόχερα σε όλους τους ανθρώπους αγάπη. Τι να τα κάνουμε τα βιβλία, τα ρούχα, τα παιχνίδια, τον ελεύθερο χρόνο, την ειρήνη, την ισότητα και τη Δημοκρατία αν δεν υπάρχει αγάπη; Όλα αυτά θα χάσουν την αξία τους και δε θα έχουν πλέον κανένα νόημα χωρίς αγάπη. Αγάπη. Αγάπη. Δώσε σε όλους τους ανθρώπους αγάπη.

Αυτά είχα να σου πω αγαπημένε μου Άγιε Βασίλη. Αν κρίνεις ότι ήμουν καλό παιδί, θα σε παρακαλούσα να πραγματοποιήσεις όσα μπορείς. Σε ευχαριστώ πολύ.


Υ.Γ.: Βασικά, τώρα που το ξανασκέφτομαι, Άη Βασίλη άι στο διάολο. Μπορούμε να κάνουμε και μόνοι μας τον κόσμο καλύτερο.

-Canis Lupus

25.12.14

το δώρο (μέρος 2ο)


(Το 1ο μέρος της ιστορίας εδώ)

«Δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης» του αποκάλυψαν, μετά από
έναν ολιγόλεπτο, αλλά ασφυκτικά αμήχανο πρόλογο.

Το αγόρι στο άκουσμα των λέξεων αυτών έμεινε ακίνητο και αμίλητο. Η σιωπή δεν μπόρεσε να αντικατασταθεί από άλλα λόγια. Το προηγουμένως γεμάτο χαρά βλέμμα του ήταν τώρα απλανές και ανέκφραστο, μα εσωτερικά ραγισμένο… Η επόμενη κίνησή του ήταν να επιστρέψει  με αργές, ήρεμες και σιωπηλές κινήσεις στο δωμάτιό του. Μόλις μπήκε, έκλεισε την πόρτα του κα την κλείδωσε. Στη συνέχεια έπιασε στα χέρια του το γράμμα που προοριζόταν για τον Άγιο Βασίλη, το τσαλάκωσε και, ανοίγοντας ο παράθυρο, το έριξε έξω.

Για μία ολόκληρη εβδομάδα, ο Αντώνης και η Πηνελόπη δεν τον ξαναείδαν ούτε για μία στιγμή. Από το δωμάτιό του έβγαινε μόνο για να ικανοποιήσει τις βασικές του ανάγκες και μονάχα τις ώρες που οι γονείς του έλειπαν ή κοιμούνταν.

Η στάση των δύο γονιών αρχικά ήταν απλώς η υπομονή. «Είναι λογικό να έχει θυμώσει, δεν θα αργήσει όμως να το ξεπεράσει», πίστευε ο Αντώνης. Μα δεν είχε ιδέα πόσα πολλά σήμαινε το πρόσωπο του Άγιου Βασίλη για το Γεράσιμο. Μέχρι εκείνην την ημέρα, που, γυρνώντας από τη δουλειά, αντίκρισε τη γυναίκα του να κλαίει στον καναπέ.

Η Πηνελόπη του εξήγησε πως εκείνο το πρωί, όπως κάνει κάθε μέρα, είχε βγει για να ποτίσει τα φυτά στον κήπο. Παρατήρησε όμως ένα μικρό, βρώμικο, τσαλακωμένο χαρτί πεταμένο στο χώμα, σφηνωμένο κάπου ανάμεσα στα αγκάθια των όμορφων τριανταφυλλιών. Το σήκωσε για να το πετάξει στα σκουπίδια, μα δεν άργησε να αναγνωρίσει τον γραφικό χαρακτήρα του κειμένου που είχε μπροστά της.

Η Πηνελόπη σηκώθηκε από τον καναπέ και έδωσε στον Αντώνη το ταλαιπωρημένο χαρτί με τα μισοσβησμένα γράμματα του παιδιού τους.

