ορφανές απόπειρες τέχνης

21.9.16

ραμ παμ μπλουμ περερομ

Γη δεν γνωρίζουν τα τραγούδια μου
είναι φωνές που ακολουθούνε τον αέρα
ποτέ τους δεν στεριώνουνε
ξυπνάνε τη νύχτα κοιμούνται τη μέρα

Κι αν κάποτε αγγίξουνε το χώμα
στιχάκια θα θέλουν τη δίψα να σβήσουν
από ανθρώπους που διψάσανε
Κι ύστερα πάλι το χώμα θ'αφήσουν

Πλανιούνται ανάμεσα στα σύννεφα
με τα πετούμενα κάνουν παρέα
Γιατί η ζωή από υψόμετρο
είναι μακράν από της γης πιο ωραία

Μα οταν παιδιά τα τραγουδούν
σε κάποια αμμμουδιά ή αλάνα
γίνονται γήινα πλάσματα
Κάθε ψυχής η μάνα

Κι αν τα τραγούδια μου απλά,
χαζά τα θεωρείτε
τα γράφω μπας και νιώσετε
απλά χαζά να ζείτε

-Ο μάγος του όζοντος

12.9.16

Όνειρο και Βάσανο

"Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
 
και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές,
 
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

Για το Μαδράς τη Σιγκαπούρ τ’ Αλγέρι και το Σφαξ
θ’ αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
κι εγώ σκυφτός σ’ ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ,
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα `χω πια ξεχάσει,
κι η μάνα μου χαρούμενη θα λέει σ’ όποιον ρωτά:
"Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει"

Μα ο εαυτός μου μια βραδιά εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μου ζητήσει,
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
θα σημαδέψει κι άφοβα το φταίχτη θα χτυπήσει.

Κι εγώ που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθειά στις μακρινές Ινδίες,
θα `χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες."
Ν. Καββαδίας, Mal du Départ


"Επιμονή, υπομονή, πόνος. Αυτά τα τρία. (...) Ήθελα να κάνω την προσπάθειά μου. Ό,τι κι αν γινόταν, ξέρω ότι φεύγω ως μαχητής"
Σπ. Γιαννιώτης, 36 χρονών, για το ασημένιο μετάλλιο στους Ολυμπιακούς αγώνες, χάνοντας το χρυσό για λιγότερο από ένα κλάσμα του δευτερολέπτου και έχοντας αποτύχει να πάρει Ολυμπιακό μετάλλιο τέσσερις φορές, σε πολύ "καλύτερες" ηλικίες


"Όταν με απέκλεισαν απ' την ομάδα στην δεύτερη τάξη του Γυμνασίου έμαθα κάτι. Ότι δεν ήθελα ποτέ πάλι να νιώσω τόσο άσχημα."
M. Jordan


"Το να πείσουμε τα παιδιά μας να έχουνε αυτοπειθαρχία, είναι η προσπάθειά μας να τα κάνουμε ελεύθερα."
Π. Γιαννάκης

-------------------------------

Το Όνειρο ξυπνάει κάθε τόσο μέσα μας και μας καλεί. Όσο πιο κοντά του είμαστε, τόσο πιο χαρούμενοι είμαστε. Αν δεν ματώσουμε για 'κείνο, το Όνειρο φεύγει μακριά. Φεύγει κι αφήνει μια άσχημη και βρωμερή κατάσταση, ένα Βάσανο. Το Βάσανο τρώει τη ζωή και την ψυχή μας. Δεν κρατάμε σφιχτά το Όνειρο είτε γιατί φοβηθήκαμε να το παραδεχτούμε ως τέτοιο, είτε γιατί φοβηθήκαμε να πονέσουμε γι' αυτό. Ποιος όμως δεν φοβήθηκε το Βάσανο;

-C. Lupus

2.9.16

yūgen

Τον ουρανό τα χνώτα μας
έφτασαν κι ακουμπήσαν
δροσοσταλίδες γίνηκαν
και τη νυχτιά στολίσαν

Της γριάς πηγής οι χούφτες της
γεμίσαν πεφταστέρια
και στ’ άδειο ρέμα τα πετά
σα βόλους με τα χέρια

Κι από τις όχθες τ’ άτακτο
κρυφά τ’ αστροκοπάδι
γλιστράει στην αιώρα μου
κουβέρτα για το βράδυ.

-ψ.ψ.

25.8.16

η Τζούντι

Ήταν γύρω στα έξι. Είχε λακκάκια στα μάγουλα και χρυσά αστεράκια τατουάζ πάνω στα λακκάκια. Προσπαθούσε να ανοίξει τη βαριά πόρτα του καταστρώματος και παιδευότανε, πήγε ο Νίκος να τη βοηθήσει. Ντράπηκε και δεν πέρασε. "Ωραία αστεράκια" της είπε για να γίνουν φίλοι, κι απάντησε μ'ένα πονηρό χαμόγελο. Χάθηκε πίσω από μια κοπέλα, μαμά ή αδελφή. Μετά σκέφτηκα ότι δεν καταλαβαίνει ελληνικά.

Πιο βράδυ τριγύριζε στα καθίσματα του πλοίου, έκανε φασαρία και κοίταζε τους κοιμισμένους με τη διαολιά που έχουν τα μικρά στο βλέμμα. Πέρασε κι απ'το δικό μας κάθισμα, μας θυμήθηκε. Επέστρεψε σε λίγο μ'ένα μπισκότο κι άπλωσε το χέρι μ'ένα νάζι απίθανο. Το "ευχαριστώ" το κατάλαβε.

Μιράντα Παπαδοπούλου- με πέθανε. Δάγκωσα λίγο γιατί παρακολουθούσε πολύ προσεκτικά πίσω απ'τα καθίσματα. Σκέφτηκα τι έχουμε να της δώσουμε, πέρα από μπέικ ρολς. Σε τέσσερις ώρες φτάνουμε Πειραιά, τι έχουμε να δώσουμε στη Τζούντι; Είδα σκηνές, χιλιάδες σκηνές στον ήλιο απλωμένα κουρέλια, μύγες και χημικές τουαλέτες. Σκέφτηκα πού την πάει το πλοίο και στραβοκατάπια.



Τους βλέπω μπρος στα μάτια μου μες στο παλιό βαπόρι
Σα στρείδια στο κατάστρωμα οι μετανάστες όλοι
Βουβές γυναίκες άλαλες που δύναμη αναβλύζουν
Παιδάκια που δε νιώθουνε το δρόμο που βαδίζουν

Αα τα χρόνια τα παλιά, βαριά φορτία φεύγαν για την Αμέρικα.*

*Στην Αμερική - Θ. Παπακωνσταντίνου

-Στέλλα