ορφανές απόπειρες τέχνης

25.8.16

η Τζούντι

Ήταν γύρω στα έξι. Είχε λακκάκια στα μάγουλα και χρυσά αστεράκια τατουάζ πάνω στα λακκάκια. Προσπαθούσε να ανοίξει τη βαριά πόρτα του καταστρώματος και παιδευότανε, πήγε ο Νίκος να τη βοηθήσει. Ντράπηκε και δεν πέρασε. "Ωραία αστεράκια" της είπε για να γίνουν φίλοι, κι απάντησε μ'ένα πονηρό χαμόγελο. Χάθηκε πίσω από μια κοπέλα, μαμά ή αδελφή. Μετά σκέφτηκα ότι δεν καταλαβαίνει ελληνικά.

Πιο βράδυ τριγύριζε στα καθίσματα του πλοίου, έκανε φασαρία και κοίταζε τους κοιμισμένους με τη διαολιά που έχουν τα μικρά στο βλέμμα. Πέρασε κι απ'το δικό μας κάθισμα, μας θυμήθηκε. Επέστρεψε σε λίγο μ'ένα μπισκότο κι άπλωσε το χέρι μ'ένα νάζι απίθανο. Το "ευχαριστώ" το κατάλαβε.

Μιράντα Παπαδοπούλου- με πέθανε. Δάγκωσα λίγο γιατί παρακολουθούσε πολύ προσεκτικά πίσω απ'τα καθίσματα. Σκέφτηκα τι έχουμε να της δώσουμε, πέρα από μπέικ ρολς. Σε τέσσερις ώρες φτάνουμε Πειραιά, τι έχουμε να δώσουμε στη Τζούντι; Είδα σκηνές, χιλιάδες σκηνές στον ήλιο απλωμένα κουρέλια, μύγες και χημικές τουαλέτες. Σκέφτηκα πού την πάει το πλοίο και στραβοκατάπια.



Τους βλέπω μπρος στα μάτια μου μες στο παλιό βαπόρι
Σα στρείδια στο κατάστρωμα οι μετανάστες όλοι
Βουβές γυναίκες άλαλες που δύναμη αναβλύζουν
Παιδάκια που δε νιώθουνε το δρόμο που βαδίζουν

Αα τα χρόνια τα παλιά, βαριά φορτία φεύγαν για την Αμέρικα.*

*Στην Αμερική - Θ. Παπακωνσταντίνου

-Στέλλα

17.8.16

ντράγκα ντρούγκα η καρδιά




Όταν σε βλέπω κούκλα μου σαλτάρω μένω μούγκα
ανθοβολά το είναι μου, κάνει η καρδιά μου ντράγκα ντρούγκα.
Μία ξενάγηση ποθώ στα φιλντισένια στήθια σου
ψιθύρισέ μου στο αυτί όλα τα παραμύθια σου.

Στο άπειρο με πας κι ακόμα παραπέρα
με τριγυρίζει η σκέψη να σου περάσω βέρα.
Πιο όμορφη μου φαίνεσαι κι από τη Μόνικα Μπελουτσι
για πάρτη σου θα βάλω και μυτερό παππούτσι.

Να σε πηγαίνω βόλτες αγόρασα Ferrari
που να χωρέσει στο Toyota ολόκληρο μανάρι;
Τα πόδια σου ατέλειωτα κρυστάλλινη γοργόνα
μ' αρέσεις πιο πολύ κι από το γκολ του Μαραντόνα.

Έφερες στη ζωή μου απροσδόκητη ακμή
να δεις που θα μας ζήλευαν Αντρέας και Μιμή.
Όλη τη μέρα βασανίζομαι, στη σκέψη σου παιδεύουμαι
ακόμα κι όταν κλάνω, ακόμα κι όταν ρεύομαι.

-C. Lupus

5.8.16

η κυρά Κατσαρίδα

Λατρεύω τα σύννεφα. Τα άσπρα κυρίως, τα παχουλά, που κάνουν παρέα στον ήλιο τις φωτεινές μέρες. Αλλά και τα γκρίζα, που μοιάζουν με ναζιάρικα παιδιά που κάνουν καπρίτσια για να τους πάρεις ένα γλυκό ή παιχνίδι. Ξαπλώνω κάτω, κλείνω τα μάτια, και τα σύννεφα έρχονται προς το μέρος μου, μου προσφέρουν τα απαλά τους χέρια και με προσκαλούν στη βόλτα τους. Ανεβαίνω σε ένα απ'αυτά, κάθομαι αναπαυτικά και κολυμπάω στον ουρανό, βλέποντας τα πάντα από ψηλά τόσο μικρά και ασήμαντα που τα ξεχνάω όλα. Πάντα όμως προσγειώνομαι απότομα. Τα σύννεφα θυμώνουν όταν βρίσκομαι για πολύ ώρα στα μέρη τους, πιστεύουν πως τα βρωμίζω. Επέστρεψα στην ταράτσα του κτηρίου. Περπατάω μέχρι την άκρη του και πηδάω. 