«Αγαπητέ Άγιε Βασίλη,

Φέτος αποφάσισα να σου ζητήσω το πιο σημαντικό δώρο για μένα από όσα σου έχω ζητήσει. 

Είσαι ο μόνος άνθρωπος που μου προσφέρει λίγη ευτυχία. Και δεν την προσφέρεις φυσικά μόνο σε εμένα, αλλά και σε εκατομμύρια άλλα παιδιά στη γη.

Εγώ ένα πράγμα θέλω από εσένα φέτος και από εδώ και στο εξής δεν θεωρώ πως αξίζει οτιδήποτε άλλο. Θέλω να με επισκεφτείς. Θέλω, όσο τίποτα άλλο, να σε δω, έστω και μία μόνο φορά, να μου μεταδώσεις λίγη από την χαρά, αλλά και την καλοσύνη σου. Να μου δείξεις πού διακρίνεις τόση αγάπη στον κόσμο και έχεις τη δύναμη να του την ανταποδώσεις».

Ο Αντώνης δεν αντέδρασε στις λέξεις αυτές. Από το γράμμα συμπέρανε πως η απόφαση να αποκαλύψουν στον Γεράσιμο ότι ο Άγιος Βασίλης στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ήταν απολύτως σωστή.

«Μα δεν καταλαβαίνεις;» ψέλλισε πλημμυρισμένη από τύψεις η Πηνελόπη. «Δεν του στερήσαμε απλώς το φετινό του δώρο. Του στερήσαμε την ελπίδα».

Από εκείνη την στιγμή κι έπειτα, οι γονείς του Γεράσιμου προσπαθούσαν συνεχώς να σκεφτούν έναν τρόπο να επανορθώσουν το λάθος τους. Δεν είχαν δει ποτέ τον γιο τους τόσο θυμωμένο με αυτούς και δεν είχαν νιώσει ποτέ οι ίδιοι τόσο απογοητευμένοι από τους εαυτούς τους ως γονείς.

Άδικος κόπος όμως. Ώρες ολόκληρες στέκονταν έξω από την κλειδωμένη πόρτα του δωματίου του Γεράσιμου, προσπαθώντας να ακούσουν έστω και για λίγο την φωνούλα του, μα η μόνη απάντηση που έπαιρναν ήταν η απότομη αύξηση της έντασης της μουσικής, με αποτέλεσμα να μην ακούν ούτε τη δική τους φωνή.

Αισθάνονταν συντετριμμένοι από την συνεχή απόρριψη. Η επόμενη κίνησή τους έπρεπε να είναι άμεση και καθοριστική για την σχέση τους με τον Γεράσιμο. Μα δεν είχαν ιδέα ποια θα μπορούσε να είναι.

Μία από εκείνες τις ημέρες, ο Αντώνης και η Πηνελόπη είχαν βρει ένα παλιό άλμπουμ φωτογραφιών του γιου τους και το ξεφύλλιζαν, φέρνοντας στη μνήμη τους και μετανιώνοντας για στιγμές απαράδεκτα απρεπούς συμπεριφοράς απέναντι σε εκείνον.

Μέσα στο  άλμπουμ βρήκαν και μία παλιά συλλογή φωτογραφιών από περιοδικά που είχε φυλάξει ο Γεράσιμος. Φωτογραφίες από το Παρίσι. Μια συλλογή που είχε παρατήσει, όταν, μετά από ένα τσακωμό, οι γονείς του τού είχαν κάνει σαφές ότι δεν πρόκειται ποτέ να τον πάνε στη Γαλλία ή σε οποιαδήποτε άλλη ξένη χώρα, καταστρέφοντας με αυτόν τον τρόπο ένα ακόμη από τα αθώα όνειρά του. Η Πηνελόπη τώρα ήξερε τι έπρεπε να κάνουν.

