Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "Καλλιτεχνικά" Κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "Καλλιτεχνικά" Κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

9.5.17

χρρρρτσ

 Στάθηκες στο ύψος των περιστάσεων. Εννοώ εκεί στο δρόμο με τη σκόνη και τα τυφλά αμάξια. Ήταν ο ήλιος ντάλα όταν πέρασα απέναντι. Απ' το τίποτα οι σκέψεις έγιναν έτσι σκοτεινές και αποπνικτικές. Βάδιζα στο πλήθος με τα βαμμένα μαλλιά και του γκρίζους χαρτοφύλακες όταν με έπιασε η μανία να κρεμάσω φράουλες στα αυτιά μου και να βάψω τα δάχτυλά μου κόκκινα, αλλά τα χέρια μου είχαν μαγκωθεί στην επικύρωση εισητηρίων στα αριστερά. Κοίταξα προσεχτικά το πλήθος για να μην δω τον εφιάλτη με την κουκούλα, καραδοκεί στο προηγούμενο βαγόνι, είμαι σίγουρη γι' αυτό.
 Τώρα βαδίζω ασφαλής στο δρόμο για το σπίτι. Τα στενά είναι γεμάτα μαδημένα πουλιά που κρώζουν. Δεν με αφήνουν να περάσω. Στο δάπεδο ένα λιωμένο περιστέρι, στη θέση της καρδιάς του εξέχει ένα κόκκαλο. Από πάνω του τα πρώτα λουλούδια απλώνουν το παγωμένο χαμόγελό τους να το φάνε.
 Ακούω την ανάσα τον άρρωστων πεύκων καθώς ανηφορίζω προς το σπίτι σου, ακούω τους καταρράκτες που κυλούν στο πράσινο αίμα τους, θέλω να ξεσκίσω τους κορμούς τους και να το φάω, να μην έρθω ποτέ να σε βρω κάτω απ' το μπλε φως στο μαραμένο σαλόνι σου.
 Και μεσ' τις στάλες δαγκώνω το δέξι σου χέρι και ακούω τη ζωή σου να ουρλιάζει κάτω απ' το χώμα. Εκεί που άλλωτε σε έκανα να ξαπλώσεις στα δάχτυλά σου φυτρώνουν κρινάκια και τα χωμάτινα μαλλιά σου κρέμονται στα γκρεμιά.

 Ρουφάω τη βοή των δρόμων και των μπλε αστεριών στο στήθος μου. Πόσο κοστίζει να τη χτίσω με τσιμέντο στον τοίχο; Και αν σε λίγη ώρα το τσιμέντο και η άσφαλτος σπάσει; Εάν τα άρρωστα δέντρα πέσουν και τα λουλούδια τρέξουν να φάνε τους ανθρώπους?

-φούτου μούτου

22.12.16

ΟΡΕΙΝΟΣ


Ο αέρας έξω είναι πάντα παγωμένος, σιγά-σιγά συνηθίζω τα χοντρά ρούχα και το τζάκι. Οι νύχτες εδώ ανήκουνε στους λύκους και εγώ κλείνομαι σπίτι και απλά τους ακούω. Τα πρωινά πάω στις μέλισσες, κόβω ξύλα και τσάι, χτίζω το αποθηκάκι της αυλής. Ένα βαρέλι κόκκινο κρασί και αλμυρό τυρί θα υπάρχουν πάντα στο σπίτι. Μέχρι Απρίλη κρατάνε τα χιόνια κι ακόμα και το καλοκαίρι θες μπουφάν. Εγώ προσπαθώ να μην φοράω· οι βοσκοί κοιμούνται με το κοντομάνικο και με μια κουβέρτα στην παράγκα. Ευρυτανία, εδώ που δεν πατήσανε ούτε Τούρκοι, ούτε Γερμανοί, ούτε χουντικοί· τα ανταρτοχώρια, σκληρά κι ελεύθερα. Οι ανάσες είναι πάντα παγωμένες, τα βουνά ψηλά και απότομα, το έδαφος άγονο, πέτρινο. Εδώ πάνω δεν υπάρχουν ούτε πολιτικοί, ούτε νόμοι, ούτε ιδεολογίες. Υπάρχουν άνθρωποι που παλεύουν να τα καταφέρουνε. Κι όσο χρόνο τους απομένει, τον έχουν για να κοιτάνε τις πλαγιές, μήπως έρχεται κανείς, φίλος ή εχθρός. Όμως δεν έρχεται ποτέ κανείς. Για παρέα εδώ θα 'χεις τις καταιγίδες, το χώμα και ίσως κάποιο άγριο σκυλί. Αλλάζουν οι καιροί. Και 'γω, που κάποτε κολύμπαγα βαθιά μέσα στα πέλαγα, σκαρφάλωσα εδώ πάνω, να φυλάξω τις τελευταίες μας γωνιές.

-C. Lupus

17.6.16

καρπούζι


Ζέστες καυτές
ξυπόλυτα πόδια
αλμυρισμένα σεντόνια
ιδρωμένα μεσημέρια
παγωμένα νερά.

