Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σορτ Στόρις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σορτ Στόρις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

21.9.17

το αγόρι και ο κάκτος

Το αγόρι έμενε στο κέντρο, σε μια αχανή πολυκατοικία χρώματος μπεζ. Δεν του πολυάρεσε, αλλά δεν μπορούσε να κάνει και πολλά για να το αλλάξει. Σκεφτόταν  να το σκάσει, είχε καταστρώσει ολόκληρο σχέδιο απόδρασης, ακόμη και το πώς να φερθεί αν τον βρουν είχε σκεφτεί. Κλειδωνόταν στο μπάνιο, φανταζόταν την σκηνή που τον βρίσκουν και πρόβαρε τις δακρύβρεχτες και συγκινητικές του δηλώσεις μπροστά στους συγγενείς ή και τις κάμερες. Έτσι είχε δει. Όταν εξαφανίζεται κάποιος, αν είναι όμορφος, δυνατός ή παιδί το δείχνει η τηλεόραση, οπότε κι αυτό έμαθε προκαταβολικά εξαιρετικά τον ρόλο του αγνοούμενου. Μερικές φορές το πίστευε κιόλας, ο ρόλος του τον βύθιζε, πανικοβαλλόταν που είχε χαθεί, μόνο που βρισκόταν στο μπάνιο του διαμερίσματος του απέναντι από τον καθρέφτη. Το ήξερε όμως, ήταν δειλός, δεν θα έκανε κάτι τέτοιο.


Ο κάκτος έμενε κι αυτός στο κέντρο. Μέσα στο χάος της πόλης, τις κόρνες, τους μουτρωμένους ανθρώπους, βρισκόταν το σπίτι του. Μια μικρή όαση. Το ανθοπωλείο της κυρίας Μαίρης. Ο κάκτος ήξερε ότι δεν βρίσκεται στο πραγματικό σπίτι του και ποτέ δεν συμπάθησε την κυρία Μαίρη. Όχι επειδή δεν τον πότιζε, ίσα ίσα δεν δίψαγε και ποτέ πολύ. Απλά, ήξερε ότι η κυρία Μαίρη ποτέ δεν τον αγάπησε. Ποτέ δεν του μίλησε, δεν του έδινε ούτε σημασία. Ο κάκτος ήταν στριμωγμένος μαζί με τους άλλους γείτονες  του, τα λουλούδια, τις γλάστρες, τα μικρά δεντράκια και τα αρωματικά φυτά, παρ’ όλα αυτά όμως αισθανόταν μόνος. Ερχόντουσαν και οι άνθρωποι. Ερχόντουσαν να αγοράσουν. Αυτή ήταν και η χειρότερη στιγμή του κάκτου. Σιχαινόταν τότε, περισσότερο από ποτέ τους γείτονες του. Με το που ακούγεται ανθρώπινη φωνή αμέσως πανικός στη γειτονιά. Τα λουλούδια να καλλωπίζονται, να κορδώνονται καμαρωτά και να ανταλλάζουν φιλοφρονήσεις και κολακείες μα το καθένα να εύχεται ψιθυριστά να αγοράσουν εκείνο, να είναι εκείνο το πιο όμορφο, να αγοράσουν εκείνο. Μερικά κιόλας δεν ήταν δίκαια και έριχναν χώμα στα άλλα την στιγμή που κατέφθανε ο άνθρωπος. Οι γλάστρες να ξεσκονίζονται και να σπρώχνουν η μια την άλλη μήπως σπάσει καμία και μειωθεί ο ανταγωνισμός. Τα δεντράκια, απ’ την άλλη, να απλώνουν τα κλαδιά τους, για να κρύψουν τους υπόλοιπους . Μόνο τα αρωματικά φυτά του φαινόντουσαν εντάξει! Ήταν πάντα ζαλισμένα, μπέρδευαν  τα λόγια τους και δεν πολυνοιάζονταν για το αν θα μπουν στην σακούλα του ανθρώπου. Ο κάκτος ποτέ δεν ήθελε ανθρώπους. Όλοι του μοιάζανε με την κυρία Μαίρη, σκυθρωποί και νευρικοί. Έτσι, αν τύχαινε να τον αγγίξει κανείς, αυτός έβγαζε τα τρομερά του αγκάθια και τους τρυπούσε με όλες του τις δυνάμεις. Κλάματα, φωνές και μερικές φορές κάποιοι τον πετούσαν με δύναμη κάτω. Πονούσε αυτό, αλλά δεν τον ένοιαζε, αρκεί να μην μπει στην τρομακτική κίτρινη  σακούλα «Άνθη – Φυτά Κυρία Μαίρη».

Το αγόρι αισθανόταν μόνο. Είχε φίλους. Τους έβλεπε στο σχολείο και σπάνια κάποιο απόγευμα για να παίξουν. Οι γονείς του ήταν αυστηροί, δούλευαν πολύ, έλειπαν απ’ το σπίτι. Φοβόντουσαν να βγαίνει έξω με τόσους κινδύνους. Έτσι, το αγόρι έμενε συνήθως σπίτι, πλάθοντας όμορφες ιστορίες στο κεφάλι του, που μετέπειτα διηγούταν στα  λούτρινα αρκουδάκια του. Τα τοποθετούσε ημικυκλικά, αυτός στο κέντρο.  Μα τα αρκουδάκια είχαν κι άλλα πράματα να κάνουν. Δεν μπορούσαν να κάθονται  όλη μέρα να τον ακούν! Μάλιστα, μεταξύ μας, ένα νευρίασε και έφυγε στην μέση μιας ιστορίας. Έκτοτε δεν ξαναμίλησε με το αγόρι. Και επειδή τα αρκουδάκια δεν ήταν πάντα διαθέσιμα για ιστορίες, το αγόρι είχε επινοήσει κι άλλα όμορφα παιχνίδια. Πατούσε πάνω στο χαλί, έλεγε τις μαγικές του λέξεις και το χαλί ξεκινούσε να αιωρείται. Το αγόρι και το χαλί είχαν ταξιδέψει πετώντας παντού στον κόσμο. Αλήθεια είναι! Τους έχω δει κι εγώ! Άλλοτε πολεμούσε με δράκους κι άλλοτε βρισκόταν σε όμορφα χωριά με πολλά φυτά, ζώα και μαγικά πλάσματα. Το αγόρι είχε αρκετή φαντασία και σκεφτείτε πως όλα αυτά τα έκανε στο δωμάτιο του!

Ο κάκτος αισθανόταν μόνος. Κάποτε, παλιά (τη λέξη «παλιά» χρησιμοποιεί κι ο ίδιος, δεν θέλει να θυμάται πιο συγκεκριμένα) συγκατοικούσε στην πορτοκαλί γλαστρούλα του με μια μικρή πέτρα. Η πέτρα κι ο κάκτος ήταν αχώριστοι. Όλοι τους έλεγαν πόσο άσχημοι είναι, πως κανείς δεν πρόκειται να τους αγοράσει. Ίσως ήταν αλήθεια. Αλλά τι τους ένοιαζε; Είχαν ο ένας τον άλλο, μιλούσαν με τις ώρες, παίζανε κι αισθάνονταν βαθιά φιλία ο ένας για τον άλλον. Μα, γιατί οι πέτρες και οι κάκτοι είναι τόσο παρεξηγημένοι;  Είναι υπέροχα πλάσματα και στα ταξίδια που ‘χω κάνει έχω γνωρίσει αξιαγάπητους κάκτους και πέτρες και έχουμε κάνει τέλεια παρέα!

Μια μέρα, οι γονείς του αγοριού το φώναξαν στον σαλόνι. Δεν είχε καλούς βαθμούς στο σχολείο κι έπρεπε να εντατικοποιήσει το διάβασμα. Τέρμα κι οι λιγοστές βόλτες! «Θα ‘ρθει μια κυρία να σε βοηθάει με τα μαθήματα.».

Μια μέρα, η κυρία Μαίρη επισκέφτηκε τον κάκτο και την πέτρα. Ναι, σωστά υποψιαζόταν. Ο κάκτος αναπτύσσεται κι η πέτρα τον εμποδίζει. Την απομάκρυνε και την πέταξε στον κάδο. Εξάλλου, «μια πέτρα είναι, σιγά».

Το αγόρι κι ο κάκτος ήταν θλιμμένοι και περισσότερο μόνοι από ποτέ. Το αγόρι έκλαιγε κρυφά στο μπάνιο, ενώ ο κάκτος προσπαθούσε να μην μεγαλώνει άλλο, να μικρύνει, μήπως η κυρία Μαίρη έφερνε πίσω την πέτρα. Έκοβε τα αγκάθια του, τις ρίζες του (πονούσε πολύ αυτό!), έριχνε το θρεπτικό χώμα της γλάστρας του κάτω, μα τίποτα, δεν μίκρυνε.

Η μαμά και ο μπαμπάς του αγοριού είχαν επέτειο και η μαμά ήθελε τα ομορφότερα λουλούδια για το  σπίτι. Πήρε το αγόρι απ’ το χέρι και μπήκαν στο αμάξι.

«Άνθη- Φυτά κυρία Μαίρη»
Αυτό έγραφε η ταμπέλα.

Και το αγόρι ενθουσιάστηκε.

Η μαμά έκανε πολύ ώρα να διαλέξει τα ομορφότερα λουλούδια κι έτσι το αγόρι μπορούσε να κοιτάξει ελεύθερα όλα τα φυτά και τα λουλούδια της κυρίας Μαίρης. Έπρεπε να ήσασταν εκεί να βλέπατε από κοντά. Πανικός! Ήταν σαν όλα να προετοιμάζονται να πάρουν μέρος σε διαγωνισμό ομορφιάς. Το αγόρι παραξενεύτηκε, δεν καταλάβαινε γιατί να προσπαθούν τόσο πολύ να δείχνουν όμορφα. Η μαμά τα έκρινε όλα εξονυχιστικά. Κοιτούσε λεπτομερώς τα χρώματα και τα σχήματα και συνεχώς απέρριπτε ολοένα και περισσότερα. Τα λουλούδια και τα φυτά δεν άντεχαν την τόση σκληρή κριτική και πολλά ξεσπούσαν σε λυγμούς.

-Μηηηη! Τι κάνεις εκεί παιδί μου; Φύγε μακριά από ‘κει, θα τρυπηθείς!

Κι η αλήθεια είναι τρυπήθηκε. Μα δεν τον ένοιαξε.

-Έλα ‘δω παιδί μου! Μάτωσες πρόσεχε! Μα και σεις κυρία Μαίρη; Κάκτο; Ποιος αγοράζει κάκτο;

Ο κάκτος τράβηξε την προσοχή του αγοριού. Ήταν το μόνο φυτό που δεν προσπαθούσε να δείχνει όμορφο. Είχε, μάλιστα, γυρισμένη την πλάτη στη μαμά και σιγομουρμούριζε. Τι σιγομουρμούριζε δηλαδή; Την έβριζε δυνατά κανονικότατα!

Ο κάκτος εντυπωσιάστηκε απ’ το παιδί. Μα δεν το ‘δειξε, είχε μάθει να ‘ναι δύσπιστος με τους ανθρώπους.  Το αγόρι, όμως, δεν του φαινόταν όπως οι άλλοι.  Έτσι ένιωθε και μεσ’ την ντροπή του απηύθυνε τον λόγο, αφού πρώτα έφτιαξε την φωνή του ώστε να ακούγεται βαριά και τρομακτική:

-Μικρέ άνθρωπε, κάνε πίσω. Είμαι πολύ επικίνδυνο φυτό. Θα γδάρω όλο σου το σώμα με τα αιχμηρά μου αγκάθια!, είπε και πήρε μια βαθιά αναπνοή, φουσκώνοντας το σώμα του και δείχνοντας τα αγκάθια του.

Το αγόρι τον άκουσε. Πλησίασε προς το μέρος του και έσκυψε για να τον δει καλύτερα. Ένα αγκάθι τον τσίμπησε και μια κόκκινη βούλα αίματος σχηματίστηκε στο χέρι του.

-Από πότε οι κάκτοι μιλάνε;, σκέφτηκε δυνατά.

-Από τότε που μιλάνε και οι άνθρωποι! Κοίτα την δουλειά σου!

Ο κάκτος δεν κατάλαβε αν το αγόρι τον άκουγε. Ακολούθησε μια μικρή σιωπή με το αγόρι να κοιτάζει επίμονα τον κάκτο.

-Γιατί δεν με κοιτάς με φόβο για τα αγκάθια μου; ρώτησε αμήχανα εν τέλει ο κάκτος. 

-Μα δείχνεις καλός. Και να που με τρύπησες, τι έπαθα; Σιγά, δεν ήταν και τίποτα!

-Λες ότι δεν είμαι δυνατός;!, φώναξε ο κάκτος ξαναφουσκώνοντας το σώμα του και επιδεικνύοντας τα τρομερά του αγκάθια για μια ακόμη φορά.

-Λέω ότι μου φαίνεσαι καλός. Δεν είσαι σαν τα άλλα φυτά εδώ., απάντησε το αγόρι.

Ο κάκτος κοκκίνισε απ’ την ντροπή. Ποτέ δεν τον έχουν ξαναπεί έτσι.

-Ούτε εσύ μοιάζεις με τους άλλους ανθρώπους., είπε ντροπαλά και διστακτικά.

-Δεν σ' αρέσει και πολύ εδώ μου φαίνεται.

Ο κάκτος δεν απάντησε μα το αγόρι κατάλαβε.

Το αγόρι τον πήρε αγκαλιά μα δεν τρυπήθηκε.