Λίγες ημέρες μετά, ο Γεράσιμος, ξυπνώντας το πρωί, παρατήρησε πως οι γονείς του είχαν τοποθετήσει κάτω από τη χαραμάδα της πόρτας του μερικά κομμάτια χαρτί. Αφού κατάφερε να ανέβει στο καροτσάκι του, πήγε με αργές κινήσεις στην πόρτα, σκοπεύοντας να μη δώσει καμία σημασία στο τι έγραφαν. Πράγμα που όμως ήταν αδύνατον. Μόλις συνειδητοποίησε ότι ήταν τρία εισιτήρια για το Παρίσι, λύγισε. Την ίδια στιγμή ξεκλείδωσε την πόρτα του και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο των γονιών του.

Εκείνοι μόλις τον είδαν έτρεξαν και τον αγκάλιασαν. Κανείς δεν κατάφερε να εμποδίσει τα ζεστά του δάκρυα να κυλίσουν στο πρόσωπό του.

Αφού η οικογένεια πέρασε μία ημέρα αληθινά ενωμένη, ο Γεράσιμος γύρισε στο δωμάτιό του και ξεδίπλωσε ένα χαρτί. Πήρε ένα μολύβι και άρχισε να  γράφει.

«Το ήξερα ότι υπάρχεις. Σ’ ευχαριστώ».

-Ψηλέας Ψογκ

23.12.14

το δώρο (μέρος 1ο)

Χριστούγεννα. Αυτή η πανέμορφη γιορτή όπου, παρά την χαμηλή θερμοκρασία, η ζεστή ατμόσφαιρα πλημμυρίζει τα σπίτια και τους δρόμους. Όπου ο αέρας μυρίζει ευτυχία. Όπου οι άνθρωποι μοιάζουν πιο γενναιόδωροι από ποτέ. Γενναιόδωροι σε χαμόγελα.