Σπίτι. Η κυρά Κατσαρίδα φοράει την ροζ ποδιά της και ξεφουρνίζει ένα κέικ με κομμάτια μυρμηγκιού και σιρόπι χρυσόμυγας. Το γλυκό είναι πολύ εντυπωσιακό, εξάλλου η ίδια φημίζεται για τις ικανότητες της στην κουζίνα. Αφήνει το κέικ να κρυώσει στο παράθυρο και ξυπνάει τα παιδιά για το σχολείο. Μέχρι να ετοιμαστούν, το κέικ έχει κάπως κρυώσει. Η κυρά Κατσαρίδα το κόβει με το καλό της μαχαίρι σε όμορφα κομμάτια και τα σερβίρει στην πορσελάνινη, λουλουδάτη πιατέλα της. Χαζεύει το δημιούργημα της και για μια στιγμή πιστεύει πως δεν πρέπει να φαγωθεί ποτέ. Πρέπει να μείνει έτσι ανέγγιχτο, να θαυμάζεται για την ομορφιά του για πάντα, να γραφτεί στην ιστορία, μέχρι που τα παιδιά, βιαστικά, τρέχοντας, πήραν από ένα κομμάτι και έφυγαν για το σχολείο. Το δημιούργημα της έμοιαζε κενό και βεβηλωμένο, η γεωμετρική και συμμετρική του εμφάνιση καταστράφηκε. Το χειρότερο γι΄αυτήν όμως ήταν πως τα παιδιά, αλλά ακόμη περισσότερο ο άντρας της δεν θα εκτιμούσαν την κομψότητα της γεύσης του γλυκού της.

Ο άντρας είχε φύγει από νωρίς για δουλεία και αυτή βρισκόταν τώρα μόνη στο σπίτι. Έβγαλε τα ρούχα της και στάθηκε γυμνή μπροστά στον καθρέφτη. Επεξεργάστηκε το είδωλο της. Δεν έμοιαζε σε αυτήν. Ένιωσε μια βαθιά δυσφορία, που γρήγορα εξελίχθηκε σε μίσος για την ίδια. Άλλαξε προφίλ, ελπίζοντας κάποιο άλλο να την κολακεύει περισσότερο ή να θυμίζει κάτι από το παλιό της εαυτό. Στον καθρέφτη έβλεπε πλέον ένα παραμορφωμένο πλάσμα με ελάχιστα ή καθόλου στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι είναι αυτή. Φώναξε δυνατά. Παραμορφώθηκε κι άλλο. Έμοιαζε με τέρας έτοιμο να επιτεθεί. Φώναξε πιο δυνατά και μεταμορφώθηκε σε μια σκοτεινή και αηδιαστική μάζα, αδύνατον να την αντικρίσει κανείς και να μην τραπεί σε φυγή. Φώναξε κι άλλο, πιο δυνατά και τα πάντα γύρω της παραμορφώθηκαν, άλλαξαν όψη και άρχισαν να της μιλούν πρόστυχα και να την βρίζουν. Έσπασε τον καθρέφτη με το χέρι της και άρχισε να τρέχει. 

Το έδαφος κάτω από αυτήν έτρεμε και άρχισε να καταρρέει, ενώ οι γύρω της την κοιτούσαν εξονυχιστικά από πάνω μέχρι κάτω απαξιωτικά και μετατρέπονταν σε μικρά ατσάλινα κόκκινα κουτάκια  που άρχισαν να γελούν εις βάρος της δυνατά, τόσο δυνατά που νόμιζε πως τα αυτιά της θα σπάσουν και η ίδια θα συρρικνωθεί από τον ήχο. Έτρεξε γρηγορότερα, όμως τα πόδια της έπαψαν να την υπακούν και κόλλησαν στην άσφαλτο. Το περιβάλλον γύρω της μεγάλωσε, κάνοντας την ίδια να μοιάζει πολύ μικρή και ευάλωτη, ενώ ο ήχος έγινε ακόμη πιο εκκωφαντικός και ανυπόφορος. Ξάπλωσε κάτω και έκλεισε τα μάτια.

