Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χριστούγεννα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χριστούγεννα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

30.12.14

de cariño


Περπατάω βιαστικά, πηγαίνω ισπανικά. Λοιπόν, είναι Χριστούγεννα, καταλήγω. Σαφώς. Στην Ερμού παντού φωτάκια, λαμπάκια φρενιασμένα, βιτρίνες και μανάδες αλαλιασμένες τρέχουν να ψωνίσουν σε ανίψια και βαφτιστήρια. Στυλιζαρισμένη τρυφερότητα, "cuteness" που λένε, με κάθε αγορά δωρίζετε ένα ευρώ στο Χαμόγελο του Παιδιού. Υποχρεωτικά χαμόγελα οι πωλήτριες -πειθαρχία!- τα ξεφορτώνονται μόνο όταν τελειώνει η βάρδια και ξεκολλούν από πάνω τους και τη στολή-ξωτικό του μαγαζιού. Ξαναβάζουν το τζινάκι από τα H&M και σπίτι. Έλεγα πως πρέπει όλο αυτό να το παλέψεις, να μην το αφήσεις, ψάχνεις λοιπόν απελπισμένα και, ευτυχώς, βρίσκεις στιγμές και εικόνες τρυφερότητας απλής -de cariño.



Θυμάσαι πως τέτοιες μέρες οι ίδιες αφηνιασμένες μάνες που γυρίζουν τα mall γίνονται "μαμά", αφήνουν, γελώντας λίγο, τα πολύ μικρά να στολίσουν το δέντρο, βιαστικά κι ενθουσιασμένα, τα στολίδια σπάνε, μπαίνουν ανάποδα και μόνο μπροστά και χαμηλά -εκεί που φτάνουν τα πιτσιρίκια. Το "ω, έλατο" γίνεται καρικατούρα, αλλά της μαμάς της αρέσει έτσι.



Και πάλι κάποιος μπαμπάς που έχει φορέσει τα γυαλιά του και διαβάζει εφημερίδα σοβαρός, γκρίνια για την ακρίβεια και τον παλιόκαιρο, κάθεται ευλαβικά ακίνητος να του φορέσουν τα μωρά τα ρόλλεϋ της γιαγιάς που ανακάλυψαν σε ένα συρτάρι. Τα γυαλιά στραβώνουν στη μύτη του κι αυτός κάνει ότι διαβάζει και διαμαρτύρεται, μα κρυφά λιώνει με τα ρόλλεϋ και το δίχτυ στο κεφάλι.



Σκέφτεσαι τη γιαγιά που όταν ήσουν μικρός σε σκέπαζε καλά καλά, απ´όλες τις μεριές, και πριν κοιμηθείς σταύρωνε τρεις φορές το μαξιλάρι, σίγουρη πως θα σε φυλάξει από κάθε κακό. Τότε το πίστευες και κοιμόσουν ήσυχος "με το θεούλη να σε προσέχει" και τώρα που δεν πιστεύεις σ'αρέσει ακόμα πιο πολύ αυτό το μαγικό σταύρωμα.



Ή άμα προσπαθείς μέσα σου να ξαναφτιάξεις κάτι, τον Έρωτα που σου χάλασε το Hollywood, και υπνωτισμένος διαβάζεις παλιά γράμματα ερωτικά, ραβασάκια, σημειώματα των γονιών σου, των παππούδων σου και αμέσως να! τίποτα δε χάθηκε, η ίδια αγωνία, οι ίδιοι τσακωμοί, τα ίδια μοναδικά λόγια, και ξανακρατάς ανέγγιχτο το ιδανικό σου. Έτσι μπορείς πάλι να φαντάζεσαι παιχνίδια με το ταίρι σου, όπως να μετράτε τις ελιές στα πρόσωπά σας με φιλιά και πάντα να σας ξεφεύγει κάποια.