Γαλάζιες χάντρες και γαλάζιες θάλασσες, κόκκινα μάγουλα και κόκκινοι ουρανοί.

Το πρώτο απόγευμα στο πλοίο
τα τραγούδια κάθε νύχτα
οι Ιταλοί από πέρσι που 'ναι ακόμα εδώ.

Κι όλοι μαζί, καθισμένοι σε κάποιο πεζούλι, βουτάμε τις μούρες μας σε ένα τεράστιο καρπούζι και φτύνουμε τα κουκούτσια στα μούτρα του χειμώνα.

Κάθε Ιούνιο γεννιούνται χίλοι κόσμοι.

-C. Lupus

30.10.15

δημοτικό


(guest από Στέλλα)

Το η το ήτα. Το μεγάλο μοιάζει με σκαλίτσα μ' ένα μόνο σκαλοπατάκι. Το μικρό με μια σκυφτή γιαγιούλα που κρατάει μαγκούρα. Το πρωί κάνουμε προσευχή. Το σταυρό μας τον κάνουμε με τρία δαχτυλάκια, με το δεξί χεράκι. Πάντα διαλέγουμε το δεξί. Την Παρασκευή μετά την προσευχή λέμε τον Εθνικό Ύμνο και υψώνουμε τη σημαία. Τα αγόρια την υψώνουν, η σημαία δεν είναι για κοριτσίστικα χέρια. Τα κορίτσια είναι καλά στις χειροτεχνίες, τα αγόρια όχι. Αγόρια ατσίδες, κορίτσια κατσαρίδες. Καθρεφτάκι. Όποιος το λέει είναι. Όποιος λέει ψέματα πέφτει μες τα αίματα. Όποιος λέει αλήθεια έχει το Θεό βοήθεια. Τα φωνήεντα είναι εφτά και φωνάζουν δυνατά. Αν ρίξεις καμιά ξυλιά, θα τις φας από τη δασκάλα. Αν ρίξει ξυλιά η δασκάλα, εντάξει. Αν ρίξεις ξυλιά στη δασκάλα, σε δέρνουν δασκάλα, διευθύντρια και γονείς. Ότι η προπαραλήγουσα ποτέ δεν περισπάται. Εμείς και ο κόσμος. Πρώτα κοιτάζω αριστερά, μετά κοιτάζω δεξιά, βλέπω το δρόμο ελεύθερο, περνάω γρήγορα. Η μόνη φορά που διαλέγουμε πρώτα αριστερά. Τον τόνο τον γράφουμε από πάνω προς τα κάτω γιατί πρώτα τον βουτάμε στο φεγγαράκι. Αν σε λένε Αντωνίου, εντάξει. Αν σε λένε Χατζηθεοδώρου, εντάξει. Αν όμως σε λένε Πιπεράκη, ή Προσπαθόπουλο ή Τσιμπούκα (απ'την πέμπτη τάξη και μετά) έχεις πρόβλημα. Παλιά κοροιδεύανε και τους Ερμόλαους και τους Απόλλωνες. Τώρα είναι τόσοι πολλοί που δε βρίσκεται ένας Κώστας, ένας Νίκος, να φάμε γλυκό στις γιορτές. Δεν ξέρω πότε γιορτάζουν οι Μένιπποι. Την 28η γιορτάζουμε το ΟΧΙ και τους Γρεμανούς. Την 25η τον Κολοκοτρώνη και το Γέρο του Μοριά. Τη 17 Νοέμβρη δεν είναι κανονική γιορτή γιατί δεν κάνουμε παρέλαση. Γιορτάζουν τα τανκς. Των Τριών Ιεραρχών γιορτάζουμε ότι δεν έχουμε σχολείο. Πατατάκια και μπέικρολς στο διάλειμμα. Να πάρω ένα; Το κουδούνισμα για να βγούμε διάλειμμα και το κουδούνισμα για να μπούμε στις τάξεις δεν έρχεται απ'το ίδιο κουδούνι. Αν πάρεις μία πολύ καλή γόμα και προσπαθήσεις να φτιάξεις το μεγαλύτερο γομίδι στον κόσμο που θα μπει στο βιβλίο Γκίνες, η δασκάλα θα τσαντιστεί και θα το πετάξει. Στη βιολογία, όταν κάνουμε για το φυτικό κύτταρο, όλοι κοιτάνε πίσω πίσω στην Αναπαραγωγή. Τα βραχέα πάντοτε οξύνονται. Ποτέ μην αναβάλλεις για αύριο αυτό που μπορείς να κάνεις σήμερα. Των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν.
Εγώ έκανα τον τόνο από κάτω προς τα πάνω, και στο γυμνάσιο δεν έγινα απουσιολόγος.

-Στέλλα

31.8.15

νότος

31 Αυγούστου, χειρότερο και από Κυριακή. Πως πάει έτσι βιαστικά ο καιρός. Που φύγαν οι μέρες, στη Δονουσα, στην Κρήτη, το βράδυ στο Στρέφη, οι αποχαιρετισμοί στο Ηράκλειο, η ρακή στη Βάλια Κάλντα και τώρα, να, τέλος, στην άκρη της παραλίας, νύχτα αργά, στο Αγκίστρι, χρήματα δεν είχαν σωθεί, εδώ για λίγο, 8 ευρώ εισητήριο, να μείνουν μερικά, να υπάρχει έστω ελπίδα για τον Σεπτέμβρη.