Αυτή η πανέμορφη γιορτή όπου παιδιά γεμάτα χαρά τρέχουν στους δρόμους αδιάκοπα, παίζοντας και γελώντας.
Όχι όμως και ο Γεράσιμος. Το μικρό αγόρι που φέτος αρχίζει, δειλά-δειλά, να μπαίνει στην εφηβεία, δεν μπορεί να τα ακολουθήσει. Δεν μπορεί να τρέξει, να παίξει μαζί τους, δεν μπορεί να πάει να πει τα κάλαντα, ούτε να χαρίσει χαμόγελα χαράς στους ανθρώπους που θα συναντήσει. Ο Γεράσιμος δεν μπορεί να κουνήσει τα πόδια του. Ποτέ δεν μπορούσε.
Ο Γεράσιμος αισθάνεται διαφορετικός από τους υπόλοιπους. Χειρότερος. Αυτό του έχει δείξει η ζωή.
Δεν έχει φίλους. Είναι για όλους «εκείνος ο κακομοίρης, ο ανάπηρος». Ήταν πάντα «εκείνος ο κακομοίρης» και ποτέ δεν έγινε «ο Γεράσιμος». Για κανέναν. Ίσως ούτε καν για τους ίδιους του τους γονείς.
Ο ίδιος έχει αποδεχτεί πλέον το πρόβλημά του, εκείνοι όμως, ο Αντώνης και η Πηνελόπη, ποτέ δεν τα κατάφεραν. Δυστυχώς για αυτούς, δεν κατάφεραν ούτε να αποκτήσουν άλλο παιδί. Έτσι, έμειναν μόνο με το ένα, το «προβληματικό», με το οποίο διαρκώς προσπαθούν να βελτιώσουν τις σχέσεις τους.
Ο Γεράσιμος, αντιθέτως από παλιότερα, δεν ονειρεύεται πια ότι μπορεί να περπατήσει. Έχει ξεπεράσει την προσκόλλησή του σε αυτήν τη φαντασίωση. Όμως δεν είναι ευτυχισμένος, αυτό είναι βέβαιο. Έτσι, εξακολουθεί να έχει ανάγκη την αναζήτηση μίας, έστω πλαστής, σπιθαμής ευτυχίας στον ύπνο του. Στα όνειρά του. Εκεί βρίσκει τη λύτρωση ο Γεράσιμος.
Βλέπει τον εαυτό του να είναι, επιτέλους, σαν όλους τους άλλους. Ή, πιο σωστά, βλέπει όλους τους άλλους να είναι σαν τον ίδιο. Ονειρεύεται τους γονείς του σε αναπηρικά καροτσάκια, το ίδιο και τους συμμαθητές του.
Και έτσι ο μικρός Γεράσιμος νιώθει ολοκληρωμένος, ευτυχισμένος. Κάθε μέρα, δεν αισθάνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο παρά μόνο στον ύπνο του.
Τα Χριστούγεννα, ωστόσο, αυτό αλλάζει για τον Γεράσιμο. Τις γιορτινές αυτές ημέρες, υπάρχει ένας άνθρωπος που μοιάζει να δείχνει κατανόηση, αγάπη και ενδιαφέρον για το πώς νιώθει το αγόρι. Κι όμως αυτόν τον άνθρωπο δεν τον έχει συναντήσει ποτέ.
Χωρίς να εμφανίζεται, ο Άγιος Βασίλης έχει καταφέρνει να του δώσει όση χαρά όση κανείς άλλος. Είναι ο μοναδικός που φαίνεται να έχει ενδιαφερθεί πραγματικά για αυτόν. Γι’ αυτό και το μικρό αγόρι θεωρεί πως η γνωριμία του με εκείνον θα ήταν αυτό που αληθινά χρειάζεται. Θα γνώριζε επιτέλους έναν πραγματικά καλό άνθρωπο.
Έτσι, ενώ όλον τον υπόλοιπο χρόνο ο μόνος τρόπος για τον Γεράσιμο να αναζητά την ευτυχία είναι να την ονειρεύεται, τα Χριστούγεννα την κυνηγά μένοντας ξάγρυπνος για μέρες ατελείωτες, κοιτώντας υπομονετικά έξω από το παράθυρό του, ελπίζοντας πως, κάποια στιγμή, ο Άγιος Βασίλης θα φανεί…
Τα φετινά Χριστούγεννα, μάλιστα, οπότε κλείνει τα δεκατρία του χρόνια, «δεκατρία χρόνια αναμονής», όπως προτιμά να τα χαρακτηρίζει εκείνος, ο Γεράσιμος αποφάσισε να ζητήσει από τον Άγιο Βασίλη «το μεγαλύτερο δώρο που έχει ζητήσει ποτέ».
Ξεκίνησε να γράφει το γράμμα που θα έβαζε αργότερα μέσα στην κρεμασμένη στον τοίχο χριστουγεννιάτικη κάλτσα (κάθε χρόνο εκεί έβαζε τα γράμματα και, περιέργως, ο Άγιος Βασίλης τα διάβαζε πάντα). Έγραφε, έσβηνε, τσαλάκωνε χαρτιά και ξεκινούσε το γράμμα από την αρχή… Το τι θα του γράψει τον απασχολούσε πιο πολύ από ποτέ…
Κάτι έπεσε και στην αντίληψη των γονιών του. Ακούγοντας για «το μεγαλύτερο δώρο που έχει ζητήσει ποτέ» ο γιος τους, σχεδόν πανικοβλήθηκαν. Η οικονομική τους κατάσταση πήγαινε από το κακό στο χειρότερο και η απουσία χριστουγεννιάτικου δέντρου αυτήν τη χρονιά ήταν η τρανή απόδειξη. Φυσικά το πρόσωπο που ο μικρός γιος τους θαύμαζε τόσο πολύ αποτελούσε έναν εφιάλτη για τους ίδιους και το άκουσμα του «μεγαλύτερου» αυτού δώρου τους έκανε να πάρουν μία απόφαση, στην οποία δεν μπορούσαν να φανταστούν πώς θα αντιδρούσε ο Γεράσιμος.
«Δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης» του αποκάλυψαν.


(Το 2ο μέρος της ιστορίας εδώ.)