Άλλες φορές θυμάσαι που περπατάτε βράδυ με φίλους σε κάποιον ήσυχο δρόμο -δεν πάτε και πουθενά- και κάποιος αρχίζει αφηρημένα να μουρμουρίζει ένα τραγούδι (in the deathcar, ας πούμε) και τελικά καταλήγετε να το μουρμουρίζετε όλοι πολύ δυνατά και προσηλωμένα. Ή ξαφνικά καταλαβαίνεις γιατί σου αρέσει τόσο εκείνο το άλλο τραγούδι. Για τη λέξη "τοσοδούλι".

Ξεφεύγεις λοιπόν από τα νύχια της Ερμού, περπατάς και βλέπεις τα σημαντικά μόνο. Ένας παππούς κλασσικός -και με τραγιάσκα- νωρίς το πρωί σε μια στάση λεωφορείου αγοράζει κουλούρι για να ταΐσει τα περιστέρια της πλατείας Κάνιγγος, κερνάει δηλαδή την παρέα. Κι ένας άλλος, παρόμοιος, κάθεται σ'ένα παγκάκι και τρώει τρισευτυχισμένος παγωτό κυπελάκι, απ'αυτά που έχουν και δώρο έκπληξη.


Μπαίνεις κι εσύ σ'ένα λεωφορείο με ψηλά το ηθικό. Είσαι μέσα σου καθαρός, τραβάς το δικό σου δρόμο μακριά από την Ερμού, έχεις βρει τις απαντήσεις σου. Αγριοκοιτάς λοιπόν, ως συνήθως, τη μόνιμη κλούβα των ΜΑΤ στη Βασιλίσσης Σοφίας. Μέσα από τα σύρματα και το τζάμι το βλέπεις. Το χριστουγεννιάτικο δεντράκι της κλούβας. Φαντάζεσαι ματατζήδες να κρεμάνε στολίδια και λαμπάκια με κάποια αμηχανία, τους δυσκολεύουν γιλέκα και κλομπ, σκέφτονται πως πλησιάζει η 6 Δεκέμβρη, ίσως κάποιος θυμάται που χτύπησε κάτι παιδιά στις 17 Νοέμβρη... Χριστούγεννα, σκέφτεται, η γιορτή των παιδιών... Κοιτάει το είδωλό του στο τζάμι, κοιτάς κι εσύ το δικό σου. 
Ποιον αγριοκοιτάς;

-Στέλλα


28.12.14

γράμμα στον Άη Βασίλη




(αυτό το κείμενο το είχα γράψει πριν 2 χρόνια για ένα σχετικά "μεγάλο" site, αλλά δε δημοσιεύτηκε ποτέ και επειδή είναι από τα αγαπημένα μου το βάζω τώρα εδώ)


Αγαπητέ Άγιε Βασίλη, δεν ξέρω αν φέτος ήμουνα καλό παιδί. Βασικά, δεν ξέρω τι ακριβώς σημαίνει "καλό παιδί". Απ' ό,τι μου έχουν πει, για να είμαι "καλό παιδί" πρέπει να διαβάζω τα μαθήματά μου, να μην αντιμιλάω στους καθηγητές μου και να μην κάνω παρέα με "κακά παιδιά". 

Αν ισχύουν όλα αυτά, πολύ φοβάμαι ότι δε θα μου φέρεις το δώρο μου φέτος. Δεν τήρησα τίποτα. Μία μέρα αντί να διαβάσω τα μαθήματά μου προτίμησα να δω ένα ντοκιμαντέρ και μία άλλη να πάω να παίξω μπάλα με τους φίλους μου. 

Την επομένη, ενώ κάναμε Ιστορία και μιλούσαμε για την επανάσταση του '21, η δασκάλα μου άρχισε να μαλώνει και να ειρωνεύεται ένα συμμαθητή μου που ήταν απ' την Τουρκία. Αυτός, ούτε είχε πει, ούτε είχε κάνει κάτι. Απλώς ήταν Τούρκος. Όταν εγώ διαμαρτυρήθηκα, με πήγε στο διευθυντή γιατί της αντιμίλησα. 