Στεριά μικρή, βράχοι από πίσω, το φεγγάρι κρυμμένο, να κάτσω εδώ, μπα, όχι, καλύτερα εκεί, τι σημασία έχει, τελευταίο βράδυ, όπου κι αν κάτσω εγώ, το καλοκαίρι δε θα ξαποστάσει ακόμη λίγο, ο ήλιος θα βγει, μαύρη ανατολή, και θα βάλει τα σκούρα, εννιά μηνες, φύλλα πεσμένα και σκοτεινά απογεύματα.


Τσιγάρα άφιλτρα και κόκκινο κρασί, ήλιος κι αλμύρα, σμιγμένα κορμιά, να, αυτό ειν' το καλοκαίρι μας, πάρ' το, μη στέκεσαι, τα μάτια μας νερώσανε..




-C. Lupus

22.6.15

καταστρωμα




Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι.
Υπάρχουν πολλοί γλάροι.
Είναι εκείνοι που περνάνε όλη τους τη ζωή στον Πειραιά
και μόλις έρθει πλοίο, τρέχουν από πίσω και ζητιανεύουν φαί.
Άλλοι πετάνε, κανονικά.
Είναι και άνθρωποι που μόλις φτάνει το πλοίο στον Πειραιά και ξημερώνει
κάθονται στο κατάστρωμα και βλέπουν τηλεόραση
επαναλήψεις του '90 ή Παπαδάκη..

-cA.lu

2.5.15

το γεράκι


Ένα κομμάτι μου είναι ένα γεράκι. Ελεύθερο και ήρεμο, πετάει από πάνω μας. Ανάμεσα στα σύννεφα, μας παρακολουθεί σιωπηλά. Εμένα, εσένα, τα πάντα, την ίδια στιγμή. Από εκεί, βλέπει πράγματα που εγώ δεν μπορώ να δω, ξέρει πράγματα που δεν μπορώ να ξέρω. Αλλά δε θα με αφήσει να μάθω. Βλέπεις, περιμένει το επόμενο λάθος μου για να μου επιτεθεί ξανά με το γαμψό του ράμφος. Υπάρχει όμως κάτι που το γεράκι από εκεί ψηλά δεν μπορεί να διακρίνει.

Τα μάτια σου.

-ψ.ψ.

8.1.15

δυο χρόνια μετά


--το κείμενο το είχα γράψει πριν 1.5 χρόνο περίπου και τώρα απλά έκανα μερικές μικρο-αλλαγές.


("Ιστορικό" info: Τέτοια ώρα, πριν 2 χρόνια ακριβώς, εκείνοι που σκόπευαν να ανακαταλάβουν τη Villa Amalias έκαναν τις τελευταίες τους "προετοιμασίες". Η Villa Amalias ήταν κατηλειμμένη από το 1990 μέχρι και τα μέσα-τέλη Δεκεμβρίου του 2012, όπου και έγινε εισβολή της αστυνομιας. Οι καταληψίες είχαν μπει στο άδειο και σχεδόν εγκαταλελειμμένο μέχρι τότε κτήριο, οργανώνοντας διάφορες ομάδες και εκδηλώσεις, ανακαινίζοντάς το, ενώ αρκετοί είχαν εγκατασταθεί εκεί μόνιμα. Τα ξημερώματα της Τετάρτης 9.1.2013, 20 μέρες περίπου μετά την εισβολή της αστυνομίας, 93 άτομα ανακατέλαβαν το κτήριο "ξεγλιστρώντας" από τους αστυνομικούς που το φυλούσαν, γνωρίζοντας πως προφανώς και θα συλληφθούν. Το Σάββατο 12.1 στην πορεία που είχε κανονιστεί ως αλληλεγγύη στους συλληφθέντες και τις καταλήψεις γενικότερα, συμμετείχαν πάνω από 10.000 άνθρωποι, οι οποίοι κατέληξαν έξω από τα δικαστήρια, την ώρα που αφήνονταν ελεύθεροι οι συλληφθέντες της Τετάρτης. Η φωτογραφία είναι μέσα από την κλούβα, λίγο μετά την σύλληψη, και είναι η καλύτερη φωτογραφία εδώ και καιρό.)


