Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άλλοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άλλοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

25.7.17

deep blue

Καλοκαίρι 2016, χαμένη σε ένα νησί της Ελλάδας μακριά από την Αθήνα-Μπλε- Ξυπνάω αφυδατωμένη. Τα μάτια μου καλά-καλά δεν έχουν ανοίξει μα η επιθυμία μου για νερό με οδηγεί έξω από τη σκηνή. Οι άλλοι κοιμούνται του καλού καιρού. Αυτή είναι η αγαπημένη μου ώρα να επισκέπτομαι τη θάλασσα, όταν είμαι μόνη μου. Κοντά στο σημείο που έχουμε στήσει έχει μια πηγή από όπου ρέει νερό δροσερό και πεντακάθαρο-καμία σχέση με το νερό που έχουμε συνηθίσει να πίνουμε. Κάθε πρωί που πίνω νερό, νιώθω σαν να ξαναγεννιέμαι.

Ξεδιψασμένη πια, κατευθύνομαι προς τη θάλασσα. Τα γυμνά μου πόδια τσουρουφλίζονται στην καυτή άμμο κι επιταχύνουν τη διαδρομή μου. Σκάει το παγωμένο νερό του πρωινού στα ακροδάχτυλα των ποδιών μου και τώρα ξυπνάω στ' αλήθεια. Βγάζω τα ρούχα μου και τρέχω μέσα γυμνή. Το νερό είναι πεντακάθαρο, παγωμένο, ήρεμο και μπλε. Βυθίζομαι μέσα του και κολυμπάω στα ανοιχτά. Νιώθω το νερό να με καθαρίζει από όλη τη βρωμιά της χρονιάς που πέρασε. Κολυμπάω όσο πιο βαθιά μπορώ. Τόσο βαθιά που με δυσκολία μπορώ να διακρίνω τις σκηνές μας στην παραλία. Τότε είναι που αφήνομαι εντελώς. Αφήνω το σώμα μου ελεύθερο. Ξαπλώνω ανάσκελα ρίχνοντας κρυφές ματιές στον ήλιο κι επιπλέω. Αφήνω τα μικρά κυμματάκια της θάλασσας να με μετακινούν ελαφρώς από το ένα σημείο στο άλλο. Με πλένουν, με ηρεμούν, με ταξιδεύουν. Αφήνομαι.

Εκεί στα βαθιά αφήνω τις σκέψεις που με έχουν κατά καιρούς βασανίσει να φύγουν μακριά. Το σώμα μου, η ψυχή κι ο νους μου απελευθερώνονται. Όλη μου η ύπαρξη ξάφνου ταυτίζεται με το βαθύ μπλε της θάλασσας, λησμονεί πρόσκαιρα την ανθρώπινη υπόσταση της και την περιφρονεί. Κάποιες τέτοιες στιγμές, κάθομαι και σκέφτομαι τι σκατά έχω κάνει στη ζωή μου κι ειλικρινά απορώ. Εγώ ήμουν ή μήπως κάποιος άλλος που τα έκανε όλα αυτά; Έδωσα εγώ φέτος Πανελλήνιες; Και τέτοια. Και πραγματικά δεν είμαι απόλυτα σίγουρη διότι εκείνη τη στιγμή όλες οι λεπτομέρειες που διέπουν και καθορίζουν τον ανθρώπινο βίο γίνονται σταγόνες νερού μιας απέραντης μπλε θάλασσας.

Να την πάλι αυτήν τη σκέψη. Από ώρα σε ώρα νιώθω ότι θα χτυπήσει το ξυπνητήρι μου, θα είναι 7 η ώρα το πρωί και θα πρέπει να ετοιμαστώ για το σχολείο. Να τρέξω αγουροξυπνημένη προς το ψυχρό προαύλιο, να χάνω την ώρα μου σε κενές αίθουσες διδασκαλίας περιμένοντας να μεταβώ στις άλλες, του φροντιστηρίου. Θα χρωστάω μία έκθεση εδώ και δύο εβδομάδες και δεν θα προλάβω να την γράψω από τις 2 που σχολάω μέχρι τις 4 που έχω μάθημα. Οπότε ας την γράψω στο σχολείο! Άλλωστε, τι καλύτερο έχω να κάνω τις ώρες που έχουμε μαθήματα γενικής;

"Ξύπνα!" σκέφτομαι και ξανασκέφτομαι. Η Τρίτη Λυκείου τελείωσε, οι Πανελλήνιες πέρασαν, τα αποτελέσματα βγήκαν, όλα τελείωσαν. Τόσο απλά. Ξανά αφήνω το νερό να με χτυπήσει στα μούτρα μπας και συνέλθω. Χα! Και τώρα μου σκάει στο νου η εξής ιστορία.

17 Απριλίου. 29 μέρες πριν αρχίσουν οι Πανελλήνιες. Μετρούσα τότε τις μέρες και τις ώρες, βλέπεις. Διαγώνισμα στην Έκθεση, το τελευταίο ήταν κιόλας, νομίζω. Είχαμε μπουχτίσει στα κωλοδιαγωνίσματα κάθε Κυριακή. Θα μου πεις, έτσι δεν είναι η Τρίτη Λυκείου; Τέλος πάντων, ναι. Καμία όρεξη δεν έχω πάλι να γράφω μαλακίες για την έξαρση της νεανικής παραβατικότητας -γιατί άραγε;- ή για την έλλειψη ανθρωπιστικής παιδείας -σχήμα οξύμωρο.Σκάω καθυστερημένη κλασικά κι άπειρα ξενερωμένη. Η ημέρα είναι πανέμορφη. Έχει έρθει η άνοιξη για τα καλά. Στο δρόμο για το φροντιστήριο παρατηρώ τα λουλούδια που έχουν ανθίσει, ακούω τα πουλιά να κελαηδούν και ξάφνου μυρίζω παντού άνοιξη. Δίχως να το πολυκαταλάβω, αρχίζω το τραγούδι. "Θα'ρθει μια μέρα που θα αφήσω αυτόν το φόβο πίσω μου, θα γίνει δέντρο και θα παίζουν από κάτω τα παιδιά." Κάποιοι με κοιτούν περίεργα, άλλοι χαμογελούν και παίρνουν δύναμη από το τραγούδι μου.

Φτάνω λοιπόν με μία κλεμμένη από την απογοήτευση όρεξη στο φροντιστήριο και ξαπλώνω στον καναπέ της εισόδου. Παρατηρώ ότι λείπουν τα μισά άτομα. Θα διαβάζουν ίσως. Πόσο πια; Ποιος ξέρει; Μέχρι κι η γραμματέας έχει βαρεθεί να μας βλέπει. Περιμένουμε μάταια μπας και φανεί κάποιος άλλος, αλλά τίποτα. Έτοιμη ήμουν να με πάρει ο ύπνος περιμένοντας. Μην τα πολυλογώ, μας μοιράζονται εν τέλει τα διαγωνίσματα. Το θέμα λοιπόν δεν ήταν ούτε ανθρωπισμός ούτε αποκλίνουσα συμπεριφορά και τα σχετικά. Ήταν η φιλία. Ε όχι σκέφτομαι. Δεν θα μας κλέψουν μέχρι κι αυτό για να το κάνουν συστημική γνώση. Δεν είχα που δεν είχα καθόλου όρεξη εκείνη την ημέρα, αυτό με αποτέλειωσε. Σηκώνομαι λοιπόν,  λέω "δε νιώθω καλά" και την κάνω. Για πού όμως;

Ο καιρός έχει φτάσει, σκέφτομαι. Ο ουρανός είναι πεντακάθαρος, ο ήλιος άρχισε να σιγοκαίει, το καλοκαίρι πλησιάζει κι η θάλασσα μας περιμένει. Τρελή ιδέα θα μου πεις μα γιατί όχι; Και στο κάτω κάτω, ό,τι θέλω εγώ θα κάνω. Παίρνω λοιπόν τη Νέλλη τηλέφωνο η οποία πρέπει να μην είχε ξεμεθύσει ακόμα από την προηγούμενη νύχτα. "Θάλασσα; Εσύ είσαι η θάλασσα, ρε μαλάκα!" Αυτό μου είπε. Ο άλλος έδινε Ιστορία, η άλλη υστερικά μου υπενθύμισε ότι δίνουμε σε λιγότερο από μήνα. Τελικά μόνο η Αλίκη μου φάνηκε κάπως θετική.

Τρέχω λοιπόν στο σπίτι μου, παίρνω την κιθάρα, λέω "Πάω στης Νέλλης για διάβασμα. Θα αργήσω!" Παίρνω και μια εξάδα μπύρες, παίρνω και το λεωφορείο για να συναντήσω την Αλίκη.

"Που σου ήρθε;" μου λέει.

"Δεν ξέρω πώς μου έσκασε. Ξέρεις τώρα τη σχέση μου με τη θάλασσα." της απαντάω. 


Δεν είπαμε και πολλά. Ένα λεωφορείο πήραμε και φύγαμε. Όση ώρα ήμασταν στο λεωφορείο σκεφτόμουν ότι εκείνη τη στιγμή υποτίθεται ότι θα έπρεπε να γράφω μία έκθεση για τη φιλία ενώ εγώ το μόνο που ήθελα ήταν να περάσω χρόνο με τους φίλους μου και οι Πανελλήνιες δεν μου το επέτρεπαν να είναι όπως θα ήθελα.

Φτάνουμε λοιπόν. Δε μιλήσαμε πολύ ούτε στη διαδρομή του λεωφορείου ούτε πηγαίνοντας με τα πόδια ως εκεί. Δε χρειαζόταν κιόλας άλλωστε. Η σιωπή αυτή δεν ήταν από εκείνες που δημιουργούν αμηχανία αλλά από αυτές που δημιουργούν ηρεμία. Καθόμαστε σε ένα σημείο απόμερο, αφήνουμε τα πράγματα μας, ανοίγουμε δύο μπύρες, η Αλίκη στρίβει τσιγάρο, εγώ κοιτάζω ήρεμα και μελαγχολικά τη θάλασσα. Ασυναίσθητα ξεκινώ και πάλι να τραγουδώ. "Στη γειτονιά μου την παλιά είχα ένα φίλο." Η Αλίκη χαμογελά και μπαίνει κι αυτή στο "Δεν θα περάσει ο φασισμός!". Τραγουδάμε και κοιτάμε μαζί τη θάλασσα.

"Νιώθω ότι κάτι μου έχουν κάνει. Δεν ξέρω." λέω εγώ.

"Τι εννοείς;" με ρωτά εκείνη πίνοντας μια γουλιά από την μπύρα της.

"Δε νιώθω τόσο 'εγώ' πια. Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω. Κάτι δεν πάει καλά. Τον τελευταίο καιρό απλώς τρέχω. Χωρίς να θυμάμαι καν το γιατί."

"Όλοι οι άνθρωποι τρέχουν. Στο μετρό, στους δρόμους, στη δουλειά. Τρέχουν για να ξεχάσουν. Για να ξεφύγουν από μία αλήθεια που τους τρομάζει. Την προσωπική τους αλήθεια. Τρέχουν για να μη σκέφτονται και να μην αισθάνονται. Η ταχύτητα αυτή τους δίνει νόημα σε ό,τι κάνουν."


"Αφού τρέχω", λένε, "δεν έχω να απολογηθώ σε κανέναν." Διότι μόνο η ραθυμία είναι πράγμα αδικαιολόγητο. Διότι μόνο ένα μεσημέρι του Αυγούστου στην Ικαρία δικαιολογείται το να μην κάνεις τίποτα. Άλλωστε, μετά από τόσο τρέξιμο το δικαιούσαι, σωστά;" Μπορείς να μου δώσεις μια τζούρα;

"Ξέρεις έχει γράψει κι ο Κούντερα για την ταχύτητα. Αν το σκεφτείς έλεγε, τρέχουμε για να ξεχάσουμε κάτι δυσάρεστο που μόλις βιώσαμε κι έτσι απομακρυνόμαστε χρονικά από αυτό. Από την άλλη, όταν τρέχουμε μηχανικά στο δρόμο και θέλουμε να θυμηθούμε κάτι, ασυναίσθητα επιβραδύνουμε το βήμα μας. Ρε είναι λογικό να χάθηκες σε όλο αυτό το τρέξιμο. Άρχισες χωρίς να το καταλάβεις να τρέχεις μακριά από τον εαυτό σου, μακριά από εσένα κι έτσι οι αναμνήσεις άρχισαν να χάνονται στο στροβίλισμα της ταχύτητας."


"Γαμώτο", απαντώ ξεφυσώντας. "Γαμώτο. Γαμώτο. Είναι όλα τόσο αντιφατικά και παράλογα. Βαρέθηκα αυτό το τρέξιμο."

Τρέχω. Αυτή τη φορά όχι για να προλάβω ένα λεωφορείο ούτε για να πάω στο μάθημα καθυστερημένη. Δεν τρέχω μηχανικά αγνοώντας οποιαδήποτε ύπαρξη τρέχει δίπλα μου. Τρέχω για να ξεφύγω. Όχι από την αλήθεια, αλλά από αυτήν τη ρημάδα την αντικειμενική πραγματικότητα. Ουρλιάζω σαν τρελή και πέφτω στη θάλασσα με τα ρούχα. Γελάω δυνατά, τόσο δυνατά. Πόσο καιρό είχα να ακούσω αυτό το γέλιο; Κολυμπάω. Όσο μπορώ δηλαδή με έναν τόνο βρεγμένα ρούχα κολλημένα πάνω μου. Το παγωμένο ανοιξιάτικο νερό με ξυπνά από τη λήθη. "Δεν θα με δείτε να πέφτω..." φωνάζω. Κι έτσι βγαίνω τουρτουρίζοντας.

Καθίσαμε στην παραλία ως το σούρουπο. Ήπιαμε όλες τις μπύρες και δεν ξανάπαμε τίποτα. Μονάχα τραγουδήσαμε παρέα με τον ήχο μιας κιθάρας και των κυμάτων της θάλασσας. Την ημέρα εκείνη, 29 ημέρες πριν τις Πανελλήνιες, δε διάβασα τίποτα και ξαφνικά θυμήθηκα όλα τα 'γιατί' που με βασάνιζαν. Τρέχω δήθεν κυνηγώντας το επάγγελμα των ονείρων μου. Μα εγώ θέλω μόνο να τραγουδώ. Αν δεν είχε υπάρξει εκείνη η Κυριακή, ίσως χανόμουν εντελώς ανάμεσα σε γράμματα και σκέψεις. Μα μέχρι το τέλος υπήρξε το στήριγμα μου αυτή η παρόρμηση, αυτή η συζήτηση κι η εμπειρία. Μουσκίδι κοιτούσα το ηλιοβασίλεμα και τραγουδούσα. Η ταχύτητα σταμάτησε. Και ύστερα πάλι ο χρόνος πέρασε και χάθηκα μα εγώ πια κρατούσα σφιχτά στις χούφτες μου τα χρώματα που μου ταιριάζουν. Φαντάσου ωστόσο την έκφραση μου όταν το θέμα της έκθεσης στις Πανελλήνιες ήταν πράγματι η φιλία...

"Ελεύθερα ψηλά, πολύ ψηλά πετώ κι όλοι ζηλεύουν τα περήφανα κι αδέσμευτα φτερά μου." 
Η ελευθερία είναι όντως κατάσταση του νου. Πραγματική ελευθερία σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο δεν υπάρχει αλλά η σκέψη δεν έχει όρια. Τα κύματα με απομάκρυναν αρκετά. Ξυπνώ για τα καλά και κολυμπώ προς την παραλία. Τα παιδιά έχουν ξυπνήσει, γελούν, φτιάχνουν καφέδες, λένε βλακείες και κανείς δε βιάζεται. Τρέξαμε όλοι -ο καθένας με τους δικούς του ρυθμούς- έχοντας ανάγκη όλοι από μια καλοκαιρινή ραστώνη. Από ένα τίποτα για το οποίο κανείς δε σου ζητά εξηγήσεις. Ύστερα από όλο αυτό το τρέξιμο άλλωστε το δικαιούσαι, σωστά;

"Η ζωή δεν είναι μόνο ένας τραχύς αγώνας, είναι παιχνίδι φαντασίας εξ ίσου. Όση ανάγκη έχουμε να επιβιώσουμε, άλλο τόσο έχουμε ανάγκη και να ζήσουμε."
Όσο κι αν αλλάζουν τα πράγματα, σκέφτηκα, όσα κι αν κερδίσουμε ή χάσουμε, πάντα θα σκάει ένα κύμα στο ακρογιάλι και ο ήλιος θα ζεσταίνει τις ψυχές μας.


-Dontknow

9.5.17

χρρρρτσ

 Στάθηκες στο ύψος των περιστάσεων. Εννοώ εκεί στο δρόμο με τη σκόνη και τα τυφλά αμάξια. Ήταν ο ήλιος ντάλα όταν πέρασα απέναντι. Απ' το τίποτα οι σκέψεις έγιναν έτσι σκοτεινές και αποπνικτικές. Βάδιζα στο πλήθος με τα βαμμένα μαλλιά και του γκρίζους χαρτοφύλακες όταν με έπιασε η μανία να κρεμάσω φράουλες στα αυτιά μου και να βάψω τα δάχτυλά μου κόκκινα, αλλά τα χέρια μου είχαν μαγκωθεί στην επικύρωση εισητηρίων στα αριστερά. Κοίταξα προσεχτικά το πλήθος για να μην δω τον εφιάλτη με την κουκούλα, καραδοκεί στο προηγούμενο βαγόνι, είμαι σίγουρη γι' αυτό.
 Τώρα βαδίζω ασφαλής στο δρόμο για το σπίτι. Τα στενά είναι γεμάτα μαδημένα πουλιά που κρώζουν. Δεν με αφήνουν να περάσω. Στο δάπεδο ένα λιωμένο περιστέρι, στη θέση της καρδιάς του εξέχει ένα κόκκαλο. Από πάνω του τα πρώτα λουλούδια απλώνουν το παγωμένο χαμόγελό τους να το φάνε.
 Ακούω την ανάσα τον άρρωστων πεύκων καθώς ανηφορίζω προς το σπίτι σου, ακούω τους καταρράκτες που κυλούν στο πράσινο αίμα τους, θέλω να ξεσκίσω τους κορμούς τους και να το φάω, να μην έρθω ποτέ να σε βρω κάτω απ' το μπλε φως στο μαραμένο σαλόνι σου.
 Και μεσ' τις στάλες δαγκώνω το δέξι σου χέρι και ακούω τη ζωή σου να ουρλιάζει κάτω απ' το χώμα. Εκεί που άλλωτε σε έκανα να ξαπλώσεις στα δάχτυλά σου φυτρώνουν κρινάκια και τα χωμάτινα μαλλιά σου κρέμονται στα γκρεμιά.

 Ρουφάω τη βοή των δρόμων και των μπλε αστεριών στο στήθος μου. Πόσο κοστίζει να τη χτίσω με τσιμέντο στον τοίχο; Και αν σε λίγη ώρα το τσιμέντο και η άσφαλτος σπάσει; Εάν τα άρρωστα δέντρα πέσουν και τα λουλούδια τρέξουν να φάνε τους ανθρώπους?

-φούτου μούτου

28.3.17

νάρκη

κι όσο οι αστοί καπνίζουν στην κουζίνα τους,
τα παιδιά τους θ' ανθίζουν έξω στο μπαλκόνι
με ρίζες γερές που θα τρυπούν το πάτωμα

να μην πέφτουν πίσω σαν τρώνε πάλι ξύλο
που βγήκαν πριν τις ειδήσεις απ' τη γλάστρα τους,
που φύτρωσε μυαλό 'κεί που θα 'χανε σκατά,
που δεν έγιναν- σαν αυτούς- κι εκείνα βλήτα


κι όσο οι τσέοι βρωμίζουν με το βήμα τους
τη γειτονιά, τα παιδιά τους θα υφαίνουνε
μετάξι γύρω-γύρω από τις μπότες τους

να μην οργώνουν τις οδούς σαν τσιφλικάδες
που βάφτισαν κάθε τετράγωνο κτήμα τους,
που πέρασαν το μαύρο ντίλντο τους για κνούτο,
που κρεμούν παιδάκια σαν σκιάχτρα στις πλατείες


κι όσο οι δικαστές γέρνουνε τις κόψεις του
σφυριού τους σε αθώους λαιμούς, τα παιδιά τους
θα παίρνουν με χείλη σα δρεπάνια το νόμο

να μην συνηθίσουμε στην πείνα για ποινές
που αδειάζει τάξεις για να γεμίσει κελιά,
που σκοτώνει κεφάλια σε ζωντανά κορμιά
που σπρώχνει παρεξηγημένους προς τις νάρκες 

-Κόμμον Άλεξ


*Το μπλογκ του Κόμμον Άλεξ: Ατένας

30.12.16

δωμάτιο 137

Μια ανθισμένη κερασιά, ένας ήλιος, λίγα σύννεφα, ένα παιδικό παιχνίδι, λίγη ξεγνοιασιά… ένα χαμόγελο, ένας ψυχρός αέρας, περισσότερα σύννεφα... ένα ζευγάρι καφέ μάτια, μια ξαφνική καταιγίδα, μια αγκαλιά να κρυφτείς, ένα σχολικό προαύλιο... μια φωνή…

- Έλα σήκω! Είναι ώρα να ξυπνήσεις!
- Δεν θέλω!
- Πρέπει να πας σχολείο!
- Μα μαμά..
- Σήκω!
- Δεν θέλω, μαμά… μα μαμά…

Μα-μα-μα-μα… η πρώτη συλλαβή της λέξης που σκέφτεται όταν φοβάται.. η συλλαβή ηχεί στα αυτιά του σαν σειρήνα ασθενοφόρου. Αχ! Μα δεν αντέχει τον ήχο του ασθενοφόρου! Μα. Μα. Μα. Μα… Αχ!

Σηκώθηκε από το κρεβάτι ζαλισμένος από το αλλόκοτο όνειρο. Κοίταξε το πρόσωπό του στους αμέτρητους καθρέπτες που υπήρχαν στους λευκούς τοίχους του δωματίου του. Τα τρύπια μάτια του είχαν αρχίσει να μικραίνουν από τα γηρατειά. Τουλάχιστον, με τόσους καθρέπτες να κατοπτρίζουν τη φιγούρα του, δεν ένιωθε τόσο μόνος. Ακόμη κι αν όλοι οι «άλλοι» που έβλεπε ήταν ο ίδιος.

Εδώ και ένα χρόνο είχε αρχίσει ξανά να ζωγραφίζει. Όχι κάτι ιδιαίτερο. Πολλές φορές το μόνο που έκανε ήταν να τραβάει ευθείες γραμμές σε έναν καμβά. Άλλες φορές όμως ο καμβάς χανόταν μέσα στην παλέτα των χρωμάτων, με λίγες σταγόνες μαύρου χρώματος να κάνουν, σε ορισμένα σημεία, την εμφάνισή τους. Ούτε εκείνος δεν μπορούσε, πολλές φορές, να διακρίνει τι ακριβώς αναπαριστούσαν οι εικόνες του. Κάθε φορά που ζωγράφιζε κάτι τέτοιο, από τον ενθουσιασμό χτυπούσε το συναγερμό έκτακτης ανάγκης για να έρθει η νοσοκόμα! Όμως έπειτα απογοητευόταν, όταν η νοσοκόμα τον κοίταζε απορημένη με τα δικά της τρύπια μάτια λέγοντάς του ότι ο καμβάς παρέμενε λευκός. Αυτός ήταν και ο λόγος που βρισκόταν στην κλινική. Κανείς ποτέ του δεν είχε μπορέσει να δει τις ζωγραφιές του. Όλοι θεωρούσαν ότι ήταν τρελός.

Εκείνη τη μέρα, οι γραμμές του δεν ήταν ευθείες αλλά με σκαμπανεβάσματα. Ήθελε να δείξει σε όλους ότι υπήρχε ζωή ακόμα μέσα του, πως δεν ήταν νεκρός. Ήθελε να δείξει τον κόσμο του μυαλού του, να αφηγηθεί τη ζωή του μέσα από τις ζωγραφιές του, να μπορέσουν να δουν τις μαύρες κηλίδες των ονείρων του. Μετά από «ώρες», χτύπησε ξανά το συναγερμό. Η νοσοκόμα, αγανακτισμένη πλέον, κοίταξε τον πίνακα και όπως πάντα δεν διέκρινε τίποτα. Έφυγε χωρίς να μιλήσει. Του φάνηκε πολύ περίεργο που μπορούσε να δακρύσει ενώ τα μάτια του ήταν κενά. Είχε χρόνια να κλάψει.

Το επόμενο πρωί, ενώ ήταν προσηλωμένος στις τεθλασμένες πλέον γραμμές του, μπήκε η νοσοκόμα μαζί με μια άλλη γυναίκα. Ζήλεψε που τα τρύπια μάτια της ξένης γυναίκας δεν είχαν κλείσει τόσο από τις ρυτίδες όσο σε εκείνον. «Έχεις επισκέψεις» του είπε η νοσοκόμα και έκλεισε την πόρτα πίσω της, καθώς βγήκε έξω.

Η ξένη γυναίκα κάθισε δίπλα του και του κράτησε το χέρι. Καθώς εκείνη κοίταζε τη ζωγραφιά, το ζευγάρι καφέ μάτια που είχε ονειρευτεί πήρε τη θέση στις τρύπες των ματιών της. Η γυναίκα τον κοίταξε στα «μάτια» και εκείνη τη στιγμή καθρεπτίστηκε ένα άλλο ζευγάρι οφθαλμών μέσα στα δικά της. Είχε αποκτήσει πλέον και εκείνος τα δικά του. Και μπόρεσε έτσι να δει τη δική της κερασιά, τον δικό της ήλιο, τα δικά της σύννεφα.

-Jasminum sambac

29.11.16

Νεφέλη


Η μικρή Νεφέλη δε μίλαγε συχνά. Της άρεσε η lita και έλεγε πως της μοιάζω. Ήταν ενθουσιώδης και όλοι την ήξεραν έτσι. Αυτή και η λεμονιά ερχόντουσαν στα odeon. Μου έπαιρνε τα φίλτρα και έκανε πως καπνίζει, κι ύστερα γελούσαμε. Και γελούσε δυνατά η Νεφέλη. Και είχε πλάκα. Σαν γνώρισε τον έρωτα, έγινε πολύ χαρούμενη. Θυμάμαι είχαμε μια κούνια και κάπου σκαστές καθόμασταν και λέγαμε. Μιλάγαμε εννοώ! Και μίλαγα εγώ και μίλαγε κι αυτή και όσο μιλάγαμε πληγωθήκαμε και οι δυο. Η κούνια έγινε καφετέρια και η καφετέρια παγκάκι με μπύρες, αλλά η Νεφέλη και 'γω συνεχίζαμε να μιλάμε και να λέμε πράγματα ασταμάτητα. Και πίστευα πως μοιάζαμε κι ίσως δε μοιάζαμε καθόλου, αλλά δεν είχε σημασία. Για καμιά μας δεν είχε σημασία. Και έμοιαζε με έρωτα, με δαχτυλίδια χίλια, και 'γώ έμοιαζα με τη μάνα της πολλές φορές στη γκρίνια. Κι ό,τι κι αν γίνει στη ζωή, δικιά μου ή δικιά της, ενωθήκαμε που λες στα μέσα και στα έξω. Και την είδα με κάθε λογής πτυχή και γνώρισα έναν άνθρωπο λες και ήμουνα αυτή.


21.9.16

ραμ παμ μπλουμ περερομ

Γη δεν γνωρίζουν τα τραγούδια μου
είναι φωνές που ακολουθούνε τον αέρα
ποτέ τους δεν στεριώνουνε
ξυπνάνε τη νύχτα κοιμούνται τη μέρα

Κι αν κάποτε αγγίξουνε το χώμα
στιχάκια θα θέλουν τη δίψα να σβήσουν
από ανθρώπους που διψάσανε
Κι ύστερα πάλι το χώμα θ'αφήσουν

Πλανιούνται ανάμεσα στα σύννεφα
με τα πετούμενα κάνουν παρέα
Γιατί η ζωή από υψόμετρο
είναι μακράν από της γης πιο ωραία

Μα οταν παιδιά τα τραγουδούν
σε κάποια αμμμουδιά ή αλάνα
γίνονται γήινα πλάσματα
Κάθε ψυχής η μάνα

Κι αν τα τραγούδια μου απλά,
χαζά τα θεωρείτε
τα γράφω μπας και νιώσετε
απλά χαζά να ζείτε

-Ο μάγος του όζοντος

25.8.16

η Τζούντι

Ήταν γύρω στα έξι. Είχε λακκάκια στα μάγουλα και χρυσά αστεράκια τατουάζ πάνω στα λακκάκια. Προσπαθούσε να ανοίξει τη βαριά πόρτα του καταστρώματος και παιδευότανε, πήγε ο Νίκος να τη βοηθήσει. Ντράπηκε και δεν πέρασε. "Ωραία αστεράκια" της είπε για να γίνουν φίλοι, κι απάντησε μ'ένα πονηρό χαμόγελο. Χάθηκε πίσω από μια κοπέλα, μαμά ή αδελφή. Μετά σκέφτηκα ότι δεν καταλαβαίνει ελληνικά.

Πιο βράδυ τριγύριζε στα καθίσματα του πλοίου, έκανε φασαρία και κοίταζε τους κοιμισμένους με τη διαολιά που έχουν τα μικρά στο βλέμμα. Πέρασε κι απ'το δικό μας κάθισμα, μας θυμήθηκε. Επέστρεψε σε λίγο μ'ένα μπισκότο κι άπλωσε το χέρι μ'ένα νάζι απίθανο. Το "ευχαριστώ" το κατάλαβε.

Μιράντα Παπαδοπούλου- με πέθανε. Δάγκωσα λίγο γιατί παρακολουθούσε πολύ προσεκτικά πίσω απ'τα καθίσματα. Σκέφτηκα τι έχουμε να της δώσουμε, πέρα από μπέικ ρολς. Σε τέσσερις ώρες φτάνουμε Πειραιά, τι έχουμε να δώσουμε στη Τζούντι; Είδα σκηνές, χιλιάδες σκηνές στον ήλιο απλωμένα κουρέλια, μύγες και χημικές τουαλέτες. Σκέφτηκα πού την πάει το πλοίο και στραβοκατάπια.



Τους βλέπω μπρος στα μάτια μου μες στο παλιό βαπόρι
Σα στρείδια στο κατάστρωμα οι μετανάστες όλοι
Βουβές γυναίκες άλαλες που δύναμη αναβλύζουν
Παιδάκια που δε νιώθουνε το δρόμο που βαδίζουν

Αα τα χρόνια τα παλιά, βαριά φορτία φεύγαν για την Αμέρικα.*

*Στην Αμερική - Θ. Παπακωνσταντίνου

-Στέλλα

28.7.16

το μαντήλι

Ντίλι- ντίλι- ντίλι
ντίλι το καντήλι
που έφεγγε και κένταγε
η κόρη το μαντήλι.

Μικρό κόκκινο πανί
το έλεγαν πολλοί.
Όμορφο πορφυρό μαντήλι
το έλεγε εκείνη.

Μετά τη γαλήνη,
η ιστορία του
ταξίδι με πλοία και τρένα.

Όμως, ήρθε ο ποντικός
πήρε το φυτίλι
μέσα από το καντήλι
που έφεγγε και κένταγε
η κόρη το μαντήλι.

Σταδιακή αλλαγή στο χρώμα.
Από κόκκινο ήρεμο,
που θαρρείς πως κοιμάται μετά από νανούρισμα,
σε κόκκινο έντονο
της επανάστασης.

Θερμά χρώματα αγκαλιάζουν την καρδιά της.
Στις μύτες των ακροδακτύλων της σηκώνεται
τον ουρανό
να αγγίξει από περηφάνεια.

Ήρθε, όμως, και η γάτα
και έφαγε τον ποντικό
που πήρε το φυτίλι
μέσα από το καντήλι.

Απότομη αλλαγή στο χρώμα.
Από έντονο κόκκινο, μαύρο.
Αντικατάσταση του θαυμασμού από νοσταλγία πολλών χρόνων.
Το ταξίδι ξεκινά με πλοίο.

«Όμορφο πορφυρό μαντήλι, που είσαι;»

Και ήρθε ο σκύλος
κι έπνιξε τη γάτα
που έφαγε τον ποντικό
που πήρε το φυτίλι.

Και τότε το μαντήλι πρόβαλε ξανά.
Αλλά δεν είναι το ίδιο, ούτε θα ‘ναι ποτέ.
Κόκκινο της επανάστασης,
αλλά όχι το ίδιο κόκκινο.

Αποχρώσεις, που σε ζαλίζουν,
που σε μεθούν,
τυλίγουν απαλά το αδύναμο κορμί της.
Αποχρώσεις προκλητικές
τη θέση της επανάστασης
δίνουν στον έρωτα.

Με άλλο εκπρόσωπο, μαντήλι, γύρισες.
Στο στόμα εκείνη πλέον σε φορά
να μην πνιγεί από τους καπνούς της φωτιάς.

Δικό σου το φταίξιμο.
Προδόθηκες.

Το ταξίδι συνεχίζεται με τρένο.
Βαρύ το φορτίο
να μεταφέρεις τόσες αναμνήσεις και αισθήματα
για να καταλήξεις τελικά
σε ντουλάπα ξεχασμένο.

Μακροχρόνια αλλαγή στο χρώμα.
Από κόκκινο, λευκό
της κάθαρσης.

Το σκοπό σου τελικά δεν τον έμαθες,
αλλά εκείνη τον ξέρει.
Δεν την έπνιγαν οι φλόγες,
αλλά η απουσία οξυγόνου.
Και όταν σε αποχωρίστηκε,
ελευθερώθηκε. 

Ντίλι- ντίλι- ντίλι
έσβησε το καντήλι
που έφεγγε και κένταγε
η κόρη το μαντήλι.

-Jasminum sambac

7.6.16

η χορεύτρια του πλήθους

*κείμενο-απάντηση στο Αποσύνθεση

2009

Κάθε πρωί, λίγο πριν το μάθημα στο Δημοτικό, η Ελένα σηκώνεται τα πρωινά και πετάγεται έως τον καθρέφτη. Παρατηρεί με αγωνία το πρόσωπό της, τα χέρια της, την κοιλιά της, το στήθος της και τα πόδια για μερικά λεπτά, από διάφορες οπτικές γωνίες. Η όμορφη Ελένα, είναι η πρώτη μαθήτρια στο χορό και κάνει τις πιο ολοκληρωμένες στροφές μπροστά από τους καθρέφτες και αυτός είναι ο δικός της προσωπικός χορός. Αγαπάει τα βήματά του, τα έχει μάθει απ' έξω, κυρίως για να ευχαριστήσει την αγαπημένη της Δασκάλα, που ακούει στο όνομα Κοινωνία. Η Κοινωνία ήταν από πολύ νωρίς σωστή Δασκάλα για εκείνη και είχε βρει τα κουμπιά της για να εντοπίζει τον κατάλληλο παλμό και ρυθμό της κίνησης. Ήταν λες και την είχε επιλέξει ως την πιο λαμπρή και μοναδική μαθήτριά της, ναι, η Ελένα κάθε πρωί που ξυπνάει νιώθει πως είναι το ξεχωριστό διαμάντι της Δασκάλας της, η εκλεκτή της στο χορό του καθρέφτη.

Τα άλλα κορίτσια στην τάξη της δεν έχουν ιδέα για τον χορό της, είναι πολύ πιο ανώριμες και ασχολούνται με πράγματα που ασχολούνται τα συνηθισμένα παιδιά της 6ης Δημοτικού. Φοράνε ρούχα που τα διαλέγουν οι γονείς τους και παίζουν μπάλα, κυνηγητό, μήλα, κρυφτό και πρόσωπα-ζώα-πράγματα. Μερικές φορές, χωρίζονται σε παρέες και τα αγόρια συζητούν κυρίως για ποδόσφαιρο, ενώ τα κορίτσια για αγόρια και για άλλα κορίτσια. Και εάν τυχαίνει να διαλέγουν μόνα τους τα ρούχα, τότε τα χρώματα δεν είναι συνδυασμένα αρμονικά, άλλα συνδυάζουν το πορτοκαλί με το καφέ και το ροζ με το λαχανί, ενώ οι παρέες που διαμορφώνονται από αγόρια και κορίτσια ασχολούνται με πόκεμον, κάρτες, μουσική ή διάφορα γκατζετάκια και πού και πού μιλάνε για το καλοκαίρι και υπολογίζουν τα μπάνια που θα κάνουν και τα παγωτά που θα φάνε αυτή τη χρονιά. Η Ελένα όμως όχι.


Είναι πράγματι ένα απ' τα διαφορετικά παιδιά. Στο σχολείο τής ανήκει μονάχα μια γωνία-μία, διότι τις υπόλοιπες τις κατέχουν άλλα πετράδια που όμως περνούν απαρατήρητα, όχι σαν την Ελένα που έχει την πιο ακριβή Δασκάλα να τη φροντίζει. Συνεπώς, η Ελένα είναι ένα διαμάντι που γυαλίζει πολύ έντονα και μπορείς εύκολα να παρατηρήσεις ότι της ανήκει μονάχα μια γωνία. Γυαλίζει και κάνει μπαμ από μακριά στο μάτι σου. Η Δασκάλα της φροντίζει να την καθαρίζει καλά πίσω στον αυχένα και στις πτέρνες και σε σημεία που δεν φτάνει μόνη της να καθαριστεί. Την κάνει να αστράφτει και να ομορφαίνει τη γωνία της στα μάτια της, μόνο και μόνο που κάθεται εκείνη εκεί. Τα ρούχα της τα επιλέγει απ' το προηγούμενο βράδυ και τα συνδυάζει λεπτομερώς με την διάθεση, τον καιρό, την εποχή και το αν έχουν Γυμναστική την επόμενη μέρα ή όχι. Κατά τα άλλα, τα διαλείμματα συνήθως βαριέται και μέσα στο μάθημα δεν παρακολουθεί, διότι είναι ήδη διαμάντι και δεν χρειάζεται. Ο δάσκαλος στο σχολείο τής κάνει παρατηρήσεις, όμως εκείνη ανταποκρίνεται πάντοτε επιθετικά και με "υφάκι", πάνω στην απόπειρά της να του δείξει ότι εκείνος δεν καταλαβαίνει την αξία της.


Όταν τελείωσε το Δημοτικό, η Ελένα συνειδητοποίησε, μιας και πήγαινε πάντα πιο μπροστά από τα άλλα κορίτσια, ότι έπρεπε τώρα στο Γυμνάσιο να βρει έναν σωστό και άξιο σύντροφο που θα ξέρει να χορεύει στα βήματα που της έμαθε η γλυκιά της Δασκάλα και να χορεύει μαζί του, για να μη νιώθει μόνη. Αυτό ήταν! Πώς δεν το είχε σκεφτεί; Δεν χρειαζόταν φίλες. Τα κορίτσια δεν καταλαβαίνουν, γιατί εκείνη δεν είναι σαν τα κορίτσια, τα κορίτσια είναι κατώτερα γενικά σε πολλά πράγματα, είχε μάθει απ' τη Δασκάλα, όμως εκείνη δεν ήταν σαν τα κορίτσια. Και, από την άλλη, τα αγόρια είναι αγόρια και δεν θα μπορούσε να κάνει παρέα μαζί τους. Εκείνος όμως, ο χορευτής, θα ήταν ό,τι πρέπει. Θα ήταν και φίλος και αδερφός και έρωτας και γάμος και παντοτινή αγάπη. Θα ήταν ο καβαλιέρος της. Η Ελένα ήταν ενθουσιασμένη!


Την πρώτη μέρα στο Γυμνάσιο, είχε ήδη αγοράσει ολοκαίνουρια ρούχα και παπούτσια, είχε κάνει φράντζα στα μαλλιά της και είχε και το πρώτο της πίρσινγκ στον αφαλό. Στην αυλή του νέου της σχολείου, δεν παρατήρησε και δεν χαιρέτησε κανέναν παλιό της συμμαθητή απ' το Δημοτικό, αφού τώρα το νέο σχολείο άξιζε να είναι παντελώς δικό της και τίποτα απ' το ανιαρό παρελθόν δεν θα έπρεπε να το μολύνει. Ευχόταν συχνά να εξαφανίζονταν όλα αυτά τα άτομα που δεν έχουν ιδέα από το χορό της, για να μπορεί να εκφράσει ελεύθερα και με πάθος την αγάπη της για τα βήματα του καθρέφτη, χωρίς να την συλλάβουν τα βλέμματα και οι φήμες του παρελθόντος. Τα παλιά άτομα της θύμιζαν τη μοναξιά της και το πόσο θα ήθελε να μπορεί να μοιραστεί το χορό της με κάποιον που θα την θαυμάσει, που δεν θα την αλλοιώσει, που δεν θα προσποιηθεί ότι είναι σαν και αυτήν, αλλά θα αποδεχτεί τον ύψιστο κόσμο που υπάρχει μέσα της. Έτσι, εκείνη την πρώτη μέρα στην αυλή, την πέρασε ψάχνοντας για μια καινούρια γωνιά, από την οποία θα μπορούσε να εντοπίσει με την ησυχία της τον ένα και μοναδικό ιδανικό της παρτενέρ. Τα κριτήρια τα κρατούσε σε ένα χαρτί στην τσέπη της από τις σημειώσεις που κράτησε από την Δασκάλα του χορού.
      

2012

Το Λύκειο μοιάζει με πυρηνική έκρηξη. Η Δασκάλα της Ελένας έχει γίνει μια απ' τους καθηγητές-ιδιαιτεράδες που τα παίρνουν χοντρά και αυτοσυστήνονται σε όλους τους μαθητές. Σιγά σιγά, οι μαθητές που δεν έχουν την δυνατότητα να κάνουν μάθημα με την Δασκάλα της Ελένας, απογοητεύονται, αισθάνονται εκτός του παιχνιδιού της αυλής του σχολείου και προσπαθούν να πάρουν παράδειγμα από τα βήματα του χορού των παιδιών που είναι πιο προικισμένα, ή θυμώνουν και οδηγούνται σε μη διακριτές γωνιές, εκεί που πέφτει η μπάλα όταν παίζουν οι μαθητές βόλευ, εκεί που χτυπάει και επιστρέφει πίσω για να συνεχιστεί το παιχνίδι. Αυτή είναι η έκρηξη. Ότι πριν το παιχνίδι ξαναρχίσει, η μπάλα χτυπάει τη γωνία. Είναι μια διαδικασία που μοιάζει αναγκαία, απαραίτητη και, παραδόξως, φυσιολογική, επόμενη.

Η Ελένα συνήθιζε να έχει όλες τις μπάλες στο Δημοτικό και παράλληλα να έχει και τη γωνία της άθικτη και καθαρή. Γιατί η Δασκάλα της την προωθούσε και ήταν αφοσιωμένη μόνο σε εκείνη και στη μάθησή της για το χορό του καθρέφτη. Όμως τώρα όλα σχεδόν τα παιδιά μοιάζουν να μιμούνται αυτό που ήταν η Ελένα στο Δημοτικό και να μοιράζονται την ίδια Δασκάλα. Αυτό είναι ανυπόφορο για εκείνη. Πλέον, οι μέρες της ποτίζονται με οργή, αγανάκτηση και θυμό που δεν είναι η ίδια ακόμη στην κορυφή της λίστας των χορευτών του καθρέφτη. Οι στροφές που έκανε στο σπίτι της κάθε πρωί που πεταγόταν απ' το κρεβάτι με ενθουσιασμό, έχουν τώρα γίνει μια επίπονη και σκληρή διαδικασία που τη βαραίνει στους ώμους και την κάνει να καμπουριάζει. Τα ρούχα της τώρα πια δεν φαίνονται τόσο φανταχτερά και μοναδικά, τόσο εκλεκτά και κατάλληλα συνδυασμένα σε σύγκριση με των άλλων μαθητών και το πίρσινγκ στον αφαλό έχει γίνει thing στο σχολείο. 


Συν τοις άλλοις, η Ελένα ένιωθε ότι βρισκόταν στην κορυφή του σχολείου όταν γνώρισε τον Αρτέμη στην πρώτη Γυμνασίου και έγινε ο παρτενέρ της. Άρχισε μάλιστα και το κάπνισμα για χάρη του, γιατί η Δασκάλα έλεγε ότι πρέπει να θυσιάζεις συχνά το καλό του εαυτού σου, του σώματος και του εντός σου, για να έχεις τον ιδανικό παρτενέρ. Άλλωστε, η Ελένα δεν ήταν σαν τα άλλα κορίτσια που ήταν κατώτερα, συνεπώς απαιτείτο να έχει σημάδια του παρτενέρ της πάνω της. Γι' αυτό και συχνά στα διαλείμματα στις τουαλέτες του σχολείου ή στο πάρκο της περιοχής τον άφηνε να της κάνει όσα σημάδια εκείνος ήθελε. Ήταν τρόπαια για το πόσο καλή μαθήτρια ήταν. Διότι εκείνη διέφερε. Τα άλλα κορίτσια έπαιρναν αυτοκόλλητα στην ορθογραφία στα Αγγλικά και τα Γαλλικά, εκείνη έπαιρνε τα σημάδια του χορού που αγαπούσε. Άλλωστε ήταν ήδη διαμάντι και τα αυτοκόλλητα δεν της χρειάζονταν. Και έτσι τα δικά της αυτοκόλλητα γίνονταν όλο και πιο σκουρόχρωμα.

Οι μήνες στην πρώτη Λυκείου πέρασαν αργά και ήταν γεμάτοι αγωνία. Η Ελένα στα διαλείμματα στεκόταν όρθια στη γωνία της και παρατηρούσε τα υπόλοιπα φανταχτερά παιδιά. Ο Αρτέμης στη μέση της χρονιάς παράτησε το σχολείο, διότι ο σωστός, ο κατάλληλος, ο χαρισματικός χορευτής-παρτενέρ δεν υποβαθμίζει την αξία του και τις χορευτικές του ικανότητες με συστημικές γνώσεις. Ωστόσο, εδώ που τα λέμε, ήταν πράγματι συστημικές, αλλά σε ένα τοίχο η Ελένα είχε διαβάσει κάτι που έλεγε πάνω κάτω πως και να μην ήταν συστημικές, πάλι ο Αρτέμης θα έφευγε απ' το σχολείο. Όμως, με αυτόν τον τρόπο έφυγε με το κεφάλι ψηλά, όπως του άρμοζε, όπως θα άρμοζε στον παρτενέρ της Ελένας, οπότε ήταν εντάξει με αυτό. Άλλωστε, δεν ήξερε ακριβώς τι πάει να πει "συστημικός", όμως φαινόταν σαν μια δυναμική λέξη για να χαρακτηρίζει οτιδήποτε της την σπάει, οπότε σαφώς και την χρησιμοποιούσε στο εξής.


Ενώ ο Αρτέμης ξεκίνησε την καριέρα του στον χορό των πολεμικών τεχνών και του πολιτικού φάσματος, η Ελένα τον θαύμαζε και ανυπομονούσε να φύγει απ' το σχολείο κι εκείνη για να πάει να ζήσει μαζί του. Ωστόσο, μιας και εκείνος δεν βρισκόταν πια στην αυλή του σχολείου, εκείνη έμεινε να κοιτάζει τις άλλες μαθήτριες με τους δικούς τους παρτενέρ και να εξοργίζεται σιγά σιγά με την κατάστασή της. Όσο ο θυμός θεμελιωνόταν μέσα της και το μίσος άρχιζε να πιάνει αλόγιστες συχνότητες, η Ελένα αποφάσισε να δείξει σε όλους πόσο μοναδική και ξεχωριστή ήταν, πως ήταν η πιο κατάλληλη μαθήτρια για την Δασκάλα που μοιράζονται τώρα σχεδόν όλοι. Ήξερε πως θα μπορούσε να εκραγεί, εάν δεν δικαιωνόταν εν τέλει. Έτσι, άφησε πίσω την καθημερινότητα της τέλειας Ελένας που ήξερε ποια είναι και πόσο σωστή χορεύτρια του καθρέφτη είναι και έβαλε μπρος το σχέδιο της καθημερινότητας που θα αποδείκνυε και στους άλλους το αξίωμα αυτό.


Το πρώτο άτομο που θα ήθελε να κερδίσει πίσω ήταν η πολυαγαπημένη της Δασκάλα. Γι' αυτό και ετοίμασε ένα τεράστιο άλμπουμ φωτογραφιών που έβγαζε με την κάμερα της μητέρας της ή το καινούριο της κινητό και έστελνε λίγες λίγες τις φωτογραφίες για να της δει εκείνη και να καταλάβει πόσο λάθος έκανε που δόθηκε και σε άλλους μαθητές. Έπειτα, ακριβώς επειδή ο Αρτέμης ήταν εκείνος ο ιδανικός παρτενέρ που την καταλάβαινε και που ήταν ο ένας και μοναδικός για εκείνη, της προσέφερε συχνότερα και μεγαλύτερα σημάδια της αγάπης και του δεσμού του μαζί της, τα οποία είχαν πάρει και διαφορετικές διαστάσεις. Σαν να του το 'χε ζητήσει, σαν να διάβασε στα μάτια της τι ακριβώς εκείνη ήθελε να της προσφέρει, η Ελένα πλέον είχε πάνω της τα αυτοκόλλητα του παρτενέρ της που αποδείκνυαν σε όλους στο σχολείο πως, ακόμη κι εάν εκείνος απουσιάζει, είναι στη ζωή της και την κατέχει και κανείς άλλος δεν μπορεί να την πλησιάσει ή να του μοιάσει. Τα άλλα κορίτσια είχαν κι αυτά παρτενέρ, όμως τα σημάδια της Ελένας έκαναν τη σχέση τους πιο δεσμευτική, πιο αληθινή, πιο αυθεντική και διαφορετική. Η Ελένα αναγνώριζε ότι ο Αρτέμης ήθελε με κάποιο τρόπο να βρίσκεται πάντοτε μαζί της και γι' αυτό αντάλλασσε την παρουσία του με την απόδειξη της παρουσίας του στη ζωή της, κάτι που σαφώς ήταν μακράν πιο σημαντικό.

Έπειτα, η Ελένα συνέχιζε να μαθαίνει από τον Αρτέμη λέξεις όπως αντισυστημικός, παρακράτος, ενότητα, καθεστωτικός, περιθώριο, υπερηφάνεια, αγώνας, δικαίωμα, καταπίεση και να της ενσαρκώνει στα βήματα του χορού που της είχε μάθει η Δασκάλα, μονάχη της, με την δική της τέχνη, την τέχνη της ιδιοσυγκρασίας της, χωρίς τη Δασκάλα, βασισμένη όμως πάντοτε στα βασικά βήματα του χορού του καθρέφτη που της είχε διδάξει. Σύντομα, η Ελένα χρησιμοποιούσε τις λέξεις αυτές, σε συνδυασμό με τον ανεξήγητο θυμό και το μίσος που είχε γεννηθεί μέσα της, σε καυστικές συζητήσεις με τους καθηγητές, του άλλους μαθητές που ήταν ανόητοι μπροστά της και στις παρέες του Αρτέμη, διότι εκείνη δεν ήταν σαν τα άλλα κορίτσια, που είναι κατώτερα από τα αγόρια και δεν πρέπει να αντιμιλάνε στους καθηγητές. Ήταν ξανά αυτό που έπρεπε, που ήθελε, που επιβαλλόταν, που γεννήθηκε για να είναι: διαφορετική, ξεχωριστή, μοναδική.


Τα πίρσινγκ της Ελένας αυξήθηκαν μαζί με τα τατουάζ και τα μαλ
λιά της δεν ήταν πια όπως των άλλων κοριτσιών, αλλά βαμμένα γκρι με ξανθό και λίγο μαύρο στη ρίζα. Κάποια κορίτσια που έπαιρναν επίσης το δρόμο του μίσους και του θυμού συνήθιζαν να ξυρίζουν ελαφρώς τα μαλλιά τους, να τα βάφουν έντονο φούξια ή μπλε και να φοράνε ζαρτιέρες με χοντρές μπότες και δερμάτινα τζάκετς, ενώ άλλα τα άφηναν μακριά και φορούσαν παντελόνια χίπικα και βραχιόλια χρωματιστά. Εκείνη, όμως, δεν θα μπορούσε να αλλοιώσει έτσι τον εαυτό της, ήταν το τέλειο κορίτσι και ήταν διαφορετική ούτως ή άλλως, επομένως αρκούνταν στο να βάφεται, να βάζει πολύ μαλακτικό και να επιμελείται της ενδυμασίας της. Τα ρούχα της παρέμειναν ίδια σε στυλ, διότι η Δασκάλα ξέρει καλά και τις είχε μοιράσει τα σωστά περιοδικά μόδας και του ορθού σωματότυπου. Και η Ελένα πλέον τα είχε όλα και ήταν ξανά ενθουσιασμένη.

2014

Η Ελένα ήταν πλέον 17 χρονών και έφτανε στο τέλος της δευτέρας Λυκείου. Το σχολείο είχε αρχίσει να γίνεται απαιτητικό εν όψει των Πανελληνίων εξετάσεων και όλοι έπρεπε σιγά σιγά να αποφασίσουν τι δρόμο θα ακολουθήσουν. Η Ελένα δεν χρειαζόταν να επιλέξει, ήξερε ότι στη ζωή της της αξίζουν όλα, όλα, τα πάντα. Όλα φτιάχτηκαν για εκείνη, όλα ήταν δικά της. Και ο καιρός θα τα 'φερνε για να τ' αποκτήσει. Όσα σημάδια κι αν χρειαζόταν να αποκτήσει ακόμα, όσο κι αν ανάλωνε το σώμα και την ψυχή της στον πόνο, στο τσιγάρο, στο βίαιο σεξ της αγάπης, στο αλκοόλ, στα ξενύχτια που δεν καταλήγουν ποτέ σπίτι της, στο μωβ βερνίκι με τα πολύπλοκα σχέδια και στο να αγνοεί τα βιβλία, τους ανθρώπους, τα χέρια που της δίνονται, τα οποία υποβαθμίζουν το "είναι" της, ήξερε πως θα μπορούσε να τα υποστεί όλα απ' την αρχή, ώστε η ζωή να της τα φέρει ξανά όπως τα θέλει. Και αυτό, που πάντα η Ελένα θέλει, είναι να ξέρουν οι πάντες πως είναι η καλύτερη μαθήτρια της Δασκάλας της.

Μόλις μπήκε το καλοκαίρι και ο ελεύθερος χρόνος της Ελένας, αυτός που μπορούσε να της προσφέρει την αιωνιότητα του να περιστρέφεται και να περιστρέφεται όλη την ώρα και να χορεύει μπροστά απ' τον καθρέφτη, μπροστά απ' τις βιτρίνες, μπροστά απ' το πλήθος, ελαττώθηκε δραματικά λόγω των φροντιστηρίων για τις Πανελλαδικές, η Ελένα είχε για πρώτη φορά τη ζωή της στιγμές αποκομμένες από τη Δασκάλα, το χορό, τον Αρτέμη, τα κατώτερα κορίτσια και τον καθρέφτη. Για να αποφύγει την εστίαση στο διάβασμα, έτσι όπως στεκόταν απάνω απ' το βιβλίο και κοιτούσε το καλλωπισμένο βερνίκι στα νύχια της, άρχισε να σκέφτεται με ανεξάρτητο από το μάθημα της Δασκάλας νου. Σκέφτηκε το χορό, σκέφτηκε τον καθρέφτη. Σκέφτηκε πως θα προτιμούσε ίσως να είχε ξεκινήσει οριεντάλ ή χιπ χοπ ή ακόμα και κλακέτες. Σκέφτηκε πως η χίπικη φούστα της Μαριάννας στο Λύκειο δεν θα πίεζε τα πόδια της και την κοιλιά της όπως τα στενά ψηλοκάβαλα τζιν που φοράει. Σκέφτηκε πως η Χριστίνα δεν χρειάζεται να χτενίζει τα μαλλιά της, εφόσον τα έχει ξυρίσει και σκέφτηκε και πως ο Μάνος της έκανε πάρτι-έκπληξη στην αυλή του σχολείου με τούρτα παγωτό και ένα κρεμαστό. Σκέφτηκε πως πρόσεχε τη γωνία της στο σχολείο όσο βρισκόταν εκεί και την κρατούσε καθαρή, όμως ποιος ξέρει; Ίσως πριν το διάλειμμα ή το βράδυ να είχε μπει κανένα σκυλί μέσα και να την είχε κατουρήσει, ή να είχε κουτσουλήσει κανένα σπουργίτι, και να έπεφταν έντομα και σκόνη απ' τα φύλλα των δέντρων. Σκέφτηκε τα αυτοκόλλητα.

Όταν συνήλθε και επανέφερε τη συγκέντρωσή της, πετάχτηκε απ' την καρέκλα αφού παρατήρησε πως είχε με τα δόντια της ξύσει το βερνίκι από τρία από τα νύχια του ενός χεριού της. Τραντάχτηκε, οι παλμοί της αυξήθηκαν και την κυρίευσε ένα κύμα από στρες και αγωνία. Η Ελένα ποτέ δεν τρώει τα νύχια της, πρέπει να είναι καλοφτιαγμένα και βαμμένα στην εντέλεια, σαν τα ανώτερα κορίτσια, τα κορίτσια του περιοδικού. Όπως θα την ήθελε και ο Αρτέμης. Όπως θα την ήθελε και η Δασκάλα. Όπως θα την ήθελε και ο καθρέφτης για το χορό. Εκείνη τη στιγμή, η Ελένα ένιωσε ανίκανη να ακολουθήσει οποιαδήποτε κατάλληλη οδηγία για την σωστή αντιμετώπιση από αυτά τα όντα, για την αντιμετώπιση που της αρμόζει. Έπρεπε να ξεβάψει όλα τα νύχια και να τα βάψει από την αρχή, ίσως και να κόψει και να λιμάρει τις άκριες, μιας και τις είχε φθείρει λίγο με τα δόντια. Η Ελένα ένιωσε βρώμικη, ακατάστατη, ατημέλητη, αδέξια. Το τοξικό μίσος που έκανε στροφές στο στομάχι της, άρχισε να εναντιώνεται στον εαυτό της και να την πληγώνει από μέσα.

Εκείνο το λεπτό, συνειδητοποίησε ποιο ήταν το λάθος που είχε κάνει. Είχε αρχίσει να θαυμάζει τον Αρτέμη και να του φέρεται όπως κανονικά υποτίθεται πως θα έπρεπε να της είχε φερθεί εκείνος. Τον έβλεπε από χαμηλά, τον είχε ανάγκη, τον θαύμαζε. Ο ύψιστος κόσμος που έπρεπε εκείνος να εκτιμάει σε αυτήν είχε τώρα μετατοπιστεί στην παρουσία του και εκείνη ήταν η λάτρης. Η Ελένα αναρωτήθηκε εάν αυτό ήταν η αιτία που η Δασκάλα της την εγκατέλειψε ελαφρώς και την αντικατέστησε με ένα σωρό άλλους μαθητές, μέχρι να βρει καινούριο κορυφαίο ακόλουθο. Όχι. Δεν έπρεπε να συμβεί έτσι. Δεν έπρεπε να κάνει αυτό το λάθος. Τόσο καιρό νόμιζε πως κάτι πήγαινε στραβά με εκείνη, ενώ η πραγματική αιτία ήταν ότι ανέβασε τον Αρτέμη πιο ψηλά από τον εαυτό της. Τώρα ήταν έτοιμη να μετατοπίσει ξανά αυτήν την αξία. Τώρα ήταν αποφασισμένη. Θα γινόταν μια σωστή γυναίκα, μια αγωνίστρια. Και τίποτα απ' όσα της είχε μάθει ο Αρτέμης δεν θα ήταν πλέον ορθά. Πώς μπόρεσε να της το κάνει αυτό;

Στην τρίτη Λυκείου, τη χρονιά των Πανελλαδικών, η Ελένα ήταν βέβαιη πως είχε βρει τον εαυτό της. Το μίσος της για τον Αρτέμη είχε χτυπήσει κόκκινο και τα σημάδια πάνω της το αποδείκνυαν. Κρατούσε πάντοτε τα σημάδια για να θυμάται το μίσος. Ο Αρτέμης ήταν όμως κομμάτι της ζωής της, ήταν ο παρτενέρ της. Δεν θα μπορούσε να τον αφήσει. Άλλωστε, είχε ανάγκη πλέον τα σημάδια για να μπορεί να αναγνωρίζει τον εαυτό της. Χωρίς αυτά, το σώμα της ήταν κάτι ξένο. Μα είχαν περάσει σχεδόν πέντε χρόνια απ' την τελευταία φορά που είχε δει το σώμα της χωρίς αυτά. Άλλωστε, τώρα που όλα τα κατώτερα κορίτσια, όπως και η Χριστίνα, ολοκλήρωναν τις σχέσεις τους με τους δικούς τους παρτενέρ, εκείνη είχε να αποδείξει ότι αυτό το στάδιο το είχε περάσει πολύ πριν. Τα σημάδια της θύμιζαν ποια είναι. Ο Αρτέμης ήταν ο μισός της εαυτός και παραπάνω. Το μίσος έκανε την καρδιά της να πάλλεται ακόμα. Και η ζωή για άλλη μια φορά επιβαλλόταν να τα φέρει όπως πρέπει.
Η χρονιά αυτή ήταν πνιγμένη σε εντάσεις ανάμεσα στην κοινή ζωή και το περιθώριο. Η Ελένα προσάρμοζε τις λέξεις που έμαθε απ' τον Αρτέμη σε ένα αντίθετο δικό της ρεύμα που είχε μόλις ξυπνήσει μπροστά στα μάτια της. Οι λέξεις που είχε μάθει μεταλλάχτηκαν σε μαφία, αντιφασισμός, τοξικοεξαρτημένος, νεοφεμινισμός, τρομοκρατία, μηδενισμός, νεοαναρχικός, μολότοφ, φυλακές τύπου Γ', αλληλεγγύη, αντάρτες, βενζίνη, κρεμάλα, ρεφορμισμός. Για να κερδίσει πίσω τα τα βήματα που είχε χάσει και το σταθερό της έδαφος, έπρεπε να αντιπαρατεθεί με την ζωή και τις λέξεις του Αρτέμη, όμως παράλληλα να κρατήσει απόσταση και από τα κανονικά παιδιά που μιλούσαν πάντα για ποδόσφαιρο και έρωτες και από τα λιγότερο λαμπερά πετράδια των γωνιών που μιλούσαν και μιλάνε ακόμα για το καλοκαίρι και τα παγωτά που θα φάνε. Η Ελένα βρισκόταν σε διαδηλώσεις, σε ίντριγκες, σε αντιπαραθέσεις στις καταλήψεις του σχολείου, σε μπάχαλα, στη φωτιά. Ήταν το κάτι άλλο. Μια ολοκαίνουρια ζωή μόνο για εκείνη. Η ζωή που της άξιζε. Πολλοί άρχισαν να την θαυμάζουν για τις λέξεις που πρόφερε και να την πλησιάζουν με διάφορους τρόπους. Ήταν ξανά στην κορυφή!

Καθώς ο Αρτέμης δεν ήταν στην καθημερινότητά της πια, λόγω των πολλών ωρών που αφιέρωνε στην καριέρα του, η Ελένα περνούσε τα βράδια της χαρίζοντας καινούρια, φρέσκα σημάδια στο σώμα της. Κάποτε βρέθηκε και ένα αγόρι μέσα από μια διαδήλωση που την πλησίασε όπως πλησίαζε και ο Μάνος τη Χριστίνα, όμως εκείνος δεν είχε να της προσφέρει σημάδια και τον απώθησε απευθείας. Έπαιρνε μάλιστα μέρος και σε δυναμικές δράσεις αλληλεγγύης και συντροφικότητας και διάβαζε συνέχεια κείμενα που ενίσχυαν τις λέξεις που γνώριζε για τον νέο της εαυτό, όχι όχι, τον πραγματικό της εαυτό, αυτόν που έπρεπε πάντοτε να κατέχει. Κείμενα δικά της βέβαια δεν έγραψε ποτέ, διότι δεν ήξερε τι να πει και δεν ήταν δα και για εκείνη τα γράμματα, όπως και το σχολείο, την υποβάθμιζαν και εκείνη ήξερε καλύτερα. Το περιθώριο στην νέα τάξη πραγμάτων είχε χωριστεί σε δυο πόλους, τον αυθεντικό πόλο του ανεπιθύμητου αλλά λαμπρού περιθωρίου των σκονισμένων πετραδιών και τον πλαστό πόλο του επιθυμητού, πολλά υποσχόμενου περιθωρίου που είχε τις ρίζες του στα μαθήματα της Δασκάλας της Ελένας. Η Ελένα μετά χαράς πήδησε στον δεύτερο πόλο, που της άρμοζε και γνώριζε πως θα έλαμπε εκεί μέσα περισσότερο απ' όλους, καθώς τώρα που βρήκε το δρόμο της θα ανέβαινε πάλι στην κορυφή των προτιμήσεων της Δασκάλας.

2016

Η Ελένα δεν πέρασε στο Πανεπιστήμιο. Δεν πέρασε για την ακρίβεια σε καμία σχολή, μιας και τα μόρια δεν έφταναν για να της πουν ποια θα είναι. Μόνη της γνώριζε αρκετά καλά. Μετακόμισε στην Αθήνα για να σπουδάσει σε μια ιδιωτική σχολή που την έστειλαν οι γονείς της, μιας και η ζωή ήταν δεσμευμένη να τα φέρνει έτσι στην Ελένα, ώστε όλα να της πάνε καλά και να μην την υποβαθμίζουν. Στο αμφιθέατρο, τα άλλα κορίτσια δεν της μιλούσαν, μιας και βρισκόταν πάλι ανάμεσα στους κατώτερους και ένιωθε ξένη. Δυναμική ξένη, όμως. Απ' αυτές που ξέρουν ότι σε λίγο καιρό θα κατέχουν ολόκληρη την περιοχή και θα ναι υπ' ευθύνη τους. Γι' αυτό η Ελένα δεν ανησυχούσε. Ήταν εντάξει και είχε μάθει να περιμένει τη ζωή να της τα φέρει. Εκτός απ' αυτό, είχε και κάτι πολύ δυνατό πάνω της: το μίσος και το τίποτα. Τον ασταμάτητο θυμό και το μηδέν. Δεν είχε τίποτε να χάσει, διότι όλα, μα όλα ήταν δικά της. Ακόμη και οι ανταγωνιστές της, ήταν δικοί της, οπότε ό,τι και να της έπαιρναν, πάλι δικό της θα κατέληγε.

Στα Εξάρχεια, συμμετείχε με την παρουσία της σε καταλήψεις, σε δράσεις, σε παρέες. Παρόλο που πλέον είχε απομακρύνει από τη ζωή της τον Αρτέμη, μιας και δεν της φτάναν πια τα σημάδια που της άφηνε, το τσιγάρο και η συνήθεια του να υπάρχει εκείνος γύρω της δεν μπορούσε να τα αποχωριστεί. Για να κάνει μάλιστα πιο έντονη την παρουσία και την επιρροή του, έπινε πολύ χόρτο, περισσότερο αλκοόλ και εκπαιδευόταν στο να πετάει βόμβες φωτιάς και πέτρες. Η Ελένα ήταν χαρούμεη, ευτυχισμένη. Τα άτομα που την περιτριγύριζαν τη λάτρευαν και όλοι ήθελαν να έχουν ένα κομμάτι της, να αφήσουν ένα σημάδι πάνω της. Η Ελένα δεν άντεχε να την υποβαθμίζουν, όμως δεν μπορούσε πραγματικά να ζήσει χωρίς την υποβάθμισή της. Όμως η αντιπαράθεση σε καθετί που καταπιέζει, είναι must. Το φώναζε το μίσος που είχε μέσα της. Ο σεξισμός και τα κοινωνικά πρότυπα έπρεπε να καταπατηθούν και να θαφτούν βαθιά στο χώμα, όπου ανήκουν οι ρίζες. Όμως το ντύσιμο και η εμφάνιση των κοριτσιών στα περιοδικά μαζί με τα βήματα του χορού της Δασκάλας ήταν επίσης απαραίτητα και ισάξια με το οξυγόνο. Η πατριαρχία, η βία και η σιωπή έπρεπε να πεθάνουν. Όμως τα σημάδια ήταν ζωτικής σημασίας.

Η Ελένα είναι χαρούμενη. Η Ελένα ξέρει πλέον τον εαυτό της και βρίσκει σιγά σιγά το δρόμο της. Η Ελένα είναι υπερήφανη! Και η Δασκάλα επίσης. Κανείς δεν μπορεί πια να της στερήσει την λαμπερή της γωνία. Τίποτα δεν μπορεί να της προκαλέσει πια το στρες που έκανε τα νύχια της να ξεβάψουν. Κανείς δεν θα τολμήσει ποτέ να την κάνει να αμφισβητήσει το τέλος της υποβάθμισής της. Και κανείς δεν θα πάρει ποτέ τη θέση του Αρτέμη στην καρδιά της, εάν δεν της αφήνει τα σημάδια που της αξίζουν. 


2030

Πέρασα από το παλιό μου σπίτι στα Εξάρχεια. Στον τοίχο δίπλα απ' την πόρτα μια Ελένα το 2016 είχε γράψει "Ίδια είναι τα αφεντικά, δεξιά κι αριστερά." Και προς τιμήν της δικής μου σκονισμένης γωνιάς στο σχολείο, έγραψα χωρίς να με νοιάζει αν με κοιτούν "Ακόμα και στην Αναρχία βρίσκω ανθρώπους με εξουσία. Δεν ανήκω πουθενά."      


-Δον Ψυχώτης

20.5.16

άνθος αραβοσίτου

Καθόμουνα δίπλα στην Ελένη. Εκείνη ήθελε να χωρίζουμε το θρανίο στη μέση, να 'χουμε τη μεριά μου και τη μεριά της, και να μην τα μπλέχνουμε. Γιατί, άμα, λέει, περάσω τη μεριά της, θα κάνει το χέρι μου κόκκινο. Εγώ ούτε δέχθηκα μα ούτε κι αρνήθηκα. Η Ελένη ζωγράφισε μια χοντροκομμένη γραμμή στο θρανίο και έγραψε με τεράστια γράμματα στη μεριά της ΕΛΕΝΗ με καρδούλες. Για μένα αυτά δεν σημαίνανε τίποτα, κι ήξερα πως δεν θα τολμούσε να μ' αγγίζει αν -δήθεν- παραβίαζα τον κανόνα της. Στοίχιζε την γόμα, την ξύστρα και το μολύβι της πάνω δεξιά στη μεριά της. Στοίχιζε και το βιβλίο. Είχε και τέσσερις μαρκαδόρους σε διαφορετικά χρώματα, για να υπογραμμίζει. Κάθε σειρά στο βιβλίο με διαφορετικό χρώμα- κι ούτε που τις κοίταζε ποτέ. Η πλευρά μου ήτανε πιο φτωχή. Δηλαδή, ήτανε όση χρειαζόταν να είναι. Το μολύβι μου κι η γόμα μου. Και το βιβλίο. Τέλος. Η Ελένη κορόιδευε. Δεν είχε, λέει, η μαμά μου λεφτά. Γι' αυτό φοράω μόνο κορδέλες και δεν κουρεύομαι. Γι' αυτό δεν έχω μαρκαδόρους και ξύστρες. Επειδή δεν έχει λεφτά η μαμά μου. Εγώ δεν συμφωνούσα ούτε διαφωνούσα. Ήξερα, βέβαια. Αλλά, σε κάθε περίπτωση, αν απαντούσα, θα παραδεχόμουν την ήττα μου. Στα μάτια της, δηλαδή. 

Η δασκάλα, χαμπάρι. Ρωτούσε για τον Διόνυσο και τον Ποσειδώνα. Τα αγόρια παίζαν ποδόσφαιρο, τα κορίτσια βόλει κι εγώ καθόμουν δίπλα στο παράθυρο και τους χάζευα γιατί "είχα πονόκοιλο". Κάθε Παρασκευή μας έδινε έναν μαθηματικό γρίφο να τον λύσουμε ως την Δευτέρα, και τότε γινόμουν χαρούμενη. Σκαρφάλωνα στο κρεβάτι μου και σκεφτόμουν το γρίφο ως να κλείσουν τα μάτια μου. Στους χειρότερους εφιάλτες, η Ελένη με κυνηγούσε με ένα τεράστιο μαρκαδόρο για να με υπογραμμίσει. Δεν έτρωγα γλειφιτζούρια και μαλλί της γριάς, και το χειρότερο δώρο ήταν τα ρούχα- το καλύτερο οι κούκλες. Και οι μπάλες. Οι μπάλες είχαν τέλειο ήχο όταν τις κλωτσούσες. Ή τις πετούσες με τα χέρια. Είχα μια συλλογή κορδέλες. Το χειρότερο χρώμα ήταν το ροζ, το αγαπημένο άλλαζε από εποχή σ' εποχή. Με κορίτσια δεν έπαιζα γιατί ήμουν αγοροκόριτσο και με αγόρια δεν έπαιζα γιατί ήμουν κορίτσι. Μια φορά η Ελένη ήρθε στο σχολείο βαμμένη. Με μέικ- απ και τέτοια. Γελάσαν όλοι. Εκείνη έβαλε τα κλάμματα και μας είπε πως δεν έχουμε ιδέα από μόδα. Η χειρότερη λέξη ήταν η μόδα. Η καλύτερη, η "βαρκατρουλοπετρολινοτσοκαρεκλοποδαριά". Επειδή ήταν τεράστια· κι επειδή δεν σήμαινε τίποτα. 

Τραγουδούσα. Στο δωμάτιό μου και στον δρόμο κι όποτε είχα τα κότσια. Ποτέ μπροστά σ' άλλους. Μόνο στη Μουσική, στο σχολείο- τότε το φχαριστιόμουν που τραγουδούσα όσο δυνατά μου 'κανε κέφι. Φορές- φορές η δασκάλα σταματούσε απότομα να παίζει για να δει ποιος ειν΄ αυτός ο κατεργάρης που τραγουδάει τόσο δυνατά και χαλάει τη μελωδία· το 'χα όμως μάθει και φρόντιζα να χαμηλώνω τον τόνο της φωνής μου όταν χρειαζόταν. Οι τοίχοι στο σπίτι λες κι ήταν χάρτινοι· η μάνα μου μ' άκουγε πάντοτε· χωρίς ποτέ να τ' αποκαλύψει. Ήξερε, βέβαια, την ντροπή μου. 

Μ' άρεσε ένα αγόρι, τον έβλεπα κάθε πρωί να περνά απ' το σπίτι, πηγαίναμε σε διαφορετικά σχολεία κι όμως οι δρόμοι μας διασταυρώνονταν. Θα 'τανε ένα-δυο χρόνια μεγαλύτερος. Δε μιλήσαμε ποτέ μα ούτε που μ' ένοιαξε· έφταν' ο ενθουσιασμός αυτής της μηδαμινής, μα καθημερινής μας συνάντησης. Στα καλύτερα όνειρα, παίζαμε μπάσκετ και νικούσα στα καλάθια. Πλέον, θυμάμαι μόνο τ' αθλητικά του κι αυτήν τη μπάλα που στερέωνε κάτω απ' το μπράτσο του τις μέρες με ήλιο. Όχι το πρόσωπο. Ποτέ το πρόσωπο. 

Είχα φίλους όλα τ' αδέσποτα -σκυλιά, γατιά- της γειτονιάς, ποτέ όμως δεν τόλμησα όμως να ζητήσω να φέρουμ' ένα στο σπίτι. Μια φορά μονάχα είχαμ' ανεβεί ως το μπαλκόνι μου με τη Νόρα -τ' αγαπημένο μου γατί- για να της δείξω, λέει, την θέα. Μ' έπιασ' η μάνα μου στα πράσα και με κάθισε μια ώρα στον καναπέ, αυτή να ψέλνει πως "δεν μπορούμε να θρέψουμε ένα ακόμα ζωντανό σ' αυτό το σπίτι" κι εγώ, με πείσμα, να επιμένω, με μόνο επιχείρημα το κλάμα μου, πως έχω ανάγκη έναν φίλο. Έπαιξα και το θέατρό μου· καμωνόμουνα επιδεικτικά, μπροστά της, πως έχω φανταστική φίλη· πως κάνουμε τα πάντα μαζί και τα συναφή. Τίποτα η μάνα μου. Μόνο που την εκνεύριζε το πείσμα· κατά τ' άλλα, ήξερε την πονηράδα μου. 

Έκλαιγα, ναι, 'ντάξει. Όχι όσο τώρα. Έκλαιγα πιο λίγο. Κι όταν έκλαιγα, γευόμουνα τα δάκρυα με τη γλώσσα και μου 'φτιαχνε η διάθεση. Ύστερα ξάπλωνα στο κρεβάτι και με 'παιρνε ο ύπνος ανάλαφρα. Αν φοβόμουν, κρυβόμουν πίσω απ' τις κουρτίνες· κι όταν, κάποτε, πέτυχα καταλάθος μια σκηνή με σεξ στην τηλεόραση, έτρεξα κάτω απ' το τραπέζι της κουζίνας πανικόβλητη και ντροπιασμένη. Τα μάγουλά μου δεν κοκκινίζανε μα ένιωθα την μύτη μου να τσούζει πολύ εύκολα. 

Κι αν τώρα, κάπου- κάπου, ξυπνήσω μες στη νύχτα ιδρωμένη και τρομαγμένη, θα 'ναι ένα απ' αυτά τα περίεργα όνειρα· πως χάνω το δρόμο για το σχολείο και δεν μπορώ πια να γυρίσω στο σπίτι· πως ανοίγω την πόρτα του δωματίου μου κι είναι γεμάτη με τρομακτικούς ψηλούς κυρίους με μακριά μούσια· ή πως η μαμά μου κάνει συμφωνία με τη μαμά της Ελένης κι ανταλλάζουνε τα ρούχα μας, κι εγώ είμαι καταδικασμένη να φοράω για πάντα τα φούξια φουστανάκια της.. 
  
Τότε, αν πλησιάσω στον νιπτήρα του μπάνιο για να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου, μ' έκπληξη θ' αντιληφθώ πως δεν χρειάζεται πια να πατώ στις μύτες για να δω στον καθρέπτη ολόκληρο το πρόσωπό μου. 

-thakrya

13.2.16

φρέντο

Εκεί που κάνεις λίγο την αδιάφορη και γυρνάς το κεφάλι απ'την άλλη, ενώ μιλάει. Χαχ, και πράγματι για λίγο δυσανασχετεί, σκέφτεται μπορεί να βαριέσαι. Το βλέπεις στο πρόσωπό του, νιώθεις λίγο άσχημα.

Αααμμ, μετά.. μετά.. όχι αρκετή οικειότητα ακόμα. Μιλάει και κοιτάς και θες να τον φιλήσεις ή να τον αγκαλιάσεις, μα πως να τον διακόψεις. Άσε και τώρα μπροστά στους φίλους του. Ωωω σε τρώει. Θες να το κάνεις.

Και τότε χαράματα στο λεωφορείο που προσπαθείς να κρατήσεις τον ώμο σου όσο πιο ακίνητο γίνεται, παρά τα τραντάγματα. Μην ξυπνήσει. Τον κοιτάς, τον βλέπεις. Και βασικά βλέπεις πολλά πράγματα, αλλά δεν είσαι σίγουρη. Αλλά μάλλον τα βλέπεις. Και ξαπλωμένοι εκεί, καρφωμένα βλέμματα, σιωπηλοί. Σα να 'στε στο σινεμά. Ξαφνικά μια έντονη ανάγκη. Το νιώθεις να σκαρφαλώνει τον οισοφάγο σου. Σκέφτεσαι ότι μάλλον θα το πεις κ δε θα το καταλάβεις. Λες και είσαι ναρκωμένη. Είναι η πιο άκυρη στιγμή. Είναι μάλλον η στιγμή που θα 'λεγες ένα ασήμαντο αστειάκι, έτσι για μια μικρή έκφραση στο πρόσωπό του.

Ντάξει τελικά σηκώθηκε να κλείσει το παράθυρο. Η ανάγκη υποχωρεί για τώρα..

Μες τις μικρές σου υποχωρήσεις, το μυαλό σου για λίγο δεν υπακούει. Σα να 'χεις θυμώσει. Ντάξει όχι θυμό θυμό. Θυμούλη, μικρό. Λίγος ηλεκτρισμός. Κατάλαβες. Τόσο ώστε να 'σαι λίγο απόμακρη το βράδυ. Κι όμως ξανά το απογοητευμένο βλέμμα του με λίγη απορία. Όπως στην αρχή, μόνο λίγο διαφορετικό. Φαίνεται πως τώρα πρέπει να δικαιολογηθείς. Χαχ, μα δεν αντέχεις για πολύ. Μια κουβέντα του, μία λέξη, άσχετη λέξη. Ίσα ίσα σαν πάει να ξεκινήσει την πρόταση. Κι ο ηλεκτρισμός στον αυχένα σου χαλαρώνει, ναρκώνεσαι πάλι.

Και φτάνεις σπίτι και σκέφτεσαι, και σκέφτεσαι, και σκέφτεσαι. Και αναρωτιέσαι αν όντως νιώθεις αυτό, που νιώθεις ότι νιώθεις. Εδώ μάλλον γελάς λίγο. Καθώς βλέπεις τον εαυτό σου τόσο μικρό και χαριτωμένο. Μικρό και χαριτωμένο, που πίστευε πως δε θα ξανάνιωθε κάπως έτσι.

-paul

27.1.16

η συμφωνία

Κάθε φορά που κάνω ντούζ
η ίδια σκέψη τριγυρνάει στο μυαλό μου
''να είχα κάποιον να μου σαπουνίσει τη πλάτη''

Μην πάει το μυαλό σου στο πονηρό,
κάθε άλλο παρά πονηρό σκέφτομαι

Να είχα κάποιον να καθαρίσει τα σημεία που εγώ δεν μπορώ
να ενυδατώσει τις ουλές που δεν φτάνω
να αγκαλιάσει αυτό που εγώ περιφρονώ
να φροντίσει αυτό που εγώ δεν δύναμαι

Και σαν συνεννόηση,
σαν συμφωνία αίματος
σαν όρκο θανάτου
να έκανα και εγώ το ίδιο

-eva k.

30.10.15

δημοτικό


(guest από Στέλλα)

Το η το ήτα. Το μεγάλο μοιάζει με σκαλίτσα μ' ένα μόνο σκαλοπατάκι. Το μικρό με μια σκυφτή γιαγιούλα που κρατάει μαγκούρα. Το πρωί κάνουμε προσευχή. Το σταυρό μας τον κάνουμε με τρία δαχτυλάκια, με το δεξί χεράκι. Πάντα διαλέγουμε το δεξί. Την Παρασκευή μετά την προσευχή λέμε τον Εθνικό Ύμνο και υψώνουμε τη σημαία. Τα αγόρια την υψώνουν, η σημαία δεν είναι για κοριτσίστικα χέρια. Τα κορίτσια είναι καλά στις χειροτεχνίες, τα αγόρια όχι. Αγόρια ατσίδες, κορίτσια κατσαρίδες. Καθρεφτάκι. Όποιος το λέει είναι. Όποιος λέει ψέματα πέφτει μες τα αίματα. Όποιος λέει αλήθεια έχει το Θεό βοήθεια. Τα φωνήεντα είναι εφτά και φωνάζουν δυνατά. Αν ρίξεις καμιά ξυλιά, θα τις φας από τη δασκάλα. Αν ρίξει ξυλιά η δασκάλα, εντάξει. Αν ρίξεις ξυλιά στη δασκάλα, σε δέρνουν δασκάλα, διευθύντρια και γονείς. Ότι η προπαραλήγουσα ποτέ δεν περισπάται. Εμείς και ο κόσμος. Πρώτα κοιτάζω αριστερά, μετά κοιτάζω δεξιά, βλέπω το δρόμο ελεύθερο, περνάω γρήγορα. Η μόνη φορά που διαλέγουμε πρώτα αριστερά. Τον τόνο τον γράφουμε από πάνω προς τα κάτω γιατί πρώτα τον βουτάμε στο φεγγαράκι. Αν σε λένε Αντωνίου, εντάξει. Αν σε λένε Χατζηθεοδώρου, εντάξει. Αν όμως σε λένε Πιπεράκη, ή Προσπαθόπουλο ή Τσιμπούκα (απ'την πέμπτη τάξη και μετά) έχεις πρόβλημα. Παλιά κοροιδεύανε και τους Ερμόλαους και τους Απόλλωνες. Τώρα είναι τόσοι πολλοί που δε βρίσκεται ένας Κώστας, ένας Νίκος, να φάμε γλυκό στις γιορτές. Δεν ξέρω πότε γιορτάζουν οι Μένιπποι. Την 28η γιορτάζουμε το ΟΧΙ και τους Γρεμανούς. Την 25η τον Κολοκοτρώνη και το Γέρο του Μοριά. Τη 17 Νοέμβρη δεν είναι κανονική γιορτή γιατί δεν κάνουμε παρέλαση. Γιορτάζουν τα τανκς. Των Τριών Ιεραρχών γιορτάζουμε ότι δεν έχουμε σχολείο. Πατατάκια και μπέικρολς στο διάλειμμα. Να πάρω ένα; Το κουδούνισμα για να βγούμε διάλειμμα και το κουδούνισμα για να μπούμε στις τάξεις δεν έρχεται απ'το ίδιο κουδούνι. Αν πάρεις μία πολύ καλή γόμα και προσπαθήσεις να φτιάξεις το μεγαλύτερο γομίδι στον κόσμο που θα μπει στο βιβλίο Γκίνες, η δασκάλα θα τσαντιστεί και θα το πετάξει. Στη βιολογία, όταν κάνουμε για το φυτικό κύτταρο, όλοι κοιτάνε πίσω πίσω στην Αναπαραγωγή. Τα βραχέα πάντοτε οξύνονται. Ποτέ μην αναβάλλεις για αύριο αυτό που μπορείς να κάνεις σήμερα. Των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν.
Εγώ έκανα τον τόνο από κάτω προς τα πάνω, και στο γυμνάσιο δεν έγινα απουσιολόγος.

-Στέλλα

17.2.15

το χιονι

Χιονίζει! Άμα χιονίζει στην Αθήνα, είναι θαύμα. Μπορούν τα πάντα να συμβούν. Να, όταν η Γουέντυ και τ'αδέρφια της πέταξαν απ'το παράθυρό τους στην Ονειροχώρα με τον Πήτερ Παν, τότε χιόνιζε. Αλλά όχι μόνο στα παραμύθια, όχι μόνο στα «ψέματα».

Να, ξυπνάς αργά, σε δύο ώρες γράφεις, δεν έχεις διαβάσει, δεν θα προλάβεις, θα κοπείς, θα αποτύχεις... Χιονίζει όμως μαγεία. Πέφτει το χιόνι σιωπηλά, σου υπόσχεται γελαστές υποσχέσεις. Όταν χιονίζει τα σύννεφα είναι άσπρα, όχι γκρι. Δεν σου φτάνει ο αέρας, δεν σε χωράει ο τόπος.

Στο δρόμο ούτε μια ομπρέλλα. Όλοι περπατούν αργά, όλοι κοιτάνε ψηλά. Στην πλατεία Ομόνοιας οι άνθρωποι είναι συνήθως βιαστικοί, κουρασμένοι απ'το πρωί- και κοιτάνε πάντα κάτω. Χιονίζει όμως. Στο λεωφορείο τα μάτια λάμπουν σαν να γίνεται κάπου κρυφά μια σκανταλιά. Όλοι κοιτάνε απ'τα παράθυρα, χαμογελάνε, σφυρίζουν, μουρμουρίζουν, κοιτιούνται ντροπαλά. Οι πιο άτακτοι μπαίνοντας μπορεί να πουν και Καλημέρα. Πέραμα- Ομόνοια μέσω Γρηγορίου Λαμπράκη. Η πιο μίζερη διαδρομή του κόσμου, σκέτη εκδρομή. Έχει κίνηση- δε σε νοιάζει. Σταματά το λεωφορείο μπροστά σ'ένα tattoo shop. Δίπλα έχει ένα nail studio. Χιονίζει και όλοι έχουν βγει να δουν- θαύμα. Οι χεβιμεταλάδες αγριωποί του tattoo κάνουν πιο πολλές χαρές κι απ'τα κορίτσια του nail studio, τσιρίζουν, βγάζουν και selfies.

Χιονίζει και μπερδεύεσαι, Φλεβάρης έχουν ανθίσει οι αμυγδαλιές, το χιόνι θα τις κάψει. Μπερδεύονται στα μάτια σου πέταλα και νιφάδες, τα χάνεις. Μα, αυτό είναι το νόημα. Για να καούν ανθίζουν.

Κι όποιος κρατάει ομπρέλλα στο χιόνι είναι κακός άνθρωπος.



-Στέλλα

12.2.15

στέρηση

Στερητικό σύνδρομο.
Ψυχική και σωματική κατάσταση.
Ψυχική και σωματική πάλη.
Δύο λέξεις. Τόσος πόνος,

Συγκρουόμαστε με το απίθανο
γιατί φοβόμαστε το συνηθισμένο.

Υιοθετούμε στενάχωρα στιχάκια
γιατί φοβόμαστε την κανονικοποιημένη χαρά.

Βαριανασαίνομε
γιατί πνιγόμαστε.

Στερητικό σύνδρομο λόγω της έλλειψης
καφέ, ύπνου, τσιγάρου, συναισθήματος, ανθρωπιάς.

Κενό για το κενό.
Πόλεμος για την ειρήνη.
Στέρηση για την απόλαυση.




2.2.15

(χωρίς τίτλο..)

Γεια σου, τι κάνεις; Καιρό έχουμε να τα πούμε.
Καιρό έχουμε να ανταλλάξουμε τυπικά λόγια
να χαμογελάσουμε ψεύτικα ο ένας στον άλλον
να κρύψουμε τα αληθινά μας συναισθήματα
τις αληθινές μας επιθυμίες.
Καιρό έχουμε να τις μπαζώσουμε μέσα μας, μέσα στις σαπισμένες και βρώμικες ψυχές μας, και στη συνέχεια να πάρουμε βενζίνη και να τις κάψουμε της γαμημένες. 
Αυτό κάνουμε καθημερινά φίλε μου. Καταντούμε την ομορφιά της ανθρώπινης επαφής σε μια απέραντη, αβάστακτη ταφόπλακα. Τα ονόματα μας, χαραγμένα πάνω της. 
Η παλλώμενη καρδιά μου φτύνει καθημερινά αίμα μοναξιάς, το οποίο ρέει στο υπόλοιπο κορμί μου και καταλήγει ως κρύο, μάτταιο δάκρυ που αγγίζει την επιφάνεια του προσώπου μου. 
Δεν επιζητώ σωτηρία. Η επιθυμία για επαφή πέθανε μαζί με την αισιοδοξία μου. Η ανάγκη της όμως, όχι. 
Γι'αυτό δεν θα σηκώσω το τηλέφωνο.
Δεν θα απαντήσω χαμογελώντας.
Δεν θα ρωτήσω τα νέα σου.
Δεν με ενδιαφέρουν.
Θέλω κάτι αληθινό, κάτι ουσιαστικό.
Και έτσι, ίσως καταφέρω κάποτε, να με ξανα αγαπήσω. 

13.1.15

δρόμος


Διανύω δρόμους.
Δρόμους όχι βουτηγμένους σε αναπνοές φύσης
και όχι σε αποβράσματα πράσινα.

Δρόμους που πνίγονται στην άσφαλτο
Η άσφαλτος νίκησε στον αγώνα.
Κι ας έπαιξε άτιμα.
Ήταν πιο δυνατή.
Η φύση όμως είναι πιο όμορφη.
Το ξέρετε.

Πινακίδες του STOP, πινακίδες που μου ορίζουν, που με αναγκάζουν να τρέχω με 60 και 70
κατακλύζουν τα μάτια μου σε σημείο όπου κι όταν τα μάτια μου κλείνω
βλέπω νούμερα, νόμους, λόγια.

Για να προστατέψουν το ανθρώπινο είδος, λένε.
Μάταια. Αυτό δε σώζεται με τίποτα.
Τι και αν τρέχω με 200;
Θα πεθάνω- λένε.
όμως δεν γνωρίζουν τον τρόπο.

Στα αυτιά τους όροι άγνωστοι.
Θα πεθάνω ΕΛΕΥΘΕΡΗ και θα ξέρω πως δεν ήμουν μια απ' αυτούς.
Τα στρατιωτάκια, τα πιόνια.
Ναι. Αυτό είναι.

-Μ.

30.12.14

de cariño


Περπατάω βιαστικά, πηγαίνω ισπανικά. Λοιπόν, είναι Χριστούγεννα, καταλήγω. Σαφώς. Στην Ερμού παντού φωτάκια, λαμπάκια φρενιασμένα, βιτρίνες και μανάδες αλαλιασμένες τρέχουν να ψωνίσουν σε ανίψια και βαφτιστήρια. Στυλιζαρισμένη τρυφερότητα, "cuteness" που λένε, με κάθε αγορά δωρίζετε ένα ευρώ στο Χαμόγελο του Παιδιού. Υποχρεωτικά χαμόγελα οι πωλήτριες -πειθαρχία!- τα ξεφορτώνονται μόνο όταν τελειώνει η βάρδια και ξεκολλούν από πάνω τους και τη στολή-ξωτικό του μαγαζιού. Ξαναβάζουν το τζινάκι από τα H&M και σπίτι. Έλεγα πως πρέπει όλο αυτό να το παλέψεις, να μην το αφήσεις, ψάχνεις λοιπόν απελπισμένα και, ευτυχώς, βρίσκεις στιγμές και εικόνες τρυφερότητας απλής -de cariño.



Θυμάσαι πως τέτοιες μέρες οι ίδιες αφηνιασμένες μάνες που γυρίζουν τα mall γίνονται "μαμά", αφήνουν, γελώντας λίγο, τα πολύ μικρά να στολίσουν το δέντρο, βιαστικά κι ενθουσιασμένα, τα στολίδια σπάνε, μπαίνουν ανάποδα και μόνο μπροστά και χαμηλά -εκεί που φτάνουν τα πιτσιρίκια. Το "ω, έλατο" γίνεται καρικατούρα, αλλά της μαμάς της αρέσει έτσι.



Και πάλι κάποιος μπαμπάς που έχει φορέσει τα γυαλιά του και διαβάζει εφημερίδα σοβαρός, γκρίνια για την ακρίβεια και τον παλιόκαιρο, κάθεται ευλαβικά ακίνητος να του φορέσουν τα μωρά τα ρόλλεϋ της γιαγιάς που ανακάλυψαν σε ένα συρτάρι. Τα γυαλιά στραβώνουν στη μύτη του κι αυτός κάνει ότι διαβάζει και διαμαρτύρεται, μα κρυφά λιώνει με τα ρόλλεϋ και το δίχτυ στο κεφάλι.



Σκέφτεσαι τη γιαγιά που όταν ήσουν μικρός σε σκέπαζε καλά καλά, απ´όλες τις μεριές, και πριν κοιμηθείς σταύρωνε τρεις φορές το μαξιλάρι, σίγουρη πως θα σε φυλάξει από κάθε κακό. Τότε το πίστευες και κοιμόσουν ήσυχος "με το θεούλη να σε προσέχει" και τώρα που δεν πιστεύεις σ'αρέσει ακόμα πιο πολύ αυτό το μαγικό σταύρωμα.



Ή άμα προσπαθείς μέσα σου να ξαναφτιάξεις κάτι, τον Έρωτα που σου χάλασε το Hollywood, και υπνωτισμένος διαβάζεις παλιά γράμματα ερωτικά, ραβασάκια, σημειώματα των γονιών σου, των παππούδων σου και αμέσως να! τίποτα δε χάθηκε, η ίδια αγωνία, οι ίδιοι τσακωμοί, τα ίδια μοναδικά λόγια, και ξανακρατάς ανέγγιχτο το ιδανικό σου. Έτσι μπορείς πάλι να φαντάζεσαι παιχνίδια με το ταίρι σου, όπως να μετράτε τις ελιές στα πρόσωπά σας με φιλιά και πάντα να σας ξεφεύγει κάποια.



Άλλες φορές θυμάσαι που περπατάτε βράδυ με φίλους σε κάποιον ήσυχο δρόμο -δεν πάτε και πουθενά- και κάποιος αρχίζει αφηρημένα να μουρμουρίζει ένα τραγούδι (in the deathcar, ας πούμε) και τελικά καταλήγετε να το μουρμουρίζετε όλοι πολύ δυνατά και προσηλωμένα. Ή ξαφνικά καταλαβαίνεις γιατί σου αρέσει τόσο εκείνο το άλλο τραγούδι. Για τη λέξη "τοσοδούλι".

Ξεφεύγεις λοιπόν από τα νύχια της Ερμού, περπατάς και βλέπεις τα σημαντικά μόνο. Ένας παππούς κλασσικός -και με τραγιάσκα- νωρίς το πρωί σε μια στάση λεωφορείου αγοράζει κουλούρι για να ταΐσει τα περιστέρια της πλατείας Κάνιγγος, κερνάει δηλαδή την παρέα. Κι ένας άλλος, παρόμοιος, κάθεται σ'ένα παγκάκι και τρώει τρισευτυχισμένος παγωτό κυπελάκι, απ'αυτά που έχουν και δώρο έκπληξη.


Μπαίνεις κι εσύ σ'ένα λεωφορείο με ψηλά το ηθικό. Είσαι μέσα σου καθαρός, τραβάς το δικό σου δρόμο μακριά από την Ερμού, έχεις βρει τις απαντήσεις σου. Αγριοκοιτάς λοιπόν, ως συνήθως, τη μόνιμη κλούβα των ΜΑΤ στη Βασιλίσσης Σοφίας. Μέσα από τα σύρματα και το τζάμι το βλέπεις. Το χριστουγεννιάτικο δεντράκι της κλούβας. Φαντάζεσαι ματατζήδες να κρεμάνε στολίδια και λαμπάκια με κάποια αμηχανία, τους δυσκολεύουν γιλέκα και κλομπ, σκέφτονται πως πλησιάζει η 6 Δεκέμβρη, ίσως κάποιος θυμάται που χτύπησε κάτι παιδιά στις 17 Νοέμβρη... Χριστούγεννα, σκέφτεται, η γιορτή των παιδιών... Κοιτάει το είδωλό του στο τζάμι, κοιτάς κι εσύ το δικό σου. 
Ποιον αγριοκοιτάς;

-Στέλλα