Εκεί, ήταν και ένα κορίτσι από την Πολωνία. Η Νάταλι. Ήταν πανέμορφη. Μου είπε ότι την πήγαιναν συχνά στο γραφείο για τιμωρία επειδή όταν την έβριζαν και την κορόιδευαν οι "μάγκες" του σχολείου για τα σπαστά της ελληνικά, αυτή δεν έβαζε τα κλάματα, αλλά τους απαντούσε. Σκέφτηκα ότι δεν έπρεπε να της ξαναμιλήσω. Ήταν Πολωνέζα. Ήταν και κακό παιδί. Ήταν όμως πανέμορφη... 

Καταλαβαίνεις λοιπόν Άγιε μου Βασίλη, πως, αν όντως "καλό παιδί" σημαίνει αυτό που νομίζω, φέτος δεν πρόκειται να εκπληρώσεις την ευχή μου. Παρ' όλ' αυτά, μιας και μπορεί να κάνω λάθος και να μην είμαι τελικά τόσο "κακό παιδί", θα σου την πω. Άκου προσεκτικά.

Αγαπημένε μου Άγιε Βασίλη, φέτος τα Χριστούγεννα δε θέλω να μου φέρεις βιβλία γιατί έχω πάρα πολλά και ούτε που ξέρω τι λένε. Θέλω τα βιβλία που θα έφερνες σε μένα να τα πας σε όσα παιδιά δεν έχουν κανένα, σε όσα παιδιά διψούν για γνώση αλλά δεν μπορούν να την αποκτήσουν. Θέλω να χαρίσεις λίγη γνώση σ' εκείνα τα παιδιά που δεν μπορούν να την αγοράσουν.

Μη μου φέρεις ρούχα. Έχω μπόλικα. Να τα πας στα παιδιά που δουλεύουν όλη την ημέρα σε εργοστάσια ρούχων και τα χρήματα που παίρνουν δε φτάνουν ούτε για να αγοράσουν τα ρούχα τους. Και κάθονται και κρυώνουν και ξεπαγιάζουν. Και πολλά πεθαίνουν.

Πάρ' τους και μερικά παιχνίδια. Άμα θέλεις, πέρνα από το σπίτι μου να πάρεις και τα δικά μου, να τους τα χαρίσεις να παίζουν στον ελεύθερο χρόνο τους. Και άμα δεν έχουν ελεύθερο χρόνο, δώσ' τους.

Θέλω επίσης να σταματήσεις τους πολέμους και να φέρεις ειρήνη. Ξέρεις, αν δε γίνονταν οι πόλεμοι, τα παιδιά αυτά θα είχαν και βιβλία και ρούχα και παιχνίδια και ελεύθερο χρόνο. 

Σταμάτα και την εκμετάλλευση. Σε παρακαλώ. Πως το χωράει ο νους μας άνθρωπος να εκμεταλλεύεται άνθρωπο; Όχι, μη βάλεις τους εκμεταλλευτές να γίνουν εκμεταλλευόμενοι και το αντίστροφο. Να εξαλείψεις τελείως την εκμετάλλευση από τον πλανήτη.

Μην ξεχάσεις και την εξουσία. Μερικές δεκάδες άνθρωποι αποφασίζουν για το παρόν και το μέλλον μερικών δισεκατομμυρίων, κάνοντάς τους να πιστεύουν πως συμμετέχουν κι αυτοί στις αποφάσεις και πως έχουμε Δημοκρατία. Πιστεύω πως μπορούμε να αποφασίζουμε εμείς για τον εαυτό μας.

