μαζί μ΄αλήτες, αγίους και τρελούς

18.4.17

ο δρόμος

Εμπρός ο δρόμος σιωπηλός, δεν περπατούν διαβάτες
Μονάχα εγώ τον περπατώ, με τη σιωπή στις πλάτες

Αντί πλακών, ο δρόμος μου έχει παλιά ρολόγια
Τι ωροδείκτες βιαστικοί κι ατέλειωτα ανηφόρια

Κοιτάζω στον ορίζοντα, πού βγάζει διερωτάμαι
χαλί που ξετυλίγεται όσο το περπατάμε

Με κιμωλία ένα παιδί κάτι χαράζει κάτω
Κι άμα το δεις στο δρόμο σου, παίζει κουτσό κεφάτο.

-ψ.ψ.

9.4.17

ορεινό σπίτι


Τσιμεντένια αυλή μπροστά.
Χωμάτινη πίσω, όχι τόσο αυλή, πιο πολύ χωράφι, έχει πορτάκι και βγαίνει στο βουνό, για το σκύλο είναι πιο πολύ.
Μια μέρα έπιασε λαγό και τον φάγαμε για βράδυ.
Ξύλινο τραπεζάκι στην κουζίνα.
Υπνοδωμάτιο λιτό, μόνο κρεβάτι και δυο ράφια.
Τσιμεντένια αυλή και σκύλος.
Βρυσάκι στην αυλή με κουβά για το νερό του.
Σκισμένη μπάλα.
Διάφανα ποτήρια στο ντουλάπι, παλιές εφημερίδες.
Οι περισσότεροι δεν θα μένανε εδώ γιατί δεν αντέχουν τον εαυτό τους.

Ούτε και πολλοί έρχονται, καν για λίγο.
Μερικοί έρχονται.
Μ' αρέσει το σπίτι.
Το κρεβάτι είναι λίγο σκληρό αλλά εντάξει.
Ωραίο είναι το χοντρό πεζούλι στην αυλή που είναι και καναπές.
Καλά είναι γενικά.
Δεν λιώνεις αλλά σου βγάζει σιγουριά.

-C. Lupus

28.3.17

νάρκη

κι όσο οι αστοί καπνίζουν στην κουζίνα τους,
τα παιδιά τους θ' ανθίζουν έξω στο μπαλκόνι
με ρίζες γερές που θα τρυπούν το πάτωμα

να μην πέφτουν πίσω σαν τρώνε πάλι ξύλο
που βγήκαν πριν τις ειδήσεις απ' τη γλάστρα τους,
που φύτρωσε μυαλό 'κεί που θα 'χανε σκατά,
που δεν έγιναν- σαν αυτούς- κι εκείνα βλήτα


κι όσο οι τσέοι βρωμίζουν με το βήμα τους
τη γειτονιά, τα παιδιά τους θα υφαίνουνε
μετάξι γύρω-γύρω από τις μπότες τους

να μην οργώνουν τις οδούς σαν τσιφλικάδες
που βάφτισαν κάθε τετράγωνο κτήμα τους,
που πέρασαν το μαύρο ντίλντο τους για κνούτο,
που κρεμούν παιδάκια σαν σκιάχτρα στις πλατείες


κι όσο οι δικαστές γέρνουνε τις κόψεις του
σφυριού τους σε αθώους λαιμούς, τα παιδιά τους
θα παίρνουν με χείλη σα δρεπάνια το νόμο

να μην συνηθίσουμε στην πείνα για ποινές
που αδειάζει τάξεις για να γεμίσει κελιά,
που σκοτώνει κεφάλια σε ζωντανά κορμιά
που σπρώχνει παρεξηγημένους προς τις νάρκες 

-Κόμμον Άλεξ


*Το μπλογκ του Κόμμον Άλεξ: Ατένας

15.3.17

κυριακή μεσημέρι

Βρήκε την άκρη του αχανούς κρεβατιού του
και τώρα με τη μαχαίρα του σκίζει
του σπιτιού την πυκνή αδειανότητα.

Οι κρότοι των βημάτων του
σφαίρες στο αλεξίσφαιρο γιλέκο της σιωπής.

Το παράθυρο τραβά το βλέμμα του σαν τηλεόραση:

χρώμα και κίνηση που στάζουν
στις αυστηρές γκρι γραμμές των τετράγωνων τοίχων.

Μα
πίσω από το γυαλί
είναι εκείνος που βρίσκεται σε ένα κουτί εγκλωβισμένος.

-ψ.ψ.