Το είχαμε αποφασίσει από το προηγούμενο απόγευμα.
Το βράδυ δεν κοιμήθηκα καθόλου.
Από τη μία ανυπομονούσα να έρθει το πρωί.
Από την άλλη σκεφτόμουν όλα όσα είχα ζήσει στη Villa.
Δεν μπορούσα να κοιμηθώ με τίποτα.
Κατά τις πέντε έφυγα και πήγα σπίτι της.
Θα πηγαίναμε μαζί το πρωί.
Άνοιξα με τα κλειδιά μου να μην την ξυπνήσω.
Ξάπλωσα δίπλα της.
την αγκάλιασα, τη φίλησα απαλά μην την ξυπνήσω αλλά και πάλι δεν μπορούσα να κοιμηθώ.
Θυμόμουν όσα είχαμε ζήσει στη Villa.
Εκεί τη γνώρισα.
Και το πρωί θα πηγαίναμε να την πάρουμε πίσω.
20 μέρες στα χέρια τους, δε γινόταν άλλο.
Το ήξερα ότι θα με έπιαναν.
Δε με πείραζε.
Ήταν 20 μέρες στα χέρια τους.
Δε γινόταν άλλο.
Δε σκεφτόμουν τη σύλληψη, την κράτηση, την ποινή.
Το μόνο που σκεφτόμουν, είναι αυτό που σκέφτηκα όταν με πιάσανε την πρώτη φορά.
Ότι κάποια στιγμή θα ξαναμπώ.
Αγνοώντας κάθε κόστος.
Κάποια στιγμή θα ξαναέμπαινα.
Και ξαναμπήκα.
Και ήταν και η A. μαζί μου.
Και άλλοι 91.
Θα υποτιμίσω τα συναισθήματά μου αν προσπαθήσω να τα γράψω στο χαρτί.
Τα συναισθήματά μου όταν πρωτοανοίξαμε την πόρτα.
Όταν ανεβήκαμε στην ταράτσα και ανοίξαμε το πανό.
Όταν έκανα την πρώτη μου βόλτα μετά από 20 μέρες στη Villa.
Και μετά μπήκαν αυτοί.
Το ξέραμε.
Το περιμέναμε.
Μας συνέλαβαν όλους.
Ποσώς μας ενδιέφερε.
Βγήκαμε έξω φωνάζοντας δυνατά και υψώνοντας τις γροθιές μας.
Το ένα μου χέρι κρατούσε το δικό της και το άλλο ήταν υψωμένο.
Νομίζω πως αυτή είναι η καλύτερη δυνατή χρήση των χεριών.
Στις κλούβες συνεχίζαμε να φωνάζουμε.
Και σιγά σιγά μαζεύτηκε κόσμος απ’ έξω.
Άρχισαν να φωνάζουν και αυτοί.
Φτάσαμε στη ΓΑΔΑ.
Μας χώρισαν άντρες από γυναίκες.
Μας χώρισαν.
Την ξαναείδα μετά από 3 μέρες στον ανακριτή.
Αυτή ήταν απέξω.
Την είχαν αφήσει ελεύθερη.
Εγώ τότε έμπαινα.
Πήγα να την αγκαλιάσω, αλλά με κράτησαν.
Μου χαμογέλασε.
Απ’ τα καλύτερα χαμόγελα που έχω δει.
Μπαίνω στον ανακριτή.
Μετά από λίγη ώρα, είμαι και εγώ ελεύθερος.
Ανοίγω την πόρτα των δικαστηρίων.
Αντικρίζω πολλές χιλιάδες κόσμου να τραντάζουν την περιοχή με τις φωνές τους.
Δακρύζω.
Την βλέπω λίγο πιο πέρα.
Ορμάω πάνω της.
Οι γλώσσες μας μπλέκονται.
Ξανακοιτάω στον κόσμο.
Είναι μέχρι όσο φτάνει το μάτι μου.
Δεν έχω ξανανιώσει έτσι.
Αρχίζω και εγώ να φωνάζω μαζί τους.
Την ξαναφιλάω.
Μένουμε εκεί για πολλές ώρες.
Μέχρι να απελευθερωθούν όλοι.
Αργά το βράδυ, γυρνάω σπίτι μου.
Προσπαθώ να συνειδητοποιήσω τα όσα είχα ζήσει.
Δεν μπορώ.
Πλημμυρίζω από συναισθήματα.
Χιλιάδες συναισθήματα.
Πάνω απ’ όλα όμως, ένα τεράστιο Σ’ ΑΓΑΠΩ.
Σ’ ΑΓΑΠΩ ελευθερία.
Σ’ ΑΓΑΠΩ A.
Σ’ ΑΓΑΠΩ σύντροφε.
Σ’ ΑΓΑΠΩ.
Είμαι πολύ κουρασμένος.
Ξαπλώνω και προσπαθώ να κοιμηθώ.
Μάταια.
Ξανασηκώνομαι.
Ανοίγω την τσάντα, παίρνω το μαύρο σπρέι, βγαίνω έξω και γεμίζω τους τοίχους:

ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΤΕΡΟ ΑΠ’ ΟΛΑ ΤΑ ΚΕΛΙΑ.

-Canis Lupus 

Για τέλος, τέσσερις φωτογραφίες από το '91, μέσα από την κατάληψη:






5.12.14

Ή με τον έρωτα ή με τη μιζέρια.





Φίλε! Εγώ σε έχω καταλάβει καλύτερα απ' ότι εσύ. Εσύ νομίζεις ότι είσαι ευτυχισμένος, ότι αγαπάς, ότι ζεις. Λυπάμαι, αλλά όλα σταμάτησαν τότε που δέχθηκες να δουλεύεις υπερωρίες για να αγοράσεις εκείνο το πανάκριβο ρολόι.. Ενώ για μένα, όλα ξεκίνησαν από τότε που παραιτήθηκα επειδή έδιωξαν την Α. . Τη θυμάσαι την Α. ε; Που της είπε το αφεντικό πως θα της δώσει καλύτερη θέση, αρκεί να "περνάει καλά μαζί της" κάθε 1-2 βδομάδες. Αυτή αρνήθηκε όμως. Θυμάσαι και που μου έλεγες "Έλα ρε τι σε νοιάζει για την πουτάνα; Έτσι κι αλλιώς, πουτάνες είναι όλες. Γάμα τες και μην ασχολείσαι", όταν τσακώθηκα με το αφεντικό που την έδιωξε; Πάντως, θα έφευγε και από μόνη της, μου το είχε πει. Αλλά ήθελα να τον βρίσω. Έτσι για την αξιοπρέπεια... Εσύ θυμάμαι κοίταγες να μην κάνεις εχθρούς. "Να τα 'χεις με όλους καλά". Μόνο που δε σου 'μεινε και χρόνος να κάνεις φίλους. Αφού σου λέω ρε, σε ξέρω μια χαρά, καλύτερα απ' ότι εσύ. Βασικά, και 'συ σε ξέρεις, αλλά προσπαθείς να νομίζεις άλλα.

Εμένα όμως ρε φίλε, δε με ξέρεις καθόλου! Βλέπεις τους φίλους μου που έχουν περίεργα κουρέματα και σου τη σπάει. Βλέπεις τις φίλες μου να μη σου βγάζουν τα βυζιά τους και τσαντίζεσαι. Είδες, οι φίλες μου δεν είναι μόνο βυζιά! Ψάχνεις αφορμές να με βγάλεις στο περιθώρειο, να με βάλεις σε "κατώτερη" κατηγορία από σένα. Ντάξει, στις δίνω και εγώ. Λέω για αλληλεγγύη, για αυτοοργάνωση, για ελευθερία, για αξιοπρέπεια. Που να τα καταλάβεις εσύ αυτά. Ε, με στέλνεις στο περιθώρειο και τελειώσαμε. Σε μία τέτοια κοινωνία, εγώ έτσι κι αλλιώς από μόνος μου πάω στο "περιθώρειο". Μόνο που το "περιθώρειο" ρε φίλε, είναι καλύτερο και "ανώτερο" από σένα. Γιατί, κοίτα, εγώ ζω κάποια πράγματα, γίνονται διάφορες διαδικασίες στο μυαλό μου, τα σκέφτομαι και καταλήγω να μετατρέπω τη σκέψη μου σε κείμενο. Με βλέπεις; Γραφω! Εσύ τι κάνεις γαμώ;; Χωρίζεις χαρτιά σε στοίβες, κάνεις πράξεις με το κομπιουτεράκι, συμπληρώνεις τιμολόγια και όλο τέτοια. Τα μισά από αυτά που κάνεις τα κάνει και ένα απλό ρομπότ. Αυτό που κάνω εγώ τώρα όμως, κανένα ρομπότ δεν το μπορεί! Και μη μου πεις ότι κάνεις κάτι χρήσιμο για την κοινωνία. Η δικιά σου κοινωνία χρειάζεται τις μαλακίες που κάνεις, η δικιά μου όχι. Εγώ αυτά που είναι χρήσιμα για τη δικιά μου κοινωνία τα κάνω μια χαρά. Πλένω και τα ρούχα μου στο χέρι. Α! Και κάτι τελευταίο. Την Α. τη θυμάσαι ε; Ναι αυτή. Την παντρεύτηκα πριν λίγο καιρό...

Υ.Γ.: Παρ΄όλο που το κείμενο δεν είχε να κάνει με την υπόθεση του Ν. Ρωμανού μιας και είχε γραφτεί πριν πάρει τόση έκταση, τώρα τυχαίνει να έχει κάποια σχέση. Οπότε, να πω και 2 λόγια για τη φάση. Λοιπόν. Το θέμα δεν είναι ο Ρωμανός να πάρει τις άδειες για να πάει να αποκτήσει τις γνώσεις του ΤΕΙ. Έτσι κι αλλιώς, αυτό το διευκρινίζει με απόλυτη σαφήνεια και στο πρώτο του κείμενο. Το θέμα λοιπόν για αυτόν είναι, μέσω αυτών των συχνών αδειών, να κερδίσει "ανάσες ελευθερίας", γιατί όπως και να το κάνουμε, μπροστά στη φυλακή το ΤΕΙ είναι παράδεισος! Και γι' αυτό, "εκμεταλλεύται" τους νόμους, οι οποίοι του δινουν το δικαίωμα αυτό. Πλέον όμως, με βάση τη στάση που έχει κρατηθεί εναντίον του, το θέμα δεν περιορίζεται καν εκεί. Άμα το πάμε λίγο παραπέρα, δεδομένης της απόλυτα αυστηρής και εκδικητικής στάσης που κρατάει το κράτος απέναντί σε όσους "δεν υπακούν", το θέμα πια είναι ένα: Ή ανυπότακτοι και ελεύθεροι ή δούλοι και βολεμένοι. Ή με τον έρωτα ή με τη μιζέρια. Ξεκάθαρα.

-Canis Lupus

3.12.14

του καπηλειού τα παραμύθια


(Κάποιες φορές, η σχέση σου με ένα τραγούδι, έναν καλλιτέχνη ή ένα συγκρότημα ξεπερνάει αυτήν του απλού ακροατή. Γίνεται ένας δημιουργικός διάλογος, μια ανεξάντλητη ανταλλαγή σκέψεων και συναισθημάτων, που έχει τη δύναμη να σε αλλάξει. Το παρακάτω κείμενο είναι ό,τι ίσως θα έλεγαν τα τραγούδια των Χαΐνηδων αν, ως άνθρωπος, μας μιλούσαν προσωπικά.
Και έχει κατά προτίμηση μια μουσική υπόκρουση σαν κι αυτήν)

Ήτανε όμορφο, θαρρώ, εκείνον τον παλιό καιρό το καπηλειό μου. Όχι μόνο για τα αμέτρητα τραγούδια που τραγουδήθηκαν, τις μουσικές που χορεύτηκαν και τα γλυκά μεθύσια που τις συντρόφευσαν. Ήτανε όμορφο για τις ιστορίες που ακούστηκαν και τις ζωές που διασταυρώθηκαν μέσα σε αυτό. Γιατί η γεύση της τσικουδιάς έχει στην καρδιά μου τη συντροφιά ονείρων, καημών και των γιαλών μιας ζωής. Και, σαν το νερό που πέφτει πάνω στης καρδιάς τον τοίχο, η θύμηση του καπηλειού μου ξεθάβει, θαρρείς, απ' τον ασβέστη τον παλιό καιρό.

Ο Βαρδής να μεταμφιέζει σε νότες του λαούτου κάθε μυστήριο του κόσμου που μπορείς να γνωρίσεις σε μια ζωή. Ο Σταύρος, καθισμένος στη συνήθη γωνιά του να τραγουδά μεθυσμένος τον πόνο που του προκάλεσαν δύο χείλια βυσσινιά. Ο Μύρος να χορεύει, δίνοντας στις κινήσεις του ένα πάθος ίδιο με αυτό του κύματος που μια ζωή τώρα τον ταρακουνούσε.

Ο μπαρμπα-Στελλής να μιλά με τις ώρες για κάποιον μικρό Σαρακινό κουρσάρο, που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την αγαπημένη του για ένα από τα ταξίδια του και έκτοτε δεν την ξαναείδε ποτέ. Και κάπου προς το τέλος της ιστορίας να ξεφεύγει ένα δάκρυ πάνω στο ρυτιδιασμένο του μάγουλο -άμμος, λέει, του έμπαινε στο μάτι.

Η αγαπητή μας παχουλή κυρία, το όνομα της οποίας ποτέ δε μάθαμε, να μαρτυρά τις πίκρες της με τον δικό της τρόπο: με τα αξέχαστα φαγητά της. Συνήθως, τα έφτιαχνε μόνο για τον εαυτό της -κι είναι κρίμα, τέτοια αγάπη για τη μαγειρική δεν ξαναβρίσκεις εύκολα- μα υπήρξαν φορές που δέχτηκε να μας μαγειρέψει κάποιες από τις νοστιμιές της στο καπηλειό. Οι γεύσεις της είχαν κάτι τόσο ιδιαίτερο, τόσο προσωπικό, που σχεδόν σε ταξίδευαν, λέγοντας η καθεμιά τη δική της ιστορία. Κάποτε ακούστηκε μεταξύ μας (σαν αστείο, ίσως) πως την τόσο μαγική αυτή αυτή γεύση στα φαγητά της μοναχικής κυρίας την έδιναν τα δάκρυά της, όταν έπεφταν στην κατσαρόλα καθώς μαγείρευε.

Θυμάμαι και την περίεργη ιστορία κάποιου, ο οποίος τα έπινε γιατί ήταν, λέει, παράφορα ερωτευμένος με μια νεράιδα. Την είχε δει λέει στον ύπνο του, αλλά μόλις ξύπνησε τη βρήκε ξαπλωμένη στο πλευρό του. Ποτέ δεν τον πιστέψαμε φυσικά, ωστόσο τα δάκρυα στα μάτια του ήταν πέρα για πέρα αληθινά.

Τόσες και τόσες ιστορίες έχουν ακουστεί, τόσες και τόσες μουσικές έχουν πλημμυρίσει το μικρό μου καπηλειό. Tόσες αλήθειες έχουν εκφραστεί μέσα από αυτές -για τις τίγρεις που έχουμε όλοι μέσα μας, για το τι είναι στ` αλήθεια ο Θεός (κερήθρα μέλι ή αστροπελέκι;), για την αγάπη, που ίσως να ‘ναι γράμματα ψιλά για όσους μάθανε στου κόσμου τα καλά κι ο πόνος τους τρομάζει. Για την ελευθερία, την οποία αν δε γνωρίσουμε, ας μας δώσουν μετά το θάνατό μας να μας φάνε τα όρνια -ίσως αυτά πάρουν τουλάχιστον τα σπλάχνα μας και πετάξουν για λίγο στον ουρανό.  Για τον έρωτα, αυτόν τον πόλεμο και τον χορό και την παραζάλη, στον οποίο δίνουμε την απόλυτη ελευθερία να επιτεθεί, σαν ταύρος, στο λευκό μας πουκάμισο και να του αφήσει όλους τους ανεξίτηλους λεκέδες του. Που κρατά το ίδιο σπαθί με το θάνατο -κι οι δύο με τρόπο ξαφνικό και ύπουλο χτυπούνε. Τόσα και τόσα τραγούδια έχουν μιλήσει στις καρδιές μας, από εκείνα που μια κατάρα τα κρατά να ταξιδεύουν ζωντανά σ’ όλες τις εποχές, και στόματα πικραμένα σαν κι αυτά που μεθούσαν στο καπηλειό συνέχιζαν να τα σιγοτραγουδούν,  να τα χορεύουν και να δακρύζουν με αυτά.

Και κάθε φορά αισθανόμουν όπως όταν ήμουν μικρός, τότε που η γιαγιά μου με ταξίδευε με τα δικά της παραμύθια -για μαγικά, για έρωτες, για φονικά μεγάλα- κι ο νους μου επέστρεφε στους μαγικούς τους κόσμους με το που έκλεινα τα μάτια μου.

Κι εγώ; Ποια είναι η δική μου ιστορία;  Δύσκολο να πεις. Δεν είμαι σίγουρος πώς να την ξεχωρίσω από όλες τις υπόλοιπες. Εγώ συνήθως μιλούσα για κάποιον ακροβάτη, που πάντα με εντυπωσίαζε το πώς κρατούσε την ισορροπία του πάνω στο σκοινί, χωρίς ούτε στιγμή να αισθανθεί ζαλάδα κοιτώντας την απόσταση που τον χωρίζει από το έδαφος. Και πώς, ακόμα κι αν έπεφτε, ποτέ δεν έκλαιγε. Μόνο γελούσε. Ίσως δεν θεωρούσε το να πέσεις αποτυχία. Αντιθέτως, ίσως να πίστευε πως σε φέρνει ένα βήμα πιο κοντά στη φορά που θα τα καταφέρεις.

Επίσης, έκανα λόγο και για ένα πουλί, το οποίο προσπαθούσε με όλες του τις δυνάμεις να πετάξει μέχρι τον προορισμό του, παρόλο που το ένα του φτερό ήταν πληγωμένο και παρόλο που ο καιρός έκανε την πτήση οποιουδήποτε πτηνού τόσο δύσκολη, ώστε όλα τα υπόλοιπα το είχαν βάλει κάτω. Κι όμως, εκείνο δεν τα παρατούσε. Συνέχιζε. Ίσως να μην το τρόμαζε το να μείνει μόνο του σε αυτήν την προσπάθεια, αλλά να το έβλεπε τελικά ως τιμή του.

Πάνε όμως οι μήνες, πάνε και τα χρόνια. Σήμερα, το καπηλειό μου είναι ερειπωμένο.

Η ζωή μου, ένα αστέρι το πρωί, που τρεμοσβήνει.

Νυχτώνει. Και δε θα με ένοιαζε, αρκεί να είχαμε χαρεί στ’ αλήθεια το φως της ημέρας.  “Να ζήσεις μόνο μιαν αυγή, τόση ζωή σε φτάνει. Ρόδο που ανθεί πολύ καιρό, τη μυρωδιά του χάνει” λέει μια παραδοσιακή μαντινάδα.

Σήμερα έμαθα πως η ιστορία του μικρού Σαρακινού κουρσάρου έκανε τον μπαρμπα-Στελλή να δακρύζει όχι γιατί του έμπαινε άμμος στα βλέφαρα, αλλά γιατί μίλαγε στην πραγματικότητα για τη δική του ζωή.

Σήμερα έμαθα πως η αγαπητή μας παχουλή κυρία, της οποίας το όνομα ποτέ δε μάθαμε, έχει πεθάνει εδώ και μερικά χρόνια. Έπιασε, λέει, φωτιά καθώς μαγείρευε. Κι ήταν τόσο μοναχική, που το φευγιό της δεν έκανε κανένα δάκρυ να κυλίσει σε κανενός το μάγουλο. Κι όμως, όλοι όσοι την είχαν γνωρίσει έχουν να θυμούνται κάποια στιγμή, μικρή στιγμή -όπως το να δοκιμάζεις μια μπουκιά από ένα νόστιμο φαγητό - που έμεινε μεγάλη στη μνήμη τους χάρη στην καλοσύνη και την αγάπη αυτής της κυρίας.

Σήμερα έχω μάθει πως νεράιδες υπάρχουν, εφόσον πιστεύεις σε αυτές.

Σήμερα ξέρω πως κι εγώ ακροβατώ. Και πως, αν κοιτάξω κάτω, ζαλίζομαι.

Ξέρω πως στο φτερό μου έχω κι εγώ αίμα. Και πως το να μείνω μόνος μου, με τον καιρό να ‘ναι κόντρα, με τρομάζει.

Σήμερα όμως δε λέω μόνο ιστορίες άλλων. Δε μιλάω μόνο για ακροβάτες και πουλιά. Δεν είμαι πια γελαστός λέγοντας θλιμμένα τραγούδια.

Σήμερα μιλάω για μένα. Και ζητάω με όλη μου την καρδιά το θάρρος να μη με τρομοκρατεί η απόστασή μου από το έδαφος και τη δύναμη να βλέπω ως τιμή μου τη μοναχική μου πτήση ενάντια στις δοκιμασίες του καιρού.  

Τη δύναμη να αφήσω πίσω τα παραμύθια της γιαγιάς. Να κάνω, επιτέλους, τον κόσμο παραμύθι.

Κι ίσως η κατάρα κάνει και το δικό μου τραγούδι να ταξιδέψει στις εποχές και να θυμίσει σε μερικά ακόμη πικραμένα στόματα τα δικά τους ερειπωμένα καπηλειά.

-ψ.ψ.

Υ.Γ.: Το κείμενο αποτελεί μέρος του διπλού αφιερώματός μας στους Χαΐνηδες. Το δεύτερο μέρος, "Θλιμμένα τραγούδια (και γελαστοί ανθρώποι)", εδώ.

26.11.14

μπεz _______ (freestyle..)




Σήμερα πρέπει να γράψω. 
Το νιώθω, βγαίνει από μέσα. 
Αλλά για τί να γράψω, γιατί να γράψω; 
Να βγάλω αυτά που νιώθω;
Έχει νόημα;
Ή να γράψω έτσι για τη φάση; 
"Τέχνη για την τέχνη" και ξερωγώ.
Πω, δεν ξέρω, πραγματικά..
Όλο γράφω και μετά σβήνω.
Τέλος πάντων........
Ωραία, θα γράψω κάτι, αλλά freestyle.
Ό,τι γράφεται μένει. Βόμβες πρόχειρης τέχνης να σκάνε στην καθημερινότητα, να χαλάνε το μπεζ που την έχει πλημμυρίσει.Της ρίχνουμε κόκκινες μπογιές. Μία πιτσιλιά αρκεί για να χαλάσει το απόλυτο μπεζ. Εξάλλου και ανάμεσα στους ανθρώπους -που είναι σχεδόν όλοι μπεζ- ελάχιστες χρωματιστές πιστιλιές θα βρεις. Ακόμα και 1 να υπάρχει όμως, αξίζει τόσο πολύ! Σκέψου, το απόλυτο μπεζ είναι ο τρόμος. Δεν έχεις ούτε μία ελπίδα.

Μην ασχολείσαι, ό,τι να' ναι γράφω. Freestyle είπαμε.

Μία πιστιλιά χαλάει το μπεζ, ένα φιλί, ένα καλό φιλί, ανατρέπει τον καπιταλισμό ολόκληρο. Δεν γίνεται να λειτουργήσει ο καπιταλισμός στους ερωτευμένους. Το πρόβλημα είναι ότι άμα είσαι μπεζ, ούτε και που θέλεις να ερωτευτείς. Είναι και λίγο δύσκολο, οπότε -----> δε βαριέσαι; Υπάρχουν και τα μπουρδέλα. Και για τα παιδιά Barbie και Playstation. (άμα του πάρω το 4 θα με λατρέψει). Βγαίνει σε μπεζ άραγε; Δεν μπορεί, θα βγαίνει. Όλα σε μπεζ τα 'χω, με φοβίζει το χρώμα. Άσε, άσε καλύτερα μπεζ να έχουμε και την ησυχία μας. Και το καλοκαίρι 15 μέρες στις Κυκλάδες. Μη νομίζει και ο μαλάκας ο από κάτω ότι είμαστε και δυστυχισμένοι...

-Canis Lupus

5.11.14

στο βουνό


Γιατί ρε φίλε, εμείς όποτε θέλουμε, φοράμε τα μποτάκια μας, παίρνουμε τη σκηνή μας και ένα σλίτζι και φεύγουμε για το βουνό.

Τα club σας, τα mall σας, τα υπερσύγχρονα γήπεδα και οι ουρανοξίστες σας, φαντάζουν -από εκεί ψηλά- τόσο πολύ μικρά, όσο οι ψυχές όλων σας που κάθεστε και σπαταλάτε τη ζωή σας σε αυτά.

Και στο βουνό, ξέρετε, δεν έχει καν φώτα να μας κρύβουν τα αστέρια.

Τα κοιτάμε και σκεφτόμαστε πόσο μικρούληδες είμαστε, πως και μόνο που γεννηθήκαμε και κάθε μέρα είναι δική μας, είναι σα να γράφουμε ένα παραμύθι και ταυτόχρονα να είμαστε οι ήρωές του.

Καταλαβαίνουμε κιόλας πόσο γελοία είναι πράγματα όπως πχ οι λογιστές, οι επαγγελματίες πολιτικοί ή οι σιδερογροθιές.

Δεν ασχολούμαστε με αυτά, εμείς συχνάζουμε σε τρένα, σε σπίτια φίλων, σε αυτοσχέδια ατελιέ και studio.

Είμαστε γλάροι, αλλά όταν χρειαστεί γινόμαστε λύκοι.


-Canis Lupus.