ορφανές απόπειρες τέχνης

29.11.16

Νεφέλη


Η μικρή Νεφέλη δε μίλαγε συχνά. Της άρεσε η lita και έλεγε πως της μοιάζω. Ήταν ενθουσιώδης και όλοι την ήξεραν έτσι. Αυτή και η λεμονιά ερχόντουσαν στα odeon. Μου έπαιρνε τα φίλτρα και έκανε πως καπνίζει, κι ύστερα γελούσαμε. Και γελούσε δυνατά η Νεφέλη. Και είχε πλάκα. Σαν γνώρισε τον έρωτα, έγινε πολύ χαρούμενη. Θυμάμαι είχαμε μια κούνια και κάπου σκαστές καθόμασταν και λέγαμε. Μιλάγαμε εννοώ! Και μίλαγα εγώ και μίλαγε κι αυτή και όσο μιλάγαμε πληγωθήκαμε και οι δυο. Η κούνια έγινε καφετέρια και η καφετέρια παγκάκι με μπύρες, αλλά η Νεφέλη και 'γω συνεχίζαμε να μιλάμε και να λέμε πράγματα ασταμάτητα. Και πίστευα πως μοιάζαμε κι ίσως δε μοιάζαμε καθόλου, αλλά δεν είχε σημασία. Για καμιά μας δεν είχε σημασία. Και έμοιαζε με έρωτα, με δαχτυλίδια χίλια, και 'γώ έμοιαζα με τη μάνα της πολλές φορές στη γκρίνια. Κι ό,τι κι αν γίνει στη ζωή, δικιά μου ή δικιά της, ενωθήκαμε που λες στα μέσα και στα έξω. Και την είδα με κάθε λογής πτυχή και γνώρισα έναν άνθρωπο λες και ήμουνα αυτή.


20.11.16

παιδικό παραμύθι

Όταν ήταν 9 χρονών, ο Άλκης γνώρισε τη Μαίρη. Η Μαίρη ήταν έναν χρόνο πιο μικρή του, λεπτή με καστανά μαλλιά. Έκαναν πολύ παρέα. Μετά από λίγο καιρό όμως, η Μαίρη μετακόμισε μακριά. Ευτυχώς, οι γονεις τους είχαν γίνει φίλοι και κανόνιζαν να βρίσκονται όλοι μαζί κάθε τελευταίο Σαββατοκύριακο του μήνα. Ο Άλκης έβλεπε τη Μαίρη μόνο αυτές τις δύο μέρες. Όμως όλες τις υπόλοιπες μέρες τη σκεφτότανε και τη σκεφτότανε και όλο τη σκεφτότανε. Όταν τη συναντούσε ήταν πανηγύρι. Περνούσε τέλεια. Μάλιστα, κοιμόντουσαν και μαζί, στο ίδιο κρεβάτι. Ο Άλκης αγαπούσε πολύ τη Μαίρη, αλλά αυτή τον είχε πιο πολύ σα φίλο.


Ο Άλκης δεν έκανε τίποτα τις υπόλοιπες μέρες του μήνα, παρά μόνο σκεφτόταν τη Μαίρη. Νοιαζόταν μόνο για το τελευταίο Σαββατοκύριακο του μήνα και όλες τις άλλες μέρες σκεφτόταν τα προηγούμενα και τα επόμενα Σαββατοκύριακα, τότε που ζούσε. Παρ’ όλο που μεγάλωσαν, η Μαίρη και ο Άλκης συνέχισαν να βρίσκονται κάθε τελευταίο Σαββατοκύριακο, ακόμα κι όταν έγιναν παππούδες. Μέχρι που ένα Σάββατο, ξημέρωμα Κυριακής, έγινε ένας τεράστιος σεισμός και το σπίτι τους γκρεμίστηκε και ο Άλκης με τη Μαίρη πέθαναν. Η Μαίρη ήταν 77 χρονών και ο Άλκης 14.

-C. Lupus

11.11.16

δρόμοι βρεγμένοι

Δρόμοι βρεγμένοι
και αγέρι παγερό
τρέπω τη ζάλη μου απόψε σε χορό
κι είν’ η πλατεία απ’ τα φανάρια λεκιασμένη

Δρόμοι βρεγμένοι
λυπημένος βιολιτζής
ρίχνει στην άσφαλτο τα ψέματα της γης
«για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη»

Δρόμοι βρεγμένοι
στα βαριά μου βήματα
τρίζουν στην τσέπη της ζωής τα κρίματα
αυτής που μπρος γλακεί και δε μας περιμένει

Δρόμοι βρεγμένοι
η ματιά μου στα νερά
μου ‘πεσε, σκύβω, με κοιτάζει αυστηρά:
βαριά κι ασήκωτη και αδειανή και ξένη

Κι άξαφνα ωχραίνει
των αστέρων η φωλιά
πάλι ανυπόμονη κι απλώνει τα μαλλιά
η χαραυγή στον κόρφο σας, δρόμοι βρεγμένοι.

-ψ.ψ.

28.10.16

αμφιλύκη

Mε δυο τρένα δυο αγόρια
δυο κορίτσια με βαπόρια
φτάνουνε τέλη του μήνα
και θα σμίξουν στην Αθήνα.

Δυο οι αγκαλιές των φίλων
τα χαμόγελα ως τ’ αυτιά τους
δυο φιλιά των ερωτύλων
κι οι χειμώνες μακριά τους.

Tα χαμόγελα ως τ’ αυτιά τους
οι χειμώνες μακριά τους
χαραυγή, στο μάτι τσίμπλα
και οι άνθρωποί τους δίπλα.

Μήνες τρεις κοντά περάσαν
κι ούτε καταλάβαν πότε.
Τα ματόκλαδα σκουριάσαν,
πρώτο δείλι από τότε.

Τι να πρόλαβαν να ζήσουν;
-πώς μετριέται η ζωή σου;-
Μια ζωή στου Φιλοπάππου
έρημη ταράτσα κάπου

μια καρέκλα σ’ έναν κέδρο
Αμοργού ρακή ψημένη
άλλη μια ζωή στον Κέδρο
και μισή στην Αμιένη

Τέσσερις ζωές στην Κρήτη
μια ταινία σ’ ένα σπίτι
το Σαλό ή το Λα Νότε;
Πρώτο δείλι από τότε.

Σε στρατώνες με τη Μπέλλου
με το Νίκο στο καΐκι
μυστικό του οινομέλου:
η ζωή μιαν αμφιλύκη.

Μήνες τρεις κοντά περάσαν
πρώτο σούρουπο από τότε.
Τα ματόκλαδα σκουριάσαν,
πότε βράδιασε, για πότε;

Απαρχές του μαύρου μήνα
φεύγουν τώρα απ’ την Αθήνα
δυο κορίτσια με βαπόρια
με δυο τρένα δυο αγόρια. 
-ψ.ψ.