Και τέλος, αγάπη. Μοίρασε απλόχερα σε όλους τους ανθρώπους αγάπη. Τι να τα κάνουμε τα βιβλία, τα ρούχα, τα παιχνίδια, τον ελεύθερο χρόνο, την ειρήνη, την ισότητα και τη Δημοκρατία αν δεν υπάρχει αγάπη; Όλα αυτά θα χάσουν την αξία τους και δε θα έχουν πλέον κανένα νόημα χωρίς αγάπη. Αγάπη. Αγάπη. Δώσε σε όλους τους ανθρώπους αγάπη.

Αυτά είχα να σου πω αγαπημένε μου Άγιε Βασίλη. Αν κρίνεις ότι ήμουν καλό παιδί, θα σε παρακαλούσα να πραγματοποιήσεις όσα μπορείς. Σε ευχαριστώ πολύ.


Υ.Γ.: Βασικά, τώρα που το ξανασκέφτομαι, Άη Βασίλη άι στο διάολο. Μπορούμε να κάνουμε και μόνοι μας τον κόσμο καλύτερο.

-Canis Lupus

25.12.14

το δώρο (μέρος 2ο)


(Το 1ο μέρος της ιστορίας εδώ)

«Δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης» του αποκάλυψαν, μετά από
έναν ολιγόλεπτο, αλλά ασφυκτικά αμήχανο πρόλογο.

Το αγόρι στο άκουσμα των λέξεων αυτών έμεινε ακίνητο και αμίλητο. Η σιωπή δεν μπόρεσε να αντικατασταθεί από άλλα λόγια. Το προηγουμένως γεμάτο χαρά βλέμμα του ήταν τώρα απλανές και ανέκφραστο, μα εσωτερικά ραγισμένο… Η επόμενη κίνησή του ήταν να επιστρέψει  με αργές, ήρεμες και σιωπηλές κινήσεις στο δωμάτιό του. Μόλις μπήκε, έκλεισε την πόρτα του κα την κλείδωσε. Στη συνέχεια έπιασε στα χέρια του το γράμμα που προοριζόταν για τον Άγιο Βασίλη, το τσαλάκωσε και, ανοίγοντας ο παράθυρο, το έριξε έξω.

Για μία ολόκληρη εβδομάδα, ο Αντώνης και η Πηνελόπη δεν τον ξαναείδαν ούτε για μία στιγμή. Από το δωμάτιό του έβγαινε μόνο για να ικανοποιήσει τις βασικές του ανάγκες και μονάχα τις ώρες που οι γονείς του έλειπαν ή κοιμούνταν.

Η στάση των δύο γονιών αρχικά ήταν απλώς η υπομονή. «Είναι λογικό να έχει θυμώσει, δεν θα αργήσει όμως να το ξεπεράσει», πίστευε ο Αντώνης. Μα δεν είχε ιδέα πόσα πολλά σήμαινε το πρόσωπο του Άγιου Βασίλη για το Γεράσιμο. Μέχρι εκείνην την ημέρα, που, γυρνώντας από τη δουλειά, αντίκρισε τη γυναίκα του να κλαίει στον καναπέ.

Η Πηνελόπη του εξήγησε πως εκείνο το πρωί, όπως κάνει κάθε μέρα, είχε βγει για να ποτίσει τα φυτά στον κήπο. Παρατήρησε όμως ένα μικρό, βρώμικο, τσαλακωμένο χαρτί πεταμένο στο χώμα, σφηνωμένο κάπου ανάμεσα στα αγκάθια των όμορφων τριανταφυλλιών. Το σήκωσε για να το πετάξει στα σκουπίδια, μα δεν άργησε να αναγνωρίσει τον γραφικό χαρακτήρα του κειμένου που είχε μπροστά της.

Η Πηνελόπη σηκώθηκε από τον καναπέ και έδωσε στον Αντώνη το ταλαιπωρημένο χαρτί με τα μισοσβησμένα γράμματα του παιδιού τους.

«Αγαπητέ Άγιε Βασίλη,

Φέτος αποφάσισα να σου ζητήσω το πιο σημαντικό δώρο για μένα από όσα σου έχω ζητήσει. 