Ο κάκτος ξαφνιάστηκε και τον αγκάλιασε σφιχτά κι αυτός.

-Πάμε μικρέ, φεύγουμε! Η μανούλα διάλεξε λουλούδια! Μα τι κάνεις εκεί ρε αγόρι μου; Τι σου πα; Φύγε απ’ τον κάκτο! Έλεος πια! Λοιπόν πάω να πληρώσω και όταν γυρίσω να με περιμένεις στο αμάξι. Μην σε δω με αυτό το πράμα, την έβαψες! Θα γεμίσεις αίματα και  δεν θα κάθομαι μετά εγώ να σου βγάζω ένα – ένα τα αγκάθια! Άντε!, φώναξε η μαμά του αγοριού.

Το αγόρι δεν άκουσε τι  είπε, δεν της έδωσε σημασία. Πήρε τον κάκτο, τον έβαλε στην τσάντα του και πήγε στο αμάξι να την περιμένει.

Έφτασαν σπίτι και τον έβαλε στο μικρό του μπαλκονάκι, όπου οι γονείς του δεν κάθονταν ποτέ. Από τότε το αγόρι κι ο κάκτος είναι αχώριστοι, ενώ το αγόρι ποτέ δεν κατάλαβε γιατί οι άνθρωποι φωνάζουν τόσο πολύ για τα αγκάθια. Πότε δεν τον πόνεσαν όσο σφιχτά κι αν αγκαλιάζονταν, όσες φορές κι αν κοιμήθηκαν μαζί διηγούμενοι ο ένας ιστορίες στον άλλο. Ίσως να μην τα πρόσεξε ποτέ, ίσως να μην πρόσεξε ποτέ κι ότι διαφέρανε. Κι αν του το λέγανε, αυτόν δεν τον ένοιαζε, γιατί στον κάκτο βρήκε έναν αληθινό φίλο.

-Αγγέλας

25.7.17

deep blue

Καλοκαίρι 2016, χαμένη σε ένα νησί της Ελλάδας μακριά από την Αθήνα-Μπλε- Ξυπνάω αφυδατωμένη. Τα μάτια μου καλά-καλά δεν έχουν ανοίξει μα η επιθυμία μου για νερό με οδηγεί έξω από τη σκηνή. Οι άλλοι κοιμούνται του καλού καιρού. Αυτή είναι η αγαπημένη μου ώρα να επισκέπτομαι τη θάλασσα, όταν είμαι μόνη μου. Κοντά στο σημείο που έχουμε στήσει έχει μια πηγή από όπου ρέει νερό δροσερό και πεντακάθαρο-καμία σχέση με το νερό που έχουμε συνηθίσει να πίνουμε. Κάθε πρωί που πίνω νερό, νιώθω σαν να ξαναγεννιέμαι.

Ξεδιψασμένη πια, κατευθύνομαι προς τη θάλασσα. Τα γυμνά μου πόδια τσουρουφλίζονται στην καυτή άμμο κι επιταχύνουν τη διαδρομή μου. Σκάει το παγωμένο νερό του πρωινού στα ακροδάχτυλα των ποδιών μου και τώρα ξυπνάω στ' αλήθεια. Βγάζω τα ρούχα μου και τρέχω μέσα γυμνή. Το νερό είναι πεντακάθαρο, παγωμένο, ήρεμο και μπλε. Βυθίζομαι μέσα του και κολυμπάω στα ανοιχτά. Νιώθω το νερό να με καθαρίζει από όλη τη βρωμιά της χρονιάς που πέρασε. Κολυμπάω όσο πιο βαθιά μπορώ. Τόσο βαθιά που με δυσκολία μπορώ να διακρίνω τις σκηνές μας στην παραλία. Τότε είναι που αφήνομαι εντελώς. Αφήνω το σώμα μου ελεύθερο. Ξαπλώνω ανάσκελα ρίχνοντας κρυφές ματιές στον ήλιο κι επιπλέω. Αφήνω τα μικρά κυμματάκια της θάλασσας να με μετακινούν ελαφρώς από το ένα σημείο στο άλλο. Με πλένουν, με ηρεμούν, με ταξιδεύουν. Αφήνομαι.

Εκεί στα βαθιά αφήνω τις σκέψεις που με έχουν κατά καιρούς βασανίσει να φύγουν μακριά. Το σώμα μου, η ψυχή κι ο νους μου απελευθερώνονται. Όλη μου η ύπαρξη ξάφνου ταυτίζεται με το βαθύ μπλε της θάλασσας, λησμονεί πρόσκαιρα την ανθρώπινη υπόσταση της και την περιφρονεί. Κάποιες τέτοιες στιγμές, κάθομαι και σκέφτομαι τι σκατά έχω κάνει στη ζωή μου κι ειλικρινά απορώ. Εγώ ήμουν ή μήπως κάποιος άλλος που τα έκανε όλα αυτά; Έδωσα εγώ φέτος Πανελλήνιες; Και τέτοια. Και πραγματικά δεν είμαι απόλυτα σίγουρη διότι εκείνη τη στιγμή όλες οι λεπτομέρειες που διέπουν και καθορίζουν τον ανθρώπινο βίο γίνονται σταγόνες νερού μιας απέραντης μπλε θάλασσας.

Να την πάλι αυτήν τη σκέψη. Από ώρα σε ώρα νιώθω ότι θα χτυπήσει το ξυπνητήρι μου, θα είναι 7 η ώρα το πρωί και θα πρέπει να ετοιμαστώ για το σχολείο. Να τρέξω αγουροξυπνημένη προς το ψυχρό προαύλιο, να χάνω την ώρα μου σε κενές αίθουσες διδασκαλίας περιμένοντας να μεταβώ στις άλλες, του φροντιστηρίου. Θα χρωστάω μία έκθεση εδώ και δύο εβδομάδες και δεν θα προλάβω να την γράψω από τις 2 που σχολάω μέχρι τις 4 που έχω μάθημα. Οπότε ας την γράψω στο σχολείο! Άλλωστε, τι καλύτερο έχω να κάνω τις ώρες που έχουμε μαθήματα γενικής;

"Ξύπνα!" σκέφτομαι και ξανασκέφτομαι. Η Τρίτη Λυκείου τελείωσε, οι Πανελλήνιες πέρασαν, τα αποτελέσματα βγήκαν, όλα τελείωσαν. Τόσο απλά. Ξανά αφήνω το νερό να με χτυπήσει στα μούτρα μπας και συνέλθω. Χα! Και τώρα μου σκάει στο νου η εξής ιστορία.

17 Απριλίου. 29 μέρες πριν αρχίσουν οι Πανελλήνιες. Μετρούσα τότε τις μέρες και τις ώρες, βλέπεις. Διαγώνισμα στην Έκθεση, το τελευταίο ήταν κιόλας, νομίζω. Είχαμε μπουχτίσει στα κωλοδιαγωνίσματα κάθε Κυριακή. Θα μου πεις, έτσι δεν είναι η Τρίτη Λυκείου; Τέλος πάντων, ναι. Καμία όρεξη δεν έχω πάλι να γράφω μαλακίες για την έξαρση της νεανικής παραβατικότητας -γιατί άραγε;- ή για την έλλειψη ανθρωπιστικής παιδείας -σχήμα οξύμωρο.Σκάω καθυστερημένη κλασικά κι άπειρα ξενερωμένη. Η ημέρα είναι πανέμορφη. Έχει έρθει η άνοιξη για τα καλά. Στο δρόμο για το φροντιστήριο παρατηρώ τα λουλούδια που έχουν ανθίσει, ακούω τα πουλιά να κελαηδούν και ξάφνου μυρίζω παντού άνοιξη. Δίχως να το πολυκαταλάβω, αρχίζω το τραγούδι. "Θα'ρθει μια μέρα που θα αφήσω αυτόν το φόβο πίσω μου, θα γίνει δέντρο και θα παίζουν από κάτω τα παιδιά." Κάποιοι με κοιτούν περίεργα, άλλοι χαμογελούν και παίρνουν δύναμη από το τραγούδι μου.

Φτάνω λοιπόν με μία κλεμμένη από την απογοήτευση όρεξη στο φροντιστήριο και ξαπλώνω στον καναπέ της εισόδου. Παρατηρώ ότι λείπουν τα μισά άτομα. Θα διαβάζουν ίσως. Πόσο πια; Ποιος ξέρει; Μέχρι κι η γραμματέας έχει βαρεθεί να μας βλέπει. Περιμένουμε μάταια μπας και φανεί κάποιος άλλος, αλλά τίποτα. Έτοιμη ήμουν να με πάρει ο ύπνος περιμένοντας. Μην τα πολυλογώ, μας μοιράζονται εν τέλει τα διαγωνίσματα. Το θέμα λοιπόν δεν ήταν ούτε ανθρωπισμός ούτε αποκλίνουσα συμπεριφορά και τα σχετικά. Ήταν η φιλία. Ε όχι σκέφτομαι. Δεν θα μας κλέψουν μέχρι κι αυτό για να το κάνουν συστημική γνώση. Δεν είχα που δεν είχα καθόλου όρεξη εκείνη την ημέρα, αυτό με αποτέλειωσε. Σηκώνομαι λοιπόν,  λέω "δε νιώθω καλά" και την κάνω. Για πού όμως;

Ο καιρός έχει φτάσει, σκέφτομαι. Ο ουρανός είναι πεντακάθαρος, ο ήλιος άρχισε να σιγοκαίει, το καλοκαίρι πλησιάζει κι η θάλασσα μας περιμένει. Τρελή ιδέα θα μου πεις μα γιατί όχι; Και στο κάτω κάτω, ό,τι θέλω εγώ θα κάνω. Παίρνω λοιπόν τη Νέλλη τηλέφωνο η οποία πρέπει να μην είχε ξεμεθύσει ακόμα από την προηγούμενη νύχτα. "Θάλασσα; Εσύ είσαι η θάλασσα, ρε μαλάκα!" Αυτό μου είπε. Ο άλλος έδινε Ιστορία, η άλλη υστερικά μου υπενθύμισε ότι δίνουμε σε λιγότερο από μήνα. Τελικά μόνο η Αλίκη μου φάνηκε κάπως θετική.

Τρέχω λοιπόν στο σπίτι μου, παίρνω την κιθάρα, λέω "Πάω στης Νέλλης για διάβασμα. Θα αργήσω!" Παίρνω και μια εξάδα μπύρες, παίρνω και το λεωφορείο για να συναντήσω την Αλίκη.

"Που σου ήρθε;" μου λέει.

"Δεν ξέρω πώς μου έσκασε. Ξέρεις τώρα τη σχέση μου με τη θάλασσα." της απαντάω. 


Δεν είπαμε και πολλά. Ένα λεωφορείο πήραμε και φύγαμε. Όση ώρα ήμασταν στο λεωφορείο σκεφτόμουν ότι εκείνη τη στιγμή υποτίθεται ότι θα έπρεπε να γράφω μία έκθεση για τη φιλία ενώ εγώ το μόνο που ήθελα ήταν να περάσω χρόνο με τους φίλους μου και οι Πανελλήνιες δεν μου το επέτρεπαν να είναι όπως θα ήθελα.

Φτάνουμε λοιπόν. Δε μιλήσαμε πολύ ούτε στη διαδρομή του λεωφορείου ούτε πηγαίνοντας με τα πόδια ως εκεί. Δε χρειαζόταν κιόλας άλλωστε. Η σιωπή αυτή δεν ήταν από εκείνες που δημιουργούν αμηχανία αλλά από αυτές που δημιουργούν ηρεμία. Καθόμαστε σε ένα σημείο απόμερο, αφήνουμε τα πράγματα μας, ανοίγουμε δύο μπύρες, η Αλίκη στρίβει τσιγάρο, εγώ κοιτάζω ήρεμα και μελαγχολικά τη θάλασσα. Ασυναίσθητα ξεκινώ και πάλι να τραγουδώ. "Στη γειτονιά μου την παλιά είχα ένα φίλο." Η Αλίκη χαμογελά και μπαίνει κι αυτή στο "Δεν θα περάσει ο φασισμός!". Τραγουδάμε και κοιτάμε μαζί τη θάλασσα.

"Νιώθω ότι κάτι μου έχουν κάνει. Δεν ξέρω." λέω εγώ.

"Τι εννοείς;" με ρωτά εκείνη πίνοντας μια γουλιά από την μπύρα της.

"Δε νιώθω τόσο 'εγώ' πια. Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω. Κάτι δεν πάει καλά. Τον τελευταίο καιρό απλώς τρέχω. Χωρίς να θυμάμαι καν το γιατί."

"Όλοι οι άνθρωποι τρέχουν. Στο μετρό, στους δρόμους, στη δουλειά. Τρέχουν για να ξεχάσουν. Για να ξεφύγουν από μία αλήθεια που τους τρομάζει. Την προσωπική τους αλήθεια. Τρέχουν για να μη σκέφτονται και να μην αισθάνονται. Η ταχύτητα αυτή τους δίνει νόημα σε ό,τι κάνουν."