Τα σύννεφα ήρθαν και την πήραν. Η κυρά Κατσαρίδα είχε χάσει τις αισθήσεις της. Τα σύννεφα την άφησαν πάνω σε μια ταράτσα και την φίλησαν στοργικά. Η κυρά Κατσαρίδα άνοιξε τα μάτια της και βρέθηκε σε μια ακτή, πάνω σε κάτι ψηλά βράχια. Η θάλασσα από κάτω χτυπούσε δυνατά την στεριά και ο άνεμος παρέσερνε τις σκέψεις της. Προχώρησε μπροστά και βρέθηκε στην άκρη των βράχων. Κοίταξε χαμηλά, την θάλασσα. Πήρε μια βαθιά ανάσα, έκλεισε με το χέρι της την μύτη της και πήδηξε.

Εκείνη τη στιγμή, λίγο πριν βουτήξω, είδα στην θάλασσα τον εαυτό μου. Την εξευγενισμένη, μη παραμορφωμένη εκδοχή του, με τις στραβές κεραίες, τα παχουλά μάγουλα και τα κοντά ποδαράκια. Μου χαμογέλασε άγαρμπα και μου προσέφερε ντροπαλά μια μπάλα.

                                                                                                                                    -Αγγέλας

28.7.16

το μαντήλι

Ντίλι- ντίλι- ντίλι
ντίλι το καντήλι
που έφεγγε και κένταγε
η κόρη το μαντήλι.

Μικρό κόκκινο πανί
το έλεγαν πολλοί.
Όμορφο πορφυρό μαντήλι
το έλεγε εκείνη.

Μετά τη γαλήνη,
η ιστορία του
ταξίδι με πλοία και τρένα.

Όμως, ήρθε ο ποντικός
πήρε το φυτίλι
μέσα από το καντήλι
που έφεγγε και κένταγε
η κόρη το μαντήλι.

Σταδιακή αλλαγή στο χρώμα.
Από κόκκινο ήρεμο,
που θαρρείς πως κοιμάται μετά από νανούρισμα,
σε κόκκινο έντονο
της επανάστασης.

Θερμά χρώματα αγκαλιάζουν την καρδιά της.
Στις μύτες των ακροδακτύλων της σηκώνεται
τον ουρανό
να αγγίξει από περηφάνεια.

Ήρθε, όμως, και η γάτα
και έφαγε τον ποντικό
που πήρε το φυτίλι
μέσα από το καντήλι.

Απότομη αλλαγή στο χρώμα.
Από έντονο κόκκινο, μαύρο.
Αντικατάσταση του θαυμασμού από νοσταλγία πολλών χρόνων.
Το ταξίδι ξεκινά με πλοίο.

«Όμορφο πορφυρό μαντήλι, που είσαι;»

Και ήρθε ο σκύλος
κι έπνιξε τη γάτα
που έφαγε τον ποντικό
που πήρε το φυτίλι.

Και τότε το μαντήλι πρόβαλε ξανά.
Αλλά δεν είναι το ίδιο, ούτε θα ‘ναι ποτέ.
Κόκκινο της επανάστασης,
αλλά όχι το ίδιο κόκκινο.

Αποχρώσεις, που σε ζαλίζουν,
που σε μεθούν,
τυλίγουν απαλά το αδύναμο κορμί της.
Αποχρώσεις προκλητικές
τη θέση της επανάστασης
δίνουν στον έρωτα.

Με άλλο εκπρόσωπο, μαντήλι, γύρισες.
Στο στόμα εκείνη πλέον σε φορά
να μην πνιγεί από τους καπνούς της φωτιάς.

Δικό σου το φταίξιμο.
Προδόθηκες.

Το ταξίδι συνεχίζεται με τρένο.
Βαρύ το φορτίο
να μεταφέρεις τόσες αναμνήσεις και αισθήματα
για να καταλήξεις τελικά
σε ντουλάπα ξεχασμένο.

Μακροχρόνια αλλαγή στο χρώμα.
Από κόκκινο, λευκό
της κάθαρσης.

Το σκοπό σου τελικά δεν τον έμαθες,
αλλά εκείνη τον ξέρει.
Δεν την έπνιγαν οι φλόγες,
αλλά η απουσία οξυγόνου.
Και όταν σε αποχωρίστηκε,
ελευθερώθηκε. 

Ντίλι- ντίλι- ντίλι
έσβησε το καντήλι
που έφεγγε και κένταγε
η κόρη το μαντήλι.

-Jasminum sambac