Είσαι ο μόνος άνθρωπος που μου προσφέρει λίγη ευτυχία. Και δεν την προσφέρεις φυσικά μόνο σε εμένα, αλλά και σε εκατομμύρια άλλα παιδιά στη γη.

Εγώ ένα πράγμα θέλω από εσένα φέτος και από εδώ και στο εξής δεν θεωρώ πως αξίζει οτιδήποτε άλλο. Θέλω να με επισκεφτείς. Θέλω, όσο τίποτα άλλο, να σε δω, έστω και μία μόνο φορά, να μου μεταδώσεις λίγη από την χαρά, αλλά και την καλοσύνη σου. Να μου δείξεις πού διακρίνεις τόση αγάπη στον κόσμο και έχεις τη δύναμη να του την ανταποδώσεις».

Ο Αντώνης δεν αντέδρασε στις λέξεις αυτές. Από το γράμμα συμπέρανε πως η απόφαση να αποκαλύψουν στον Γεράσιμο ότι ο Άγιος Βασίλης στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ήταν απολύτως σωστή.

«Μα δεν καταλαβαίνεις;» ψέλλισε πλημμυρισμένη από τύψεις η Πηνελόπη. «Δεν του στερήσαμε απλώς το φετινό του δώρο. Του στερήσαμε την ελπίδα».

Από εκείνη την στιγμή κι έπειτα, οι γονείς του Γεράσιμου προσπαθούσαν συνεχώς να σκεφτούν έναν τρόπο να επανορθώσουν το λάθος τους. Δεν είχαν δει ποτέ τον γιο τους τόσο θυμωμένο με αυτούς και δεν είχαν νιώσει ποτέ οι ίδιοι τόσο απογοητευμένοι από τους εαυτούς τους ως γονείς.

Άδικος κόπος όμως. Ώρες ολόκληρες στέκονταν έξω από την κλειδωμένη πόρτα του δωματίου του Γεράσιμου, προσπαθώντας να ακούσουν έστω και για λίγο την φωνούλα του, μα η μόνη απάντηση που έπαιρναν ήταν η απότομη αύξηση της έντασης της μουσικής, με αποτέλεσμα να μην ακούν ούτε τη δική τους φωνή.

Αισθάνονταν συντετριμμένοι από την συνεχή απόρριψη. Η επόμενη κίνησή τους έπρεπε να είναι άμεση και καθοριστική για την σχέση τους με τον Γεράσιμο. Μα δεν είχαν ιδέα ποια θα μπορούσε να είναι.

Μία από εκείνες τις ημέρες, ο Αντώνης και η Πηνελόπη είχαν βρει ένα παλιό άλμπουμ φωτογραφιών του γιου τους και το ξεφύλλιζαν, φέρνοντας στη μνήμη τους και μετανιώνοντας για στιγμές απαράδεκτα απρεπούς συμπεριφοράς απέναντι σε εκείνον.

Μέσα στο  άλμπουμ βρήκαν και μία παλιά συλλογή φωτογραφιών από περιοδικά που είχε φυλάξει ο Γεράσιμος. Φωτογραφίες από το Παρίσι. Μια συλλογή που είχε παρατήσει, όταν, μετά από ένα τσακωμό, οι γονείς του τού είχαν κάνει σαφές ότι δεν πρόκειται ποτέ να τον πάνε στη Γαλλία ή σε οποιαδήποτε άλλη ξένη χώρα, καταστρέφοντας με αυτόν τον τρόπο ένα ακόμη από τα αθώα όνειρά του. Η Πηνελόπη τώρα ήξερε τι έπρεπε να κάνουν.

Λίγες ημέρες μετά, ο Γεράσιμος, ξυπνώντας το πρωί, παρατήρησε πως οι γονείς του είχαν τοποθετήσει κάτω από τη χαραμάδα της πόρτας του μερικά κομμάτια χαρτί. Αφού κατάφερε να ανέβει στο καροτσάκι του, πήγε με αργές κινήσεις στην πόρτα, σκοπεύοντας να μη δώσει καμία σημασία στο τι έγραφαν. Πράγμα που όμως ήταν αδύνατον. Μόλις συνειδητοποίησε ότι ήταν τρία εισιτήρια για το Παρίσι, λύγισε. Την ίδια στιγμή ξεκλείδωσε την πόρτα του και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο των γονιών του.

Εκείνοι μόλις τον είδαν έτρεξαν και τον αγκάλιασαν. Κανείς δεν κατάφερε να εμποδίσει τα ζεστά του δάκρυα να κυλίσουν στο πρόσωπό του.

Αφού η οικογένεια πέρασε μία ημέρα αληθινά ενωμένη, ο Γεράσιμος γύρισε στο δωμάτιό του και ξεδίπλωσε ένα χαρτί. Πήρε ένα μολύβι και άρχισε να  γράφει.

«Το ήξερα ότι υπάρχεις. Σ’ ευχαριστώ».

-Ψηλέας Ψογκ

23.12.14

το δώρο (μέρος 1ο)

Χριστούγεννα. Αυτή η πανέμορφη γιορτή όπου, παρά την χαμηλή θερμοκρασία, η ζεστή ατμόσφαιρα πλημμυρίζει τα σπίτια και τους δρόμους. Όπου ο αέρας μυρίζει ευτυχία. Όπου οι άνθρωποι μοιάζουν πιο γενναιόδωροι από ποτέ. Γενναιόδωροι σε χαμόγελα.

Αυτή η πανέμορφη γιορτή όπου παιδιά γεμάτα χαρά τρέχουν στους δρόμους αδιάκοπα, παίζοντας και γελώντας.
Όχι όμως και ο Γεράσιμος. Το μικρό αγόρι που φέτος αρχίζει, δειλά-δειλά, να μπαίνει στην εφηβεία, δεν μπορεί να τα ακολουθήσει. Δεν μπορεί να τρέξει, να παίξει μαζί τους, δεν μπορεί να πάει να πει τα κάλαντα, ούτε να χαρίσει χαμόγελα χαράς στους ανθρώπους που θα συναντήσει. Ο Γεράσιμος δεν μπορεί να κουνήσει τα πόδια του. Ποτέ δεν μπορούσε.
Ο Γεράσιμος αισθάνεται διαφορετικός από τους υπόλοιπους. Χειρότερος. Αυτό του έχει δείξει η ζωή.
Δεν έχει φίλους. Είναι για όλους «εκείνος ο κακομοίρης, ο ανάπηρος». Ήταν πάντα «εκείνος ο κακομοίρης» και ποτέ δεν έγινε «ο Γεράσιμος». Για κανέναν. Ίσως ούτε καν για τους ίδιους του τους γονείς.
Ο ίδιος έχει αποδεχτεί πλέον το πρόβλημά του, εκείνοι όμως, ο Αντώνης και η Πηνελόπη, ποτέ δεν τα κατάφεραν. Δυστυχώς για αυτούς, δεν κατάφεραν ούτε να αποκτήσουν άλλο παιδί. Έτσι, έμειναν μόνο με το ένα, το «προβληματικό», με το οποίο διαρκώς προσπαθούν να βελτιώσουν τις σχέσεις τους.
Ο Γεράσιμος, αντιθέτως από παλιότερα, δεν ονειρεύεται πια ότι μπορεί να περπατήσει. Έχει ξεπεράσει την προσκόλλησή του σε αυτήν τη φαντασίωση. Όμως δεν είναι ευτυχισμένος, αυτό είναι βέβαιο. Έτσι, εξακολουθεί να έχει ανάγκη την αναζήτηση μίας, έστω πλαστής, σπιθαμής ευτυχίας στον ύπνο του. Στα όνειρά του. Εκεί βρίσκει τη λύτρωση ο Γεράσιμος.
Βλέπει τον εαυτό του να είναι, επιτέλους, σαν όλους τους άλλους. Ή, πιο σωστά, βλέπει όλους τους άλλους να είναι σαν τον ίδιο. Ονειρεύεται τους γονείς του σε αναπηρικά καροτσάκια, το ίδιο και τους συμμαθητές του.
Και έτσι ο μικρός Γεράσιμος νιώθει ολοκληρωμένος, ευτυχισμένος. Κάθε μέρα, δεν αισθάνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο παρά μόνο στον ύπνο του.
Τα Χριστούγεννα, ωστόσο, αυτό αλλάζει για τον Γεράσιμο. Τις γιορτινές αυτές ημέρες, υπάρχει ένας άνθρωπος που μοιάζει να δείχνει κατανόηση, αγάπη και ενδιαφέρον για το πώς νιώθει το αγόρι. Κι όμως αυτόν τον άνθρωπο δεν τον έχει συναντήσει ποτέ.
Χωρίς να εμφανίζεται, ο Άγιος Βασίλης έχει καταφέρνει να του δώσει όση χαρά όση κανείς άλλος. Είναι ο μοναδικός που φαίνεται να έχει ενδιαφερθεί πραγματικά για αυτόν. Γι’ αυτό και το μικρό αγόρι θεωρεί πως η γνωριμία του με εκείνον θα ήταν αυτό που αληθινά χρειάζεται. Θα γνώριζε επιτέλους έναν πραγματικά καλό άνθρωπο.
Έτσι, ενώ όλον τον υπόλοιπο χρόνο ο μόνος τρόπος για τον Γεράσιμο να αναζητά την ευτυχία είναι να την ονειρεύεται, τα Χριστούγεννα την κυνηγά μένοντας ξάγρυπνος για μέρες ατελείωτες, κοιτώντας υπομονετικά έξω από το παράθυρό του, ελπίζοντας πως, κάποια στιγμή, ο Άγιος Βασίλης θα φανεί…
Τα φετινά Χριστούγεννα, μάλιστα, οπότε κλείνει τα δεκατρία του χρόνια, «δεκατρία χρόνια αναμονής», όπως προτιμά να τα χαρακτηρίζει εκείνος, ο Γεράσιμος αποφάσισε να ζητήσει από τον Άγιο Βασίλη «το μεγαλύτερο δώρο που έχει ζητήσει ποτέ».
Ξεκίνησε να γράφει το γράμμα που θα έβαζε αργότερα μέσα στην κρεμασμένη στον τοίχο χριστουγεννιάτικη κάλτσα (κάθε χρόνο εκεί έβαζε τα γράμματα και, περιέργως, ο Άγιος Βασίλης τα διάβαζε πάντα). Έγραφε, έσβηνε, τσαλάκωνε χαρτιά και ξεκινούσε το γράμμα από την αρχή… Το τι θα του γράψει τον απασχολούσε πιο πολύ από ποτέ…
Κάτι έπεσε και στην αντίληψη των γονιών του. Ακούγοντας για «το μεγαλύτερο δώρο που έχει ζητήσει ποτέ» ο γιος τους, σχεδόν πανικοβλήθηκαν. Η οικονομική τους κατάσταση πήγαινε από το κακό στο χειρότερο και η απουσία χριστουγεννιάτικου δέντρου αυτήν τη χρονιά ήταν η τρανή απόδειξη. Φυσικά το πρόσωπο που ο μικρός γιος τους θαύμαζε τόσο πολύ αποτελούσε έναν εφιάλτη για τους ίδιους και το άκουσμα του «μεγαλύτερου» αυτού δώρου τους έκανε να πάρουν μία απόφαση, στην οποία δεν μπορούσαν να φανταστούν πώς θα αντιδρούσε ο Γεράσιμος.
«Δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης» του αποκάλυψαν.


(Το 2ο μέρος της ιστορίας εδώ.)