"Αφού τρέχω", λένε, "δεν έχω να απολογηθώ σε κανέναν." Διότι μόνο η ραθυμία είναι πράγμα αδικαιολόγητο. Διότι μόνο ένα μεσημέρι του Αυγούστου στην Ικαρία δικαιολογείται το να μην κάνεις τίποτα. Άλλωστε, μετά από τόσο τρέξιμο το δικαιούσαι, σωστά;" Μπορείς να μου δώσεις μια τζούρα;

"Ξέρεις έχει γράψει κι ο Κούντερα για την ταχύτητα. Αν το σκεφτείς έλεγε, τρέχουμε για να ξεχάσουμε κάτι δυσάρεστο που μόλις βιώσαμε κι έτσι απομακρυνόμαστε χρονικά από αυτό. Από την άλλη, όταν τρέχουμε μηχανικά στο δρόμο και θέλουμε να θυμηθούμε κάτι, ασυναίσθητα επιβραδύνουμε το βήμα μας. Ρε είναι λογικό να χάθηκες σε όλο αυτό το τρέξιμο. Άρχισες χωρίς να το καταλάβεις να τρέχεις μακριά από τον εαυτό σου, μακριά από εσένα κι έτσι οι αναμνήσεις άρχισαν να χάνονται στο στροβίλισμα της ταχύτητας."


"Γαμώτο", απαντώ ξεφυσώντας. "Γαμώτο. Γαμώτο. Είναι όλα τόσο αντιφατικά και παράλογα. Βαρέθηκα αυτό το τρέξιμο."

Τρέχω. Αυτή τη φορά όχι για να προλάβω ένα λεωφορείο ούτε για να πάω στο μάθημα καθυστερημένη. Δεν τρέχω μηχανικά αγνοώντας οποιαδήποτε ύπαρξη τρέχει δίπλα μου. Τρέχω για να ξεφύγω. Όχι από την αλήθεια, αλλά από αυτήν τη ρημάδα την αντικειμενική πραγματικότητα. Ουρλιάζω σαν τρελή και πέφτω στη θάλασσα με τα ρούχα. Γελάω δυνατά, τόσο δυνατά. Πόσο καιρό είχα να ακούσω αυτό το γέλιο; Κολυμπάω. Όσο μπορώ δηλαδή με έναν τόνο βρεγμένα ρούχα κολλημένα πάνω μου. Το παγωμένο ανοιξιάτικο νερό με ξυπνά από τη λήθη. "Δεν θα με δείτε να πέφτω..." φωνάζω. Κι έτσι βγαίνω τουρτουρίζοντας.

Καθίσαμε στην παραλία ως το σούρουπο. Ήπιαμε όλες τις μπύρες και δεν ξανάπαμε τίποτα. Μονάχα τραγουδήσαμε παρέα με τον ήχο μιας κιθάρας και των κυμάτων της θάλασσας. Την ημέρα εκείνη, 29 ημέρες πριν τις Πανελλήνιες, δε διάβασα τίποτα και ξαφνικά θυμήθηκα όλα τα 'γιατί' που με βασάνιζαν. Τρέχω δήθεν κυνηγώντας το επάγγελμα των ονείρων μου. Μα εγώ θέλω μόνο να τραγουδώ. Αν δεν είχε υπάρξει εκείνη η Κυριακή, ίσως χανόμουν εντελώς ανάμεσα σε γράμματα και σκέψεις. Μα μέχρι το τέλος υπήρξε το στήριγμα μου αυτή η παρόρμηση, αυτή η συζήτηση κι η εμπειρία. Μουσκίδι κοιτούσα το ηλιοβασίλεμα και τραγουδούσα. Η ταχύτητα σταμάτησε. Και ύστερα πάλι ο χρόνος πέρασε και χάθηκα μα εγώ πια κρατούσα σφιχτά στις χούφτες μου τα χρώματα που μου ταιριάζουν. Φαντάσου ωστόσο την έκφραση μου όταν το θέμα της έκθεσης στις Πανελλήνιες ήταν πράγματι η φιλία...

"Ελεύθερα ψηλά, πολύ ψηλά πετώ κι όλοι ζηλεύουν τα περήφανα κι αδέσμευτα φτερά μου." 
Η ελευθερία είναι όντως κατάσταση του νου. Πραγματική ελευθερία σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο δεν υπάρχει αλλά η σκέψη δεν έχει όρια. Τα κύματα με απομάκρυναν αρκετά. Ξυπνώ για τα καλά και κολυμπώ προς την παραλία. Τα παιδιά έχουν ξυπνήσει, γελούν, φτιάχνουν καφέδες, λένε βλακείες και κανείς δε βιάζεται. Τρέξαμε όλοι -ο καθένας με τους δικούς του ρυθμούς- έχοντας ανάγκη όλοι από μια καλοκαιρινή ραστώνη. Από ένα τίποτα για το οποίο κανείς δε σου ζητά εξηγήσεις. Ύστερα από όλο αυτό το τρέξιμο άλλωστε το δικαιούσαι, σωστά;

"Η ζωή δεν είναι μόνο ένας τραχύς αγώνας, είναι παιχνίδι φαντασίας εξ ίσου. Όση ανάγκη έχουμε να επιβιώσουμε, άλλο τόσο έχουμε ανάγκη και να ζήσουμε."
Όσο κι αν αλλάζουν τα πράγματα, σκέφτηκα, όσα κι αν κερδίσουμε ή χάσουμε, πάντα θα σκάει ένα κύμα στο ακρογιάλι και ο ήλιος θα ζεσταίνει τις ψυχές μας.


-Dontknow

7.2.17

το βράδυ εκείνο που με πήρε ο ύπνος πάνω στο φεγγάρι


Το παράθυρο του δωματίου μου ήθελα πάντα να ‘ναι ανοιχτό. Η μαμά με φώναζε χαϊδευτικά κλειστοφοβική και εγώ ρωτούσα δήθεν ανήξερα, και πάντα τσαχπίνικα και σκερτσόζικα, τι σημαίνει «κλειστροβοβική». Η μαμά γελούσε γλυκά, με αγκάλιαζε και με φιλούσε στο μάγουλο. Ήταν το αγαπημένο μου φιλί. Καθόταν μαζί μου μέχρι να με πάρει ο ύπνος- ή να κάνω ότι με έχει πάρει- νανουρίζοντάς με με τα τραγούδια και τα παραμύθια της. Στο χωριό την επαινούσαν για την φωνή της και την ομορφιά της. Ήμουν σίγουρη πως τα ψηλά βράχια και οι απόκρημνες σπηλιές που περικύκλωναν το χωριό μας την λάτρευαν και την προστάτευαν. Δεν ήθελαν να χάσουν αυτή τη συντροφιά, που έδιωχνε μακριά τη μοναξιά τους.

Με τη θάλασσα ήταν ερωτευμένες. Η μια, πάντα, πολύ συχνά δίπλα στην άλλη, να την ακουμπάει διστακτικά, να τη χαϊδεύει και να της σιγοτραγουδάει. Όταν η θάλασσα είχε της μαύρες της, της φώναζε και την έβρεχε νευρικά. Η μαμά πάντα όμως ήταν υπομονετική μαζί της. Απομακρυνόταν ένα – δυό βήματα απ’ αυτήν και της χαμογελούσε. Η θάλασσα πάντα, στο τέλος, γλύκαινε.

Εγώ ήμουν ερωτευμένη με το φεγγάρι. Έτσι έλεγα και διαλαλούσα στο χωριό, ότι μια μέρα θα πατήσω το πόδι μου πάνω σ’ αυτό και θα φτιάξω μια τεράστια παιδική χαρά. Η γιαγιά χασκογελούσε, χτύπαγε το χέρι της απάνω στο τραπέζι και φώναζε στη μαμά να μαζέψει την λωλοπαρμένη κόρη της. Και τα άλλα παιδιά γελάγανε, εκτός από τον Θωμά που ‘ξερα πως κι αυτός το ίδιο θέλει αλλά φοβόταν να το πει. Ακόμη και σε μένα! Και τον φώναζα δειλό τότε και αυτός έκανε πως δεν καταλαβαίνει. Σκεπτόμουν πως στο ολοστρόγγυλο φεγγάρι θα χωράει μεγαλύτερη παιδική χαρά απ’ ότι στο μισοφέγγαρο που παραπονιόμουν πως δεν θα χώραγε τίποτα. Πάντως, το λάτρευα. Και το κοιτούσα από το παράθυρο μου όταν πλάγιαζα για να με πάρει ο ύπνος.

Τα καλοκαίρια όλα ομορφαίνουν, έλεγε η μαμά, και ήταν αλήθεια. Η θάλασσα και το φεγγάρι έβαζαν τα καλά τους και μας έκαναν και τις δυο να χάνουμε τα λογικά μας. Τα βράδια του καλοκαιριού, μετά το παραμύθι και αφού είχα παίξει εκπληκτικά το ρόλο της κοιμισμένης, σηκωνόμουν για να ‘χω καλύτερη θέα, ακουμπούσα με τα χέρια στο πρεβάζι φτιάχνοντας μαξιλαράκι και το κοιτούσα. Αυτό ήταν πάντα ντροπαλό και λιγομίλητο και συχνά άλλαζε την εμφάνιση του. Πάχαινε, αδυνάτιζε, άλλαζε ρούχα και από λεπτό και τρυφερό μπλέ, γινόταν παχουλό και ροδαλό, τσαχπίνικο κόκκινο.
Η μαμά μου ‘χε πει μια μέρα ένα παραμύθι για το φεγγάρι και ένα παιδί. Το παιδί, λέει, κατάφερε να πάει στο φεγγάρι και κει συνάντησε μια κούνια από την οποία έβλεπε όλο τον κόσμο. Ζήλεψα αυτό το παιδί και ήθελα να το βρω και να το ρωτήσω τα πάντα, να μου μάθει πώς πας στο φεγγάρι. Ζήτησα ανέλπιστα από την μαμά κάποια πληροφορία και ‘κείνη μου αποκρίθηκε πως πρώτα, πριν απ’ όλα, πρέπει να βρω την θάλασσα. Μου σύστησε να την γνωρίσω και μου εκμυστηρεύτηκε πως πιστεύει ότι η θάλασσα σίγουρα θα ξέρει.

Την επόμενη μέρα την επισκέφτηκα. Κάθισα πάνω στην αμμουδιά και άρχισα να παίρνω χούφτες άμμου στα χέρια μου και να απολαμβάνω την κάθοδο των κόκκων από πάνω προς τα κάτω. Μικροί εύθραυστοι πύργοι από άμμο, ίσα που προλαβαίνανε να χαρούν τον ουρανό και την θάλασσα, αμέσως εξαφανίζονταν, και ‘γω λυπόμουν και πίστευα σε έναν ολόκληρο πολιτισμό μικροσκοπικών πλασμάτων που κατοικούσε σ’ αυτούς και που άδικα χανόταν. Τα μικροσκοπικά ανθρωπάκια αργότερα μου φαινόντουσαν πάντοτε χαρούμενα.

Μια χούφτα είχε κάτι που με τσίμπησε και έτρεξε αίμα. Βιάστηκα να το γλείψω και να απαλλαχτώ από τον πόνο αλλά μάταια. Ακούμπησα την παλάμη κάτω, να πλυθώ και κοίταξα την θάλασσα. Άρχισαν να βρέχονται τα πόδια μου. Ήταν απόγευμα, σε λίγο ο ήλιος θα έδυε και εγώ φοβόμουν την θάλασσα τη νύχτα, φοβόμουν το εκτενές μαύρο που απλωνόταν μπροστά μου και γινόταν ένα με τον ουρανό. Αυτή, προς έκπληξή μου, ήταν πολύ ήρεμη και συνέχισε να με δροσίζει. Με ακουμπούσε απαλά και το υδάτινο άγγιγμά της ήταν σαν να με προσκαλεί σε παιχνίδι. Με τράβηξε σιγά σιγά από τον ώμο προς το μέρος της.  Βρέθηκα ολόκληρη μέσα σ’ αυτήν να κολυμπάω ενώ ήταν θέμα λίγων λεπτών να βραδιάσει και να βγει το φεγγάρι. Ήλπισα στιγμιαία να ‘ρθει κι αυτό να παίξει μαζί μας, χωρίς όμως να λογαριάσω το πόσο ντροπαλό είναι, έτσι υπέθετα. Αποκλείεται, σκέφτηκα, και απογοητεύτηκα. Η θάλασσα το κατάλαβε, με φίλησε ατσούμπαλα και με πήρε στην αγκαλιά της.  Ύστερα από λίγο είχα ήδη αποκοιμηθεί.

Όταν ξύπνησα ο ουρανός ήταν κατάμαυρος και γεμάτος αστέρια. Ήμουν ανάσκελα πάνω στην θάλασσα. Τα αστέρια ήταν πάρα πολλά και έκαναν τον ουρανό να μοιάζει ότι φοράει τα καλά του. Έψαξα με το βλέμμα μου το φεγγάρι. Ήταν εκεί. Μπλε μισοφέγγαρο. Ένιωσα ότι ήμασταν πολύ κοντά. Η θάλασσα με σήκωσε ελαφρώς με το κύμα της και πρόσεξα πως το φεγγάρι είχε σχηματίσει πάνω της κάτι διάσπαρτες, άμορφες, ασημένιες λίμνες. Έλαμπε και πίστευα πως με καλεί να το συντροφεύσω. Κολύμπησα μέχρι την πρώτη λίμνη που έπιασε το μάτι μου. Κολυμπούσα και μέσα στο νερό έβλεπα από πάνω μου τον ουρανό, τα αστέρια, σαν μικρές λαμπερές σφαίρες που με παρακινούσαν να συνεχίσω. Η θάλασσα μου ανακάτεψε τα μαλλιά και με αποχαιρέτησε. Σύντομα άκουσα κάποιο ψίθυρο. Ήταν ο άνεμος. Με έσφιξε στην αγκαλιά του. Η λίμνη πάνω στην οποία βρισκόμουν απομονώθηκε από την υπόλοιπη θάλασσα και άρχισε να αιωρείται πάνω από την επιφάνεια της. Ο άνεμος με βαστούσε  και ξεκίνησα να ανεβαίνω προς το φεγγάρι. Όποτε έχανα ελαφρώς την ισορροπία μου, αυτός με έσφιγγε όλο και πιο σφιχτά καθησυχάζοντας με με το όμορφο τραγούδι του. Τραγουδούσε υπέροχα. Κάποιες σιγανές και διστακτικές φωνές συμμετείχαν κι αυτές. Όσο ανεβαίναμε γινόντουσαν όλο και πιο δυνατές. Ήταν τα αστέρια στον ουρανό. Τα αστέρια από κοντά έμοιαζαν με λαμπερά πουλιά και κελαηδούσαν τόσο όμορφα. Με πλησίασαν και με το ράμφος τους πολλά μαζί με πήραν από την αγκαλιά του ανέμου, που με παραχώρησε με τυφλή εμπιστοσύνη σ’ αυτά.

Η Γη φαινόταν μικρή και τα αστέρια όσο πλησιάζαμε το φεγγάρι χαμήλωναν την ένταση του τραγουδιού τους. Ένα απ’ αυτά, μάλλον το πιο ανυπόμονο με άφησε από το ράμφος του και ξεκίνησε να τραγουδάει μόνο του στο φεγγάρι για τον ερχομό μου. Τα άλλα γέλασαν και ένα το φώναξε να επιστρέψει. Επέστρεψε αμέσως, ενώ εγώ έβλεπα ξεκάθαρα πλέον το φεγγάρι από κοντά. Ήταν θέμα λίγων λεπτών να έρθουμε κοντά.

Τα αστέρια με αφήσανε μόλις φτάσαμε δίπλα του και πέταξαν προς το διάστημα. Κοιταχτήκαμε. Ήταν γλυκό και αμήχανο. Του χαμογέλασα. Του ‘πιασα το χέρι και το έσφιξα στο δικό μου. Φάνηκε να νιώθει αμέσως πιο άνετα. Μου χαμογέλασε αρχικά ντροπαλά και μετά πλατιά και άγαρμπα. Μου ‘δειξε με το χέρι του ευθεία. Δεν πρόσεξα κάτι. Συνέχισε να μου δείχνει πιο πεισματικά αυτήν την φορά. Συγκέντρωσα το βλέμμα μου και πρόσεξα μια ξύλινη κούνια πάνω στην επιφάνεια του, στο πάνω άκρο του μισοφέγγαρου. Περπάτησα μέχρι εκεί και την περιεργάστηκα. Είχε θέση για ένα μόνο άτομο και φαινόταν άφθαρτη. Είχε σκαλισμένα στο πάνω μέρος της αστέρια, ενώ τα πόδια της ήταν διακοσμημένα με ανάγλυφα κύματα. Ανέβηκα πάνω της. Από ‘κει έβλεπα όλον το κόσμο. Τα αστέρια πετούσαν και κάποια απ’ αυτά -τα ομορφότερα, με τις μακριές ουρές- πέφτανε στο κενό σχηματίζοντας γαλάζιες και φλόγινες γραμμές στο μαύρο διάστημα. Μια μελωδία έφτασε στα αυτιά μου. Το φεγγάρι σιγοτραγουδούσε. Με έσπρωξε απαλά στην πλάτη και ξεκίνησα να ταλαντεύομαι. Το σύμπαν, όλο, ήταν μπροστά μου.

Σαν έρθουν κάποτε καιροί, των κλεψυδρών κουρσάροι
ανήλιαγα απογεύματα, νύχτες χωρίς φεγγάρι

Ένα θυμήσου μοναχά, στις γκρίζες καταιγίδες:
τούτες στη χούφτα να κρατείς γερά τις αλκυονίδες

Και στην κουρτίνα τύλιξε, για το κακό χαλάζι
τ’ αέρι του απόβραδου, τ’ ασήμι στο περβάζι

Και πλάι στην αυλόπορτα, έχε καλά θαμμένο
το καλοκαίρι το παλιό, τ’ ονειροκεντημένο

Θυμήσου επάνω στο νερό, ψιθύρων μονοπάτια
από μετάξι περσικό ασημοσκαλοπάτια

λουσμένα μ’ αστερόσκονη, τα νεροκορφοβούνια
απόμερη στη ράχη μου, μια σκουριασμένη κούνια

του αγεριού του νοτικού, τη δροσερή του χτένα
τη συντροφιά που σου ‘κανα και έκανες σε μένα.

Κατέβα τώρα τα σκαλιά, αστεροκαβαλάρη
και κρύφ’ τα πάλι αθόρυβα κάτω απ’ το μαξιλάρι

Κι ένα στερνό πριν κατεβείς: τον κόσμο τον γαλάζιο
χάντρα στον δίνω, φυλαχτό, και στο λαιμό στον βάζω

τις χειμωνιάτικες βραδιές, να ‘χεις να ψηλαφίζεις
τις εποχές που σου άνηκε και πια δεν τον ορίζεις.


-Αγγέλας & Ψηλέας Ψογκ


30.12.16

δωμάτιο 137

Μια ανθισμένη κερασιά, ένας ήλιος, λίγα σύννεφα, ένα παιδικό παιχνίδι, λίγη ξεγνοιασιά… ένα χαμόγελο, ένας ψυχρός αέρας, περισσότερα σύννεφα... ένα ζευγάρι καφέ μάτια, μια ξαφνική καταιγίδα, μια αγκαλιά να κρυφτείς, ένα σχολικό προαύλιο... μια φωνή…

- Έλα σήκω! Είναι ώρα να ξυπνήσεις!
- Δεν θέλω!
- Πρέπει να πας σχολείο!
- Μα μαμά..
- Σήκω!
- Δεν θέλω, μαμά… μα μαμά…

Μα-μα-μα-μα… η πρώτη συλλαβή της λέξης που σκέφτεται όταν φοβάται.. η συλλαβή ηχεί στα αυτιά του σαν σειρήνα ασθενοφόρου. Αχ! Μα δεν αντέχει τον ήχο του ασθενοφόρου! Μα. Μα. Μα. Μα… Αχ!

Σηκώθηκε από το κρεβάτι ζαλισμένος από το αλλόκοτο όνειρο. Κοίταξε το πρόσωπό του στους αμέτρητους καθρέπτες που υπήρχαν στους λευκούς τοίχους του δωματίου του. Τα τρύπια μάτια του είχαν αρχίσει να μικραίνουν από τα γηρατειά. Τουλάχιστον, με τόσους καθρέπτες να κατοπτρίζουν τη φιγούρα του, δεν ένιωθε τόσο μόνος. Ακόμη κι αν όλοι οι «άλλοι» που έβλεπε ήταν ο ίδιος.

Εδώ και ένα χρόνο είχε αρχίσει ξανά να ζωγραφίζει. Όχι κάτι ιδιαίτερο. Πολλές φορές το μόνο που έκανε ήταν να τραβάει ευθείες γραμμές σε έναν καμβά. Άλλες φορές όμως ο καμβάς χανόταν μέσα στην παλέτα των χρωμάτων, με λίγες σταγόνες μαύρου χρώματος να κάνουν, σε ορισμένα σημεία, την εμφάνισή τους. Ούτε εκείνος δεν μπορούσε, πολλές φορές, να διακρίνει τι ακριβώς αναπαριστούσαν οι εικόνες του. Κάθε φορά που ζωγράφιζε κάτι τέτοιο, από τον ενθουσιασμό χτυπούσε το συναγερμό έκτακτης ανάγκης για να έρθει η νοσοκόμα! Όμως έπειτα απογοητευόταν, όταν η νοσοκόμα τον κοίταζε απορημένη με τα δικά της τρύπια μάτια λέγοντάς του ότι ο καμβάς παρέμενε λευκός. Αυτός ήταν και ο λόγος που βρισκόταν στην κλινική. Κανείς ποτέ του δεν είχε μπορέσει να δει τις ζωγραφιές του. Όλοι θεωρούσαν ότι ήταν τρελός.

Εκείνη τη μέρα, οι γραμμές του δεν ήταν ευθείες αλλά με σκαμπανεβάσματα. Ήθελε να δείξει σε όλους ότι υπήρχε ζωή ακόμα μέσα του, πως δεν ήταν νεκρός. Ήθελε να δείξει τον κόσμο του μυαλού του, να αφηγηθεί τη ζωή του μέσα από τις ζωγραφιές του, να μπορέσουν να δουν τις μαύρες κηλίδες των ονείρων του. Μετά από «ώρες», χτύπησε ξανά το συναγερμό. Η νοσοκόμα, αγανακτισμένη πλέον, κοίταξε τον πίνακα και όπως πάντα δεν διέκρινε τίποτα. Έφυγε χωρίς να μιλήσει. Του φάνηκε πολύ περίεργο που μπορούσε να δακρύσει ενώ τα μάτια του ήταν κενά. Είχε χρόνια να κλάψει.

Το επόμενο πρωί, ενώ ήταν προσηλωμένος στις τεθλασμένες πλέον γραμμές του, μπήκε η νοσοκόμα μαζί με μια άλλη γυναίκα. Ζήλεψε που τα τρύπια μάτια της ξένης γυναίκας δεν είχαν κλείσει τόσο από τις ρυτίδες όσο σε εκείνον. «Έχεις επισκέψεις» του είπε η νοσοκόμα και έκλεισε την πόρτα πίσω της, καθώς βγήκε έξω.

Η ξένη γυναίκα κάθισε δίπλα του και του κράτησε το χέρι. Καθώς εκείνη κοίταζε τη ζωγραφιά, το ζευγάρι καφέ μάτια που είχε ονειρευτεί πήρε τη θέση στις τρύπες των ματιών της. Η γυναίκα τον κοίταξε στα «μάτια» και εκείνη τη στιγμή καθρεπτίστηκε ένα άλλο ζευγάρι οφθαλμών μέσα στα δικά της. Είχε αποκτήσει πλέον και εκείνος τα δικά του. Και μπόρεσε έτσι να δει τη δική της κερασιά, τον δικό της ήλιο, τα δικά της σύννεφα.

-Jasminum sambac

20.11.16

παιδικό παραμύθι

Όταν ήταν 9 χρονών, ο Άλκης γνώρισε τη Μαίρη. Η Μαίρη ήταν έναν χρόνο πιο μικρή του, λεπτή με καστανά μαλλιά. Έκαναν πολύ παρέα. Μετά από λίγο καιρό όμως, η Μαίρη μετακόμισε μακριά. Ευτυχώς, οι γονεις τους είχαν γίνει φίλοι και κανόνιζαν να βρίσκονται όλοι μαζί κάθε τελευταίο Σαββατοκύριακο του μήνα. Ο Άλκης έβλεπε τη Μαίρη μόνο αυτές τις δύο μέρες. Όμως όλες τις υπόλοιπες μέρες τη σκεφτότανε και τη σκεφτότανε και όλο τη σκεφτότανε. Όταν τη συναντούσε ήταν πανηγύρι. Περνούσε τέλεια. Μάλιστα, κοιμόντουσαν και μαζί, στο ίδιο κρεβάτι. Ο Άλκης αγαπούσε πολύ τη Μαίρη, αλλά αυτή τον είχε πιο πολύ σα φίλο.


Ο Άλκης δεν έκανε τίποτα τις υπόλοιπες μέρες του μήνα, παρά μόνο σκεφτόταν τη Μαίρη. Νοιαζόταν μόνο για το τελευταίο Σαββατοκύριακο του μήνα και όλες τις άλλες μέρες σκεφτόταν τα προηγούμενα και τα επόμενα Σαββατοκύριακα, τότε που ζούσε. Παρ’ όλο που μεγάλωσαν, η Μαίρη και ο Άλκης συνέχισαν να βρίσκονται κάθε τελευταίο Σαββατοκύριακο, ακόμα κι όταν έγιναν παππούδες. Μέχρι που ένα Σάββατο, ξημέρωμα Κυριακής, έγινε ένας τεράστιος σεισμός και το σπίτι τους γκρεμίστηκε και ο Άλκης με τη Μαίρη πέθαναν. Η Μαίρη ήταν 77 χρονών και ο Άλκης 14.

-C. Lupus

5.8.16

η κυρά Κατσαρίδα

Λατρεύω τα σύννεφα. Τα άσπρα κυρίως, τα παχουλά, που κάνουν παρέα στον ήλιο τις φωτεινές μέρες. Αλλά και τα γκρίζα, που μοιάζουν με ναζιάρικα παιδιά που κάνουν καπρίτσια για να τους πάρεις ένα γλυκό ή παιχνίδι. Ξαπλώνω κάτω, κλείνω τα μάτια, και τα σύννεφα έρχονται προς το μέρος μου, μου προσφέρουν τα απαλά τους χέρια και με προσκαλούν στη βόλτα τους. Ανεβαίνω σε ένα απ'αυτά, κάθομαι αναπαυτικά και κολυμπάω στον ουρανό, βλέποντας τα πάντα από ψηλά τόσο μικρά και ασήμαντα που τα ξεχνάω όλα. Πάντα όμως προσγειώνομαι απότομα. Τα σύννεφα θυμώνουν όταν βρίσκομαι για πολύ ώρα στα μέρη τους, πιστεύουν πως τα βρωμίζω. Επέστρεψα στην ταράτσα του κτηρίου. Περπατάω μέχρι την άκρη του και πηδάω. 

Σπίτι. Η κυρά Κατσαρίδα φοράει την ροζ ποδιά της και ξεφουρνίζει ένα κέικ με κομμάτια μυρμηγκιού και σιρόπι χρυσόμυγας. Το γλυκό είναι πολύ εντυπωσιακό, εξάλλου η ίδια φημίζεται για τις ικανότητες της στην κουζίνα. Αφήνει το κέικ να κρυώσει στο παράθυρο και ξυπνάει τα παιδιά για το σχολείο. Μέχρι να ετοιμαστούν, το κέικ έχει κάπως κρυώσει. Η κυρά Κατσαρίδα το κόβει με το καλό της μαχαίρι σε όμορφα κομμάτια και τα σερβίρει στην πορσελάνινη, λουλουδάτη πιατέλα της. Χαζεύει το δημιούργημα της και για μια στιγμή πιστεύει πως δεν πρέπει να φαγωθεί ποτέ. Πρέπει να μείνει έτσι ανέγγιχτο, να θαυμάζεται για την ομορφιά του για πάντα, να γραφτεί στην ιστορία, μέχρι που τα παιδιά, βιαστικά, τρέχοντας, πήραν από ένα κομμάτι και έφυγαν για το σχολείο. Το δημιούργημα της έμοιαζε κενό και βεβηλωμένο, η γεωμετρική και συμμετρική του εμφάνιση καταστράφηκε. Το χειρότερο γι΄αυτήν όμως ήταν πως τα παιδιά, αλλά ακόμη περισσότερο ο άντρας της δεν θα εκτιμούσαν την κομψότητα της γεύσης του γλυκού της.

Ο άντρας είχε φύγει από νωρίς για δουλεία και αυτή βρισκόταν τώρα μόνη στο σπίτι. Έβγαλε τα ρούχα της και στάθηκε γυμνή μπροστά στον καθρέφτη. Επεξεργάστηκε το είδωλο της. Δεν έμοιαζε σε αυτήν. Ένιωσε μια βαθιά δυσφορία, που γρήγορα εξελίχθηκε σε μίσος για την ίδια. Άλλαξε προφίλ, ελπίζοντας κάποιο άλλο να την κολακεύει περισσότερο ή να θυμίζει κάτι από το παλιό της εαυτό. Στον καθρέφτη έβλεπε πλέον ένα παραμορφωμένο πλάσμα με ελάχιστα ή καθόλου στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι είναι αυτή. Φώναξε δυνατά. Παραμορφώθηκε κι άλλο. Έμοιαζε με τέρας έτοιμο να επιτεθεί. Φώναξε πιο δυνατά και μεταμορφώθηκε σε μια σκοτεινή και αηδιαστική μάζα, αδύνατον να την αντικρίσει κανείς και να μην τραπεί σε φυγή. Φώναξε κι άλλο, πιο δυνατά και τα πάντα γύρω της παραμορφώθηκαν, άλλαξαν όψη και άρχισαν να της μιλούν πρόστυχα και να την βρίζουν. Έσπασε τον καθρέφτη με το χέρι της και άρχισε να τρέχει. 

Το έδαφος κάτω από αυτήν έτρεμε και άρχισε να καταρρέει, ενώ οι γύρω της την κοιτούσαν εξονυχιστικά από πάνω μέχρι κάτω απαξιωτικά και μετατρέπονταν σε μικρά ατσάλινα κόκκινα κουτάκια  που άρχισαν να γελούν εις βάρος της δυνατά, τόσο δυνατά που νόμιζε πως τα αυτιά της θα σπάσουν και η ίδια θα συρρικνωθεί από τον ήχο. Έτρεξε γρηγορότερα, όμως τα πόδια της έπαψαν να την υπακούν και κόλλησαν στην άσφαλτο. Το περιβάλλον γύρω της μεγάλωσε, κάνοντας την ίδια να μοιάζει πολύ μικρή και ευάλωτη, ενώ ο ήχος έγινε ακόμη πιο εκκωφαντικός και ανυπόφορος. Ξάπλωσε κάτω και έκλεισε τα μάτια.

Τα σύννεφα ήρθαν και την πήραν. Η κυρά Κατσαρίδα είχε χάσει τις αισθήσεις της. Τα σύννεφα την άφησαν πάνω σε μια ταράτσα και την φίλησαν στοργικά. Η κυρά Κατσαρίδα άνοιξε τα μάτια της και βρέθηκε σε μια ακτή, πάνω σε κάτι ψηλά βράχια. Η θάλασσα από κάτω χτυπούσε δυνατά την στεριά και ο άνεμος παρέσερνε τις σκέψεις της. Προχώρησε μπροστά και βρέθηκε στην άκρη των βράχων. Κοίταξε χαμηλά, την θάλασσα. Πήρε μια βαθιά ανάσα, έκλεισε με το χέρι της την μύτη της και πήδηξε.

Εκείνη τη στιγμή, λίγο πριν βουτήξω, είδα στην θάλασσα τον εαυτό μου. Την εξευγενισμένη, μη παραμορφωμένη εκδοχή του, με τις στραβές κεραίες, τα παχουλά μάγουλα και τα κοντά ποδαράκια. Μου χαμογέλασε άγαρμπα και μου προσέφερε ντροπαλά μια μπάλα.

                                                                                                                                    -Αγγέλας

26.6.16

η πεταλουδίτσα κάνει γαβ, γαβ, μιάου


Το σκηνικό πρέπει πάντα να μοιάζει αυθόρμητο. Καθοδηγούμενο από υποσυνείδητα συναισθήματα. Και όχι απλά από φόβο, θλίψη, απογοήτευση, αίσθημα πνιγμού ή όπως το λένε οι ψυχολόγοι. 9 στους 10 ψυχολόγους συνιστούν αυτοκτονία δια του απαγχονισμού. Καθαρές δουλειές. Σύντομα και αναίμακτα. Αλλά όχι μέσα στα σπίτια σας! Σε κάποιο δάσος. Να σας δει και κανείς, θα 'χει περισσότερη πλάκα. Μια κίνηση και σβήνεσαι. «Φεύγεις» όπως λένε στα τηλεοπτικά πάνελ. «Έφυγε από τη ζωή ο μεγάλος σκηνοθέτης...». Φοβούνται τον θάνατο ακόμη και σαν λέξη. Εγώ τα λέω. Οι άνθρωποι είναι δειλοί. Αλλά, ταυτόχρονα, και άρρωστοι. Έχουν μια ακατανίκητη περιέργεια να βλέπουν θύματα. Ο θάνατος, η αρρώστια τους φοβίζουν και τους γοητεύουν μαζί, λατρεύουν κάθε τι νεκρό, όσο πιο νέο το πτώμα τόσο μεγαλύτερη η λαιμαργία τους και η ακόρεστη κατακρεούργηση του νεκρού. Μα και ‘γω άνθρωπος είμαι. Είμαι δειλός και άρρωστος. Και με μια μικρή δόση τρέλας. Αν ξέρεις ότι είσαι τρελός όμως, λένε, δεν είσαι τρελός. Εγώ το ξέρω ότι είμαι και είμαι. Να μην τα πολυλογώ: σκοτώνω. Σκοτώνω όσους θέλουν να αυτοκτονήσουν. Με όσο πιο ευφάνταστους τρόπους. Ζωγραφίζω πάνω στην σκηνή του εγκλήματος. Διακοσμώ τον τόπο φρίκης. Το ανθρώπινο σώμα και ο εσωτερικός του κόσμος προσφέρονται για θαύματα! Ποτέ όμως δεν μπόρεσα να σκοτώσω εμένα. Ακόμη και τώρα, μετά από τόσους φόνους, δεν έχω εξοικειωθεί με την ιδέα του θανάτου του εαυτού μου. Του εαυτού μου,  μονάχα. Δηλώνω χριστιανός. Όχι επειδή μου το λέει η ταυτότητα μου. Επειδή το επέλεξα. Δηλώνω πιστός σε όλες τις θρησκείες του κόσμου. Τι ωραία βασανιστήρια που κρύβουν επιμελώς οι θρησκείες! Τι δημιουργικά, μακάβρια και όμορφα! Ζηλεύω και αντλώ έμπνευση απ’ αυτές. Δηλώνω Θεός. Δηλώνω ό, τι πιο ισχυρό υπάρχει, παντοδύναμος και σκοτεινός. Μουχαχα! Να με φοβάστε. Σκοτώνω. Και τις προάλλες με το έντερο κάποιου έφτιαξα μια ωραιότατη γιρλάντα που την έστειλα πακέτο σε ένα παιδικό πάρτυ. Έχω και χιούμορ. Με παντρεύεσαι ωραία κοιμωμένη μου; Δεν σε θέλω! Χαχαχαχα πλακίτσα! Είσαι πολύ τεμπέλα για ‘μένα. Βαριέμαι εύκολα. Τώρα που σου μιλάω βαριέμαι και φτιάχνω αστείες λέξεις στο μυαλό μου: «Τρακολνιστακούρ», που πάει να πει «το παπάκι πάει στην ποταμιά μα το γάμησε ο κυρ Γιάννης». Τι μαγική που ‘ναι η γλώσσα. Συμπυκνώνει βαθιά νοήματα σε μια μόνο φράση! Αχ, αλλάζω θέματα εύκολα σαν γκόμενα. Δεν είμαι γκόμενα, όμως θα θελα. Το πελατολόγιό μου, λοιπόν, είναι ιδιαίτερα πλούσιο αυτές τις μέρες. Η γειτόνισσά σου, ο μητροπολίτης, ο βουλευτής, ο υδραυλικός θέλουν να τους σκοτώσω, να γευτούν λίγο από το αιχμηρό μου μαχαιράκι ή τα λεπτεπίλεπτα μου χεράκια. Ποτέ πιστόλι όμως. Θέλω άμεση, διαπροσωπική επαφή. Ο φόνος είναι σαν διάλογος. Μια ενεργητική διαδικασία ανταλλαγής απόψεων και συναισθημάτων με βλέμματα, μορφασμούς και σπασμωδικές κινήσεις. Μόνο που οι διάλογοι είναι ψεύτικοι, γιατί οι γονείς τους, οι άνθρωποι, είναι κι αυτοί ψεύτικοι. Ο άνθρωπος είναι ο εαυτός του μόνο την στιγμή του θανάτου του. Τις άλλες φορές είναι ό, τι θέλει η παρέα του, ο εργοδότης του ή ο ίδιος ανάλογα με τις διαθέσεις. Καταλαβαίνεις πολλά από την τελευταία στιγμή κάποιου. Ξέρω το ανθρώπινο είδος καλύτερα από τον καθένα. Καλύτερα από τον κάθε ψυχολόγο – ψυχίατρο – ψυχοθεραπευτή. Γι’ αυτό και με θεωρώ ανώτερο ον. Και με μισώ, μαζί. Με μισώ και βγάζω αυτό το μίσος στα πτώματα μου όταν σκοτώνω. Δεν αρκούμαι, απλά, στην αφαίρεση της ζωής του υποκειμένου - πελάτη μου. Δεν είναι απαραίτητο ότι το πτώμα πρέπει να υποφέρει. Ίσως, λιγουλάκι, πάντα. Αλλά, κάτι σημαντικό, επίδοξοι δολοφόνοι που με διαβάζετε μην ασελγείτε πάνω στα πτώματα σας. Ποτέ πολλές δουλείες μαζί. Ή δολοφόνος θα ‘σαι ή βιαστής. Κάνω εγώ την δουλειά σας; Την σέβομαι, αλλά δεν την κάνω. Σεβαστείτε και ‘σεις ή να πάω στην Βουλή να καταθέσω κάποιο νομοσχέδιο; Άντε γιατί πολλά ψυχάκια γεμίσαμε, και ‘μεις τα αληθινά ψυχάκια που το ξέρουν ότι είναι, ζούμε με τρεις και εξήντα. Έχασα την ψυχραιμία μου και τώρα δεν μπορώ να εργαστώ. Ο φόνος θέλει καθαρό και ήρεμο μυαλό. Είναι μια τέχνη. Θα τα σκατώσεις αλλιώς. Υπάρχει ερωτικό στοιχείο στον φόνο. Τα πάντα σ' αυτόν υποδηλώνουν πάθος και αρχέγονα συναισθήματα, δύσκολα διαχειρίσιμα από το συνειδητό κομμάτι του εγκεφάλου.  Η αποκοπή από το συνειδητό και η αληθινή περιδιάβαση στα ενδότερα των σκέψεων που συμβαίνει στον φόνο προσεγγίζει τον έρωτα. Δηλώνω παράφορα ερωτευμένος με κάθε θύμα μου. Παράφορα, αδιανόητα, καταστροφικά. Με σκοτώνει και 'μένα αυτή η διαδικασία.

 Ξέρετε ποιούς-τι-ποιόν αντιπαθώ περισσότερο απ' τα παρακάτω;

  1. Τους ανθρώπους που αυτοκτονούν με χάπια.
  2. Τη λέξη οδοντόπαστα αντί για οδοντόκρεμα.
  3. Τον κυρ-Γιάννη που πήδηξε το καημένο το παπάκι :(


Ελάτε. Εύκολο. Το 2. Ανατροπή! Όχι, ντάξει, το 1. Το ξέρω είμαι πληκτικός, προβλέψιμος, μαλάκας, άσχημος, κακός στο σεξ, μικροτσούτσουνος, πισωγλέντης, προσθέστε ό, τι άλλο θέλετε. Μα δεν είναι βαρετοί αυτοί οι άνθρωποι; Με χάπια σοβαρά;;;; Τι είσαι ρε φίλε; Ντίβα; Άντε βρες κάτι ποιο όμορφο. Δεν θα σου πω εγώ τι. Να το βρεις μόνος σου. Θέλουμε κάποιον να μας λέει τι θα κάνουμε πάντα. Ακόμη και πώς θα αυτοκτονήσουμε. Και μην τολμήσετε να αντιγράψετε κάποιον τρόπο αυτοκτονίας από ταινία ή σειρά. Ξεπερασμένο και εφηβικό. Ψάξε με και βρες με. Μην ψάξεις κάπου σκοτεινά και απομονωμένα. Απαπα! Λατρεύω τον ήλιο, τις κατσικούλες, τα ροζ συννεφάκια, τα σκιουράκια που κάνουν πικ-νικ τις ανοιξιάτικες μέρες και τα ανέκδοτα με κλανιές. Θα περάσουμε ωραία. Call me.




Βράδυ και ξάπλωνα αμέριμνα.
Ίσως και να κοιμόμουν.
Χέρια να τυλίγουν απαλά τον λαιμό.
Με τα αρώματα που αγάπησα, τα παιδικά.
Να πλέκονται σφιχτά.
Να καταπατούν το απαλό δέρμα.
Τα καλύτερα σημάδια ενηλικίωσης.
Είμαι πλέον κτήμα μου, για πάντα.

                                                                                                                          -Αγγέλας

7.6.16

η χορεύτρια του πλήθους

*κείμενο-απάντηση στο Αποσύνθεση

2009

Κάθε πρωί, λίγο πριν το μάθημα στο Δημοτικό, η Ελένα σηκώνεται τα πρωινά και πετάγεται έως τον καθρέφτη. Παρατηρεί με αγωνία το πρόσωπό της, τα χέρια της, την κοιλιά της, το στήθος της και τα πόδια για μερικά λεπτά, από διάφορες οπτικές γωνίες. Η όμορφη Ελένα, είναι η πρώτη μαθήτρια στο χορό και κάνει τις πιο ολοκληρωμένες στροφές μπροστά από τους καθρέφτες και αυτός είναι ο δικός της προσωπικός χορός. Αγαπάει τα βήματά του, τα έχει μάθει απ' έξω, κυρίως για να ευχαριστήσει την αγαπημένη της Δασκάλα, που ακούει στο όνομα Κοινωνία. Η Κοινωνία ήταν από πολύ νωρίς σωστή Δασκάλα για εκείνη και είχε βρει τα κουμπιά της για να εντοπίζει τον κατάλληλο παλμό και ρυθμό της κίνησης. Ήταν λες και την είχε επιλέξει ως την πιο λαμπρή και μοναδική μαθήτριά της, ναι, η Ελένα κάθε πρωί που ξυπνάει νιώθει πως είναι το ξεχωριστό διαμάντι της Δασκάλας της, η εκλεκτή της στο χορό του καθρέφτη.

Τα άλλα κορίτσια στην τάξη της δεν έχουν ιδέα για τον χορό της, είναι πολύ πιο ανώριμες και ασχολούνται με πράγματα που ασχολούνται τα συνηθισμένα παιδιά της 6ης Δημοτικού. Φοράνε ρούχα που τα διαλέγουν οι γονείς τους και παίζουν μπάλα, κυνηγητό, μήλα, κρυφτό και πρόσωπα-ζώα-πράγματα. Μερικές φορές, χωρίζονται σε παρέες και τα αγόρια συζητούν κυρίως για ποδόσφαιρο, ενώ τα κορίτσια για αγόρια και για άλλα κορίτσια. Και εάν τυχαίνει να διαλέγουν μόνα τους τα ρούχα, τότε τα χρώματα δεν είναι συνδυασμένα αρμονικά, άλλα συνδυάζουν το πορτοκαλί με το καφέ και το ροζ με το λαχανί, ενώ οι παρέες που διαμορφώνονται από αγόρια και κορίτσια ασχολούνται με πόκεμον, κάρτες, μουσική ή διάφορα γκατζετάκια και πού και πού μιλάνε για το καλοκαίρι και υπολογίζουν τα μπάνια που θα κάνουν και τα παγωτά που θα φάνε αυτή τη χρονιά. Η Ελένα όμως όχι.


Είναι πράγματι ένα απ' τα διαφορετικά παιδιά. Στο σχολείο τής ανήκει μονάχα μια γωνία-μία, διότι τις υπόλοιπες τις κατέχουν άλλα πετράδια που όμως περνούν απαρατήρητα, όχι σαν την Ελένα που έχει την πιο ακριβή Δασκάλα να τη φροντίζει. Συνεπώς, η Ελένα είναι ένα διαμάντι που γυαλίζει πολύ έντονα και μπορείς εύκολα να παρατηρήσεις ότι της ανήκει μονάχα μια γωνία. Γυαλίζει και κάνει μπαμ από μακριά στο μάτι σου. Η Δασκάλα της φροντίζει να την καθαρίζει καλά πίσω στον αυχένα και στις πτέρνες και σε σημεία που δεν φτάνει μόνη της να καθαριστεί. Την κάνει να αστράφτει και να ομορφαίνει τη γωνία της στα μάτια της, μόνο και μόνο που κάθεται εκείνη εκεί. Τα ρούχα της τα επιλέγει απ' το προηγούμενο βράδυ και τα συνδυάζει λεπτομερώς με την διάθεση, τον καιρό, την εποχή και το αν έχουν Γυμναστική την επόμενη μέρα ή όχι. Κατά τα άλλα, τα διαλείμματα συνήθως βαριέται και μέσα στο μάθημα δεν παρακολουθεί, διότι είναι ήδη διαμάντι και δεν χρειάζεται. Ο δάσκαλος στο σχολείο τής κάνει παρατηρήσεις, όμως εκείνη ανταποκρίνεται πάντοτε επιθετικά και με "υφάκι", πάνω στην απόπειρά της να του δείξει ότι εκείνος δεν καταλαβαίνει την αξία της.


Όταν τελείωσε το Δημοτικό, η Ελένα συνειδητοποίησε, μιας και πήγαινε πάντα πιο μπροστά από τα άλλα κορίτσια, ότι έπρεπε τώρα στο Γυμνάσιο να βρει έναν σωστό και άξιο σύντροφο που θα ξέρει να χορεύει στα βήματα που της έμαθε η γλυκιά της Δασκάλα και να χορεύει μαζί του, για να μη νιώθει μόνη. Αυτό ήταν! Πώς δεν το είχε σκεφτεί; Δεν χρειαζόταν φίλες. Τα κορίτσια δεν καταλαβαίνουν, γιατί εκείνη δεν είναι σαν τα κορίτσια, τα κορίτσια είναι κατώτερα γενικά σε πολλά πράγματα, είχε μάθει απ' τη Δασκάλα, όμως εκείνη δεν ήταν σαν τα κορίτσια. Και, από την άλλη, τα αγόρια είναι αγόρια και δεν θα μπορούσε να κάνει παρέα μαζί τους. Εκείνος όμως, ο χορευτής, θα ήταν ό,τι πρέπει. Θα ήταν και φίλος και αδερφός και έρωτας και γάμος και παντοτινή αγάπη. Θα ήταν ο καβαλιέρος της. Η Ελένα ήταν ενθουσιασμένη!


Την πρώτη μέρα στο Γυμνάσιο, είχε ήδη αγοράσει ολοκαίνουρια ρούχα και παπούτσια, είχε κάνει φράντζα στα μαλλιά της και είχε και το πρώτο της πίρσινγκ στον αφαλό. Στην αυλή του νέου της σχολείου, δεν παρατήρησε και δεν χαιρέτησε κανέναν παλιό της συμμαθητή απ' το Δημοτικό, αφού τώρα το νέο σχολείο άξιζε να είναι παντελώς δικό της και τίποτα απ' το ανιαρό παρελθόν δεν θα έπρεπε να το μολύνει. Ευχόταν συχνά να εξαφανίζονταν όλα αυτά τα άτομα που δεν έχουν ιδέα από το χορό της, για να μπορεί να εκφράσει ελεύθερα και με πάθος την αγάπη της για τα βήματα του καθρέφτη, χωρίς να την συλλάβουν τα βλέμματα και οι φήμες του παρελθόντος. Τα παλιά άτομα της θύμιζαν τη μοναξιά της και το πόσο θα ήθελε να μπορεί να μοιραστεί το χορό της με κάποιον που θα την θαυμάσει, που δεν θα την αλλοιώσει, που δεν θα προσποιηθεί ότι είναι σαν και αυτήν, αλλά θα αποδεχτεί τον ύψιστο κόσμο που υπάρχει μέσα της. Έτσι, εκείνη την πρώτη μέρα στην αυλή, την πέρασε ψάχνοντας για μια καινούρια γωνιά, από την οποία θα μπορούσε να εντοπίσει με την ησυχία της τον ένα και μοναδικό ιδανικό της παρτενέρ. Τα κριτήρια τα κρατούσε σε ένα χαρτί στην τσέπη της από τις σημειώσεις που κράτησε από την Δασκάλα του χορού.
      

2012

Το Λύκειο μοιάζει με πυρηνική έκρηξη. Η Δασκάλα της Ελένας έχει γίνει μια απ' τους καθηγητές-ιδιαιτεράδες που τα παίρνουν χοντρά και αυτοσυστήνονται σε όλους τους μαθητές. Σιγά σιγά, οι μαθητές που δεν έχουν την δυνατότητα να κάνουν μάθημα με την Δασκάλα της Ελένας, απογοητεύονται, αισθάνονται εκτός του παιχνιδιού της αυλής του σχολείου και προσπαθούν να πάρουν παράδειγμα από τα βήματα του χορού των παιδιών που είναι πιο προικισμένα, ή θυμώνουν και οδηγούνται σε μη διακριτές γωνιές, εκεί που πέφτει η μπάλα όταν παίζουν οι μαθητές βόλευ, εκεί που χτυπάει και επιστρέφει πίσω για να συνεχιστεί το παιχνίδι. Αυτή είναι η έκρηξη. Ότι πριν το παιχνίδι ξαναρχίσει, η μπάλα χτυπάει τη γωνία. Είναι μια διαδικασία που μοιάζει αναγκαία, απαραίτητη και, παραδόξως, φυσιολογική, επόμενη.

Η Ελένα συνήθιζε να έχει όλες τις μπάλες στο Δημοτικό και παράλληλα να έχει και τη γωνία της άθικτη και καθαρή. Γιατί η Δασκάλα της την προωθούσε και ήταν αφοσιωμένη μόνο σε εκείνη και στη μάθησή της για το χορό του καθρέφτη. Όμως τώρα όλα σχεδόν τα παιδιά μοιάζουν να μιμούνται αυτό που ήταν η Ελένα στο Δημοτικό και να μοιράζονται την ίδια Δασκάλα. Αυτό είναι ανυπόφορο για εκείνη. Πλέον, οι μέρες της ποτίζονται με οργή, αγανάκτηση και θυμό που δεν είναι η ίδια ακόμη στην κορυφή της λίστας των χορευτών του καθρέφτη. Οι στροφές που έκανε στο σπίτι της κάθε πρωί που πεταγόταν απ' το κρεβάτι με ενθουσιασμό, έχουν τώρα γίνει μια επίπονη και σκληρή διαδικασία που τη βαραίνει στους ώμους και την κάνει να καμπουριάζει. Τα ρούχα της τώρα πια δεν φαίνονται τόσο φανταχτερά και μοναδικά, τόσο εκλεκτά και κατάλληλα συνδυασμένα σε σύγκριση με των άλλων μαθητών και το πίρσινγκ στον αφαλό έχει γίνει thing στο σχολείο. 


Συν τοις άλλοις, η Ελένα ένιωθε ότι βρισκόταν στην κορυφή του σχολείου όταν γνώρισε τον Αρτέμη στην πρώτη Γυμνασίου και έγινε ο παρτενέρ της. Άρχισε μάλιστα και το κάπνισμα για χάρη του, γιατί η Δασκάλα έλεγε ότι πρέπει να θυσιάζεις συχνά το καλό του εαυτού σου, του σώματος και του εντός σου, για να έχεις τον ιδανικό παρτενέρ. Άλλωστε, η Ελένα δεν ήταν σαν τα άλλα κορίτσια που ήταν κατώτερα, συνεπώς απαιτείτο να έχει σημάδια του παρτενέρ της πάνω της. Γι' αυτό και συχνά στα διαλείμματα στις τουαλέτες του σχολείου ή στο πάρκο της περιοχής τον άφηνε να της κάνει όσα σημάδια εκείνος ήθελε. Ήταν τρόπαια για το πόσο καλή μαθήτρια ήταν. Διότι εκείνη διέφερε. Τα άλλα κορίτσια έπαιρναν αυτοκόλλητα στην ορθογραφία στα Αγγλικά και τα Γαλλικά, εκείνη έπαιρνε τα σημάδια του χορού που αγαπούσε. Άλλωστε ήταν ήδη διαμάντι και τα αυτοκόλλητα δεν της χρειάζονταν. Και έτσι τα δικά της αυτοκόλλητα γίνονταν όλο και πιο σκουρόχρωμα.

Οι μήνες στην πρώτη Λυκείου πέρασαν αργά και ήταν γεμάτοι αγωνία. Η Ελένα στα διαλείμματα στεκόταν όρθια στη γωνία της και παρατηρούσε τα υπόλοιπα φανταχτερά παιδιά. Ο Αρτέμης στη μέση της χρονιάς παράτησε το σχολείο, διότι ο σωστός, ο κατάλληλος, ο χαρισματικός χορευτής-παρτενέρ δεν υποβαθμίζει την αξία του και τις χορευτικές του ικανότητες με συστημικές γνώσεις. Ωστόσο, εδώ που τα λέμε, ήταν πράγματι συστημικές, αλλά σε ένα τοίχο η Ελένα είχε διαβάσει κάτι που έλεγε πάνω κάτω πως και να μην ήταν συστημικές, πάλι ο Αρτέμης θα έφευγε απ' το σχολείο. Όμως, με αυτόν τον τρόπο έφυγε με το κεφάλι ψηλά, όπως του άρμοζε, όπως θα άρμοζε στον παρτενέρ της Ελένας, οπότε ήταν εντάξει με αυτό. Άλλωστε, δεν ήξερε ακριβώς τι πάει να πει "συστημικός", όμως φαινόταν σαν μια δυναμική λέξη για να χαρακτηρίζει οτιδήποτε της την σπάει, οπότε σαφώς και την χρησιμοποιούσε στο εξής.


Ενώ ο Αρτέμης ξεκίνησε την καριέρα του στον χορό των πολεμικών τεχνών και του πολιτικού φάσματος, η Ελένα τον θαύμαζε και ανυπομονούσε να φύγει απ' το σχολείο κι εκείνη για να πάει να ζήσει μαζί του. Ωστόσο, μιας και εκείνος δεν βρισκόταν πια στην αυλή του σχολείου, εκείνη έμεινε να κοιτάζει τις άλλες μαθήτριες με τους δικούς τους παρτενέρ και να εξοργίζεται σιγά σιγά με την κατάστασή της. Όσο ο θυμός θεμελιωνόταν μέσα της και το μίσος άρχιζε να πιάνει αλόγιστες συχνότητες, η Ελένα αποφάσισε να δείξει σε όλους πόσο μοναδική και ξεχωριστή ήταν, πως ήταν η πιο κατάλληλη μαθήτρια για την Δασκάλα που μοιράζονται τώρα σχεδόν όλοι. Ήξερε πως θα μπορούσε να εκραγεί, εάν δεν δικαιωνόταν εν τέλει. Έτσι, άφησε πίσω την καθημερινότητα της τέλειας Ελένας που ήξερε ποια είναι και πόσο σωστή χορεύτρια του καθρέφτη είναι και έβαλε μπρος το σχέδιο της καθημερινότητας που θα αποδείκνυε και στους άλλους το αξίωμα αυτό.


Το πρώτο άτομο που θα ήθελε να κερδίσει πίσω ήταν η πολυαγαπημένη της Δασκάλα. Γι' αυτό και ετοίμασε ένα τεράστιο άλμπουμ φωτογραφιών που έβγαζε με την κάμερα της μητέρας της ή το καινούριο της κινητό και έστελνε λίγες λίγες τις φωτογραφίες για να της δει εκείνη και να καταλάβει πόσο λάθος έκανε που δόθηκε και σε άλλους μαθητές. Έπειτα, ακριβώς επειδή ο Αρτέμης ήταν εκείνος ο ιδανικός παρτενέρ που την καταλάβαινε και που ήταν ο ένας και μοναδικός για εκείνη, της προσέφερε συχνότερα και μεγαλύτερα σημάδια της αγάπης και του δεσμού του μαζί της, τα οποία είχαν πάρει και διαφορετικές διαστάσεις. Σαν να του το 'χε ζητήσει, σαν να διάβασε στα μάτια της τι ακριβώς εκείνη ήθελε να της προσφέρει, η Ελένα πλέον είχε πάνω της τα αυτοκόλλητα του παρτενέρ της που αποδείκνυαν σε όλους στο σχολείο πως, ακόμη κι εάν εκείνος απουσιάζει, είναι στη ζωή της και την κατέχει και κανείς άλλος δεν μπορεί να την πλησιάσει ή να του μοιάσει. Τα άλλα κορίτσια είχαν κι αυτά παρτενέρ, όμως τα σημάδια της Ελένας έκαναν τη σχέση τους πιο δεσμευτική, πιο αληθινή, πιο αυθεντική και διαφορετική. Η Ελένα αναγνώριζε ότι ο Αρτέμης ήθελε με κάποιο τρόπο να βρίσκεται πάντοτε μαζί της και γι' αυτό αντάλλασσε την παρουσία του με την απόδειξη της παρουσίας του στη ζωή της, κάτι που σαφώς ήταν μακράν πιο σημαντικό.

Έπειτα, η Ελένα συνέχιζε να μαθαίνει από τον Αρτέμη λέξεις όπως αντισυστημικός, παρακράτος, ενότητα, καθεστωτικός, περιθώριο, υπερηφάνεια, αγώνας, δικαίωμα, καταπίεση και να της ενσαρκώνει στα βήματα του χορού που της είχε μάθει η Δασκάλα, μονάχη της, με την δική της τέχνη, την τέχνη της ιδιοσυγκρασίας της, χωρίς τη Δασκάλα, βασισμένη όμως πάντοτε στα βασικά βήματα του χορού του καθρέφτη που της είχε διδάξει. Σύντομα, η Ελένα χρησιμοποιούσε τις λέξεις αυτές, σε συνδυασμό με τον ανεξήγητο θυμό και το μίσος που είχε γεννηθεί μέσα της, σε καυστικές συζητήσεις με τους καθηγητές, του άλλους μαθητές που ήταν ανόητοι μπροστά της και στις παρέες του Αρτέμη, διότι εκείνη δεν ήταν σαν τα άλλα κορίτσια, που είναι κατώτερα από τα αγόρια και δεν πρέπει να αντιμιλάνε στους καθηγητές. Ήταν ξανά αυτό που έπρεπε, που ήθελε, που επιβαλλόταν, που γεννήθηκε για να είναι: διαφορετική, ξεχωριστή, μοναδική.


Τα πίρσινγκ της Ελένας αυξήθηκαν μαζί με τα τατουάζ και τα μαλ
λιά της δεν ήταν πια όπως των άλλων κοριτσιών, αλλά βαμμένα γκρι με ξανθό και λίγο μαύρο στη ρίζα. Κάποια κορίτσια που έπαιρναν επίσης το δρόμο του μίσους και του θυμού συνήθιζαν να ξυρίζουν ελαφρώς τα μαλλιά τους, να τα βάφουν έντονο φούξια ή μπλε και να φοράνε ζαρτιέρες με χοντρές μπότες και δερμάτινα τζάκετς, ενώ άλλα τα άφηναν μακριά και φορούσαν παντελόνια χίπικα και βραχιόλια χρωματιστά. Εκείνη, όμως, δεν θα μπορούσε να αλλοιώσει έτσι τον εαυτό της, ήταν το τέλειο κορίτσι και ήταν διαφορετική ούτως ή άλλως, επομένως αρκούνταν στο να βάφεται, να βάζει πολύ μαλακτικό και να επιμελείται της ενδυμασίας της. Τα ρούχα της παρέμειναν ίδια σε στυλ, διότι η Δασκάλα ξέρει καλά και τις είχε μοιράσει τα σωστά περιοδικά μόδας και του ορθού σωματότυπου. Και η Ελένα πλέον τα είχε όλα και ήταν ξανά ενθουσιασμένη.

2014

Η Ελένα ήταν πλέον 17 χρονών και έφτανε στο τέλος της δευτέρας Λυκείου. Το σχολείο είχε αρχίσει να γίνεται απαιτητικό εν όψει των Πανελληνίων εξετάσεων και όλοι έπρεπε σιγά σιγά να αποφασίσουν τι δρόμο θα ακολουθήσουν. Η Ελένα δεν χρειαζόταν να επιλέξει, ήξερε ότι στη ζωή της της αξίζουν όλα, όλα, τα πάντα. Όλα φτιάχτηκαν για εκείνη, όλα ήταν δικά της. Και ο καιρός θα τα 'φερνε για να τ' αποκτήσει. Όσα σημάδια κι αν χρειαζόταν να αποκτήσει ακόμα, όσο κι αν ανάλωνε το σώμα και την ψυχή της στον πόνο, στο τσιγάρο, στο βίαιο σεξ της αγάπης, στο αλκοόλ, στα ξενύχτια που δεν καταλήγουν ποτέ σπίτι της, στο μωβ βερνίκι με τα πολύπλοκα σχέδια και στο να αγνοεί τα βιβλία, τους ανθρώπους, τα χέρια που της δίνονται, τα οποία υποβαθμίζουν το "είναι" της, ήξερε πως θα μπορούσε να τα υποστεί όλα απ' την αρχή, ώστε η ζωή να της τα φέρει ξανά όπως τα θέλει. Και αυτό, που πάντα η Ελένα θέλει, είναι να ξέρουν οι πάντες πως είναι η καλύτερη μαθήτρια της Δασκάλας της.

Μόλις μπήκε το καλοκαίρι και ο ελεύθερος χρόνος της Ελένας, αυτός που μπορούσε να της προσφέρει την αιωνιότητα του να περιστρέφεται και να περιστρέφεται όλη την ώρα και να χορεύει μπροστά απ' τον καθρέφτη, μπροστά απ' τις βιτρίνες, μπροστά απ' το πλήθος, ελαττώθηκε δραματικά λόγω των φροντιστηρίων για τις Πανελλαδικές, η Ελένα είχε για πρώτη φορά τη ζωή της στιγμές αποκομμένες από τη Δασκάλα, το χορό, τον Αρτέμη, τα κατώτερα κορίτσια και τον καθρέφτη. Για να αποφύγει την εστίαση στο διάβασμα, έτσι όπως στεκόταν απάνω απ' το βιβλίο και κοιτούσε το καλλωπισμένο βερνίκι στα νύχια της, άρχισε να σκέφτεται με ανεξάρτητο από το μάθημα της Δασκάλας νου. Σκέφτηκε το χορό, σκέφτηκε τον καθρέφτη. Σκέφτηκε πως θα προτιμούσε ίσως να είχε ξεκινήσει οριεντάλ ή χιπ χοπ ή ακόμα και κλακέτες. Σκέφτηκε πως η χίπικη φούστα της Μαριάννας στο Λύκειο δεν θα πίεζε τα πόδια της και την κοιλιά της όπως τα στενά ψηλοκάβαλα τζιν που φοράει. Σκέφτηκε πως η Χριστίνα δεν χρειάζεται να χτενίζει τα μαλλιά της, εφόσον τα έχει ξυρίσει και σκέφτηκε και πως ο Μάνος της έκανε πάρτι-έκπληξη στην αυλή του σχολείου με τούρτα παγωτό και ένα κρεμαστό. Σκέφτηκε πως πρόσεχε τη γωνία της στο σχολείο όσο βρισκόταν εκεί και την κρατούσε καθαρή, όμως ποιος ξέρει; Ίσως πριν το διάλειμμα ή το βράδυ να είχε μπει κανένα σκυλί μέσα και να την είχε κατουρήσει, ή να είχε κουτσουλήσει κανένα σπουργίτι, και να έπεφταν έντομα και σκόνη απ' τα φύλλα των δέντρων. Σκέφτηκε τα αυτοκόλλητα.

Όταν συνήλθε και επανέφερε τη συγκέντρωσή της, πετάχτηκε απ' την καρέκλα αφού παρατήρησε πως είχε με τα δόντια της ξύσει το βερνίκι από τρία από τα νύχια του ενός χεριού της. Τραντάχτηκε, οι παλμοί της αυξήθηκαν και την κυρίευσε ένα κύμα από στρες και αγωνία. Η Ελένα ποτέ δεν τρώει τα νύχια της, πρέπει να είναι καλοφτιαγμένα και βαμμένα στην εντέλεια, σαν τα ανώτερα κορίτσια, τα κορίτσια του περιοδικού. Όπως θα την ήθελε και ο Αρτέμης. Όπως θα την ήθελε και η Δασκάλα. Όπως θα την ήθελε και ο καθρέφτης για το χορό. Εκείνη τη στιγμή, η Ελένα ένιωσε ανίκανη να ακολουθήσει οποιαδήποτε κατάλληλη οδηγία για την σωστή αντιμετώπιση από αυτά τα όντα, για την αντιμετώπιση που της αρμόζει. Έπρεπε να ξεβάψει όλα τα νύχια και να τα βάψει από την αρχή, ίσως και να κόψει και να λιμάρει τις άκριες, μιας και τις είχε φθείρει λίγο με τα δόντια. Η Ελένα ένιωσε βρώμικη, ακατάστατη, ατημέλητη, αδέξια. Το τοξικό μίσος που έκανε στροφές στο στομάχι της, άρχισε να εναντιώνεται στον εαυτό της και να την πληγώνει από μέσα.

Εκείνο το λεπτό, συνειδητοποίησε ποιο ήταν το λάθος που είχε κάνει. Είχε αρχίσει να θαυμάζει τον Αρτέμη και να του φέρεται όπως κανονικά υποτίθεται πως θα έπρεπε να της είχε φερθεί εκείνος. Τον έβλεπε από χαμηλά, τον είχε ανάγκη, τον θαύμαζε. Ο ύψιστος κόσμος που έπρεπε εκείνος να εκτιμάει σε αυτήν είχε τώρα μετατοπιστεί στην παρουσία του και εκείνη ήταν η λάτρης. Η Ελένα αναρωτήθηκε εάν αυτό ήταν η αιτία που η Δασκάλα της την εγκατέλειψε ελαφρώς και την αντικατέστησε με ένα σωρό άλλους μαθητές, μέχρι να βρει καινούριο κορυφαίο ακόλουθο. Όχι. Δεν έπρεπε να συμβεί έτσι. Δεν έπρεπε να κάνει αυτό το λάθος. Τόσο καιρό νόμιζε πως κάτι πήγαινε στραβά με εκείνη, ενώ η πραγματική αιτία ήταν ότι ανέβασε τον Αρτέμη πιο ψηλά από τον εαυτό της. Τώρα ήταν έτοιμη να μετατοπίσει ξανά αυτήν την αξία. Τώρα ήταν αποφασισμένη. Θα γινόταν μια σωστή γυναίκα, μια αγωνίστρια. Και τίποτα απ' όσα της είχε μάθει ο Αρτέμης δεν θα ήταν πλέον ορθά. Πώς μπόρεσε να της το κάνει αυτό;

Στην τρίτη Λυκείου, τη χρονιά των Πανελλαδικών, η Ελένα ήταν βέβαιη πως είχε βρει τον εαυτό της. Το μίσος της για τον Αρτέμη είχε χτυπήσει κόκκινο και τα σημάδια πάνω της το αποδείκνυαν. Κρατούσε πάντοτε τα σημάδια για να θυμάται το μίσος. Ο Αρτέμης ήταν όμως κομμάτι της ζωής της, ήταν ο παρτενέρ της. Δεν θα μπορούσε να τον αφήσει. Άλλωστε, είχε ανάγκη πλέον τα σημάδια για να μπορεί να αναγνωρίζει τον εαυτό της. Χωρίς αυτά, το σώμα της ήταν κάτι ξένο. Μα είχαν περάσει σχεδόν πέντε χρόνια απ' την τελευταία φορά που είχε δει το σώμα της χωρίς αυτά. Άλλωστε, τώρα που όλα τα κατώτερα κορίτσια, όπως και η Χριστίνα, ολοκλήρωναν τις σχέσεις τους με τους δικούς τους παρτενέρ, εκείνη είχε να αποδείξει ότι αυτό το στάδιο το είχε περάσει πολύ πριν. Τα σημάδια της θύμιζαν ποια είναι. Ο Αρτέμης ήταν ο μισός της εαυτός και παραπάνω. Το μίσος έκανε την καρδιά της να πάλλεται ακόμα. Και η ζωή για άλλη μια φορά επιβαλλόταν να τα φέρει όπως πρέπει.
Η χρονιά αυτή ήταν πνιγμένη σε εντάσεις ανάμεσα στην κοινή ζωή και το περιθώριο. Η Ελένα προσάρμοζε τις λέξεις που έμαθε απ' τον Αρτέμη σε ένα αντίθετο δικό της ρεύμα που είχε μόλις ξυπνήσει μπροστά στα μάτια της. Οι λέξεις που είχε μάθει μεταλλάχτηκαν σε μαφία, αντιφασισμός, τοξικοεξαρτημένος, νεοφεμινισμός, τρομοκρατία, μηδενισμός, νεοαναρχικός, μολότοφ, φυλακές τύπου Γ', αλληλεγγύη, αντάρτες, βενζίνη, κρεμάλα, ρεφορμισμός. Για να κερδίσει πίσω τα τα βήματα που είχε χάσει και το σταθερό της έδαφος, έπρεπε να αντιπαρατεθεί με την ζωή και τις λέξεις του Αρτέμη, όμως παράλληλα να κρατήσει απόσταση και από τα κανονικά παιδιά που μιλούσαν πάντα για ποδόσφαιρο και έρωτες και από τα λιγότερο λαμπερά πετράδια των γωνιών που μιλούσαν και μιλάνε ακόμα για το καλοκαίρι και τα παγωτά που θα φάνε. Η Ελένα βρισκόταν σε διαδηλώσεις, σε ίντριγκες, σε αντιπαραθέσεις στις καταλήψεις του σχολείου, σε μπάχαλα, στη φωτιά. Ήταν το κάτι άλλο. Μια ολοκαίνουρια ζωή μόνο για εκείνη. Η ζωή που της άξιζε. Πολλοί άρχισαν να την θαυμάζουν για τις λέξεις που πρόφερε και να την πλησιάζουν με διάφορους τρόπους. Ήταν ξανά στην κορυφή!

Καθώς ο Αρτέμης δεν ήταν στην καθημερινότητά της πια, λόγω των πολλών ωρών που αφιέρωνε στην καριέρα του, η Ελένα περνούσε τα βράδια της χαρίζοντας καινούρια, φρέσκα σημάδια στο σώμα της. Κάποτε βρέθηκε και ένα αγόρι μέσα από μια διαδήλωση που την πλησίασε όπως πλησίαζε και ο Μάνος τη Χριστίνα, όμως εκείνος δεν είχε να της προσφέρει σημάδια και τον απώθησε απευθείας. Έπαιρνε μάλιστα μέρος και σε δυναμικές δράσεις αλληλεγγύης και συντροφικότητας και διάβαζε συνέχεια κείμενα που ενίσχυαν τις λέξεις που γνώριζε για τον νέο της εαυτό, όχι όχι, τον πραγματικό της εαυτό, αυτόν που έπρεπε πάντοτε να κατέχει. Κείμενα δικά της βέβαια δεν έγραψε ποτέ, διότι δεν ήξερε τι να πει και δεν ήταν δα και για εκείνη τα γράμματα, όπως και το σχολείο, την υποβάθμιζαν και εκείνη ήξερε καλύτερα. Το περιθώριο στην νέα τάξη πραγμάτων είχε χωριστεί σε δυο πόλους, τον αυθεντικό πόλο του ανεπιθύμητου αλλά λαμπρού περιθωρίου των σκονισμένων πετραδιών και τον πλαστό πόλο του επιθυμητού, πολλά υποσχόμενου περιθωρίου που είχε τις ρίζες του στα μαθήματα της Δασκάλας της Ελένας. Η Ελένα μετά χαράς πήδησε στον δεύτερο πόλο, που της άρμοζε και γνώριζε πως θα έλαμπε εκεί μέσα περισσότερο απ' όλους, καθώς τώρα που βρήκε το δρόμο της θα ανέβαινε πάλι στην κορυφή των προτιμήσεων της Δασκάλας.

2016

Η Ελένα δεν πέρασε στο Πανεπιστήμιο. Δεν πέρασε για την ακρίβεια σε καμία σχολή, μιας και τα μόρια δεν έφταναν για να της πουν ποια θα είναι. Μόνη της γνώριζε αρκετά καλά. Μετακόμισε στην Αθήνα για να σπουδάσει σε μια ιδιωτική σχολή που την έστειλαν οι γονείς της, μιας και η ζωή ήταν δεσμευμένη να τα φέρνει έτσι στην Ελένα, ώστε όλα να της πάνε καλά και να μην την υποβαθμίζουν. Στο αμφιθέατρο, τα άλλα κορίτσια δεν της μιλούσαν, μιας και βρισκόταν πάλι ανάμεσα στους κατώτερους και ένιωθε ξένη. Δυναμική ξένη, όμως. Απ' αυτές που ξέρουν ότι σε λίγο καιρό θα κατέχουν ολόκληρη την περιοχή και θα ναι υπ' ευθύνη τους. Γι' αυτό η Ελένα δεν ανησυχούσε. Ήταν εντάξει και είχε μάθει να περιμένει τη ζωή να της τα φέρει. Εκτός απ' αυτό, είχε και κάτι πολύ δυνατό πάνω της: το μίσος και το τίποτα. Τον ασταμάτητο θυμό και το μηδέν. Δεν είχε τίποτε να χάσει, διότι όλα, μα όλα ήταν δικά της. Ακόμη και οι ανταγωνιστές της, ήταν δικοί της, οπότε ό,τι και να της έπαιρναν, πάλι δικό της θα κατέληγε.

Στα Εξάρχεια, συμμετείχε με την παρουσία της σε καταλήψεις, σε δράσεις, σε παρέες. Παρόλο που πλέον είχε απομακρύνει από τη ζωή της τον Αρτέμη, μιας και δεν της φτάναν πια τα σημάδια που της άφηνε, το τσιγάρο και η συνήθεια του να υπάρχει εκείνος γύρω της δεν μπορούσε να τα αποχωριστεί. Για να κάνει μάλιστα πιο έντονη την παρουσία και την επιρροή του, έπινε πολύ χόρτο, περισσότερο αλκοόλ και εκπαιδευόταν στο να πετάει βόμβες φωτιάς και πέτρες. Η Ελένα ήταν χαρούμεη, ευτυχισμένη. Τα άτομα που την περιτριγύριζαν τη λάτρευαν και όλοι ήθελαν να έχουν ένα κομμάτι της, να αφήσουν ένα σημάδι πάνω της. Η Ελένα δεν άντεχε να την υποβαθμίζουν, όμως δεν μπορούσε πραγματικά να ζήσει χωρίς την υποβάθμισή της. Όμως η αντιπαράθεση σε καθετί που καταπιέζει, είναι must. Το φώναζε το μίσος που είχε μέσα της. Ο σεξισμός και τα κοινωνικά πρότυπα έπρεπε να καταπατηθούν και να θαφτούν βαθιά στο χώμα, όπου ανήκουν οι ρίζες. Όμως το ντύσιμο και η εμφάνιση των κοριτσιών στα περιοδικά μαζί με τα βήματα του χορού της Δασκάλας ήταν επίσης απαραίτητα και ισάξια με το οξυγόνο. Η πατριαρχία, η βία και η σιωπή έπρεπε να πεθάνουν. Όμως τα σημάδια ήταν ζωτικής σημασίας.

Η Ελένα είναι χαρούμενη. Η Ελένα ξέρει πλέον τον εαυτό της και βρίσκει σιγά σιγά το δρόμο της. Η Ελένα είναι υπερήφανη! Και η Δασκάλα επίσης. Κανείς δεν μπορεί πια να της στερήσει την λαμπερή της γωνία. Τίποτα δεν μπορεί να της προκαλέσει πια το στρες που έκανε τα νύχια της να ξεβάψουν. Κανείς δεν θα τολμήσει ποτέ να την κάνει να αμφισβητήσει το τέλος της υποβάθμισής της. Και κανείς δεν θα πάρει ποτέ τη θέση του Αρτέμη στην καρδιά της, εάν δεν της αφήνει τα σημάδια που της αξίζουν. 


2030

Πέρασα από το παλιό μου σπίτι στα Εξάρχεια. Στον τοίχο δίπλα απ' την πόρτα μια Ελένα το 2016 είχε γράψει "Ίδια είναι τα αφεντικά, δεξιά κι αριστερά." Και προς τιμήν της δικής μου σκονισμένης γωνιάς στο σχολείο, έγραψα χωρίς να με νοιάζει αν με κοιτούν "Ακόμα και στην Αναρχία βρίσκω ανθρώπους με εξουσία. Δεν ανήκω πουθενά."      


-Δον Ψυχώτης

20.5.16

άνθος αραβοσίτου

Καθόμουνα δίπλα στην Ελένη. Εκείνη ήθελε να χωρίζουμε το θρανίο στη μέση, να 'χουμε τη μεριά μου και τη μεριά της, και να μην τα μπλέχνουμε. Γιατί, άμα, λέει, περάσω τη μεριά της, θα κάνει το χέρι μου κόκκινο. Εγώ ούτε δέχθηκα μα ούτε κι αρνήθηκα. Η Ελένη ζωγράφισε μια χοντροκομμένη γραμμή στο θρανίο και έγραψε με τεράστια γράμματα στη μεριά της ΕΛΕΝΗ με καρδούλες. Για μένα αυτά δεν σημαίνανε τίποτα, κι ήξερα πως δεν θα τολμούσε να μ' αγγίζει αν -δήθεν- παραβίαζα τον κανόνα της. Στοίχιζε την γόμα, την ξύστρα και το μολύβι της πάνω δεξιά στη μεριά της. Στοίχιζε και το βιβλίο. Είχε και τέσσερις μαρκαδόρους σε διαφορετικά χρώματα, για να υπογραμμίζει. Κάθε σειρά στο βιβλίο με διαφορετικό χρώμα- κι ούτε που τις κοίταζε ποτέ. Η πλευρά μου ήτανε πιο φτωχή. Δηλαδή, ήτανε όση χρειαζόταν να είναι. Το μολύβι μου κι η γόμα μου. Και το βιβλίο. Τέλος. Η Ελένη κορόιδευε. Δεν είχε, λέει, η μαμά μου λεφτά. Γι' αυτό φοράω μόνο κορδέλες και δεν κουρεύομαι. Γι' αυτό δεν έχω μαρκαδόρους και ξύστρες. Επειδή δεν έχει λεφτά η μαμά μου. Εγώ δεν συμφωνούσα ούτε διαφωνούσα. Ήξερα, βέβαια. Αλλά, σε κάθε περίπτωση, αν απαντούσα, θα παραδεχόμουν την ήττα μου. Στα μάτια της, δηλαδή. 

Η δασκάλα, χαμπάρι. Ρωτούσε για τον Διόνυσο και τον Ποσειδώνα. Τα αγόρια παίζαν ποδόσφαιρο, τα κορίτσια βόλει κι εγώ καθόμουν δίπλα στο παράθυρο και τους χάζευα γιατί "είχα πονόκοιλο". Κάθε Παρασκευή μας έδινε έναν μαθηματικό γρίφο να τον λύσουμε ως την Δευτέρα, και τότε γινόμουν χαρούμενη. Σκαρφάλωνα στο κρεβάτι μου και σκεφτόμουν το γρίφο ως να κλείσουν τα μάτια μου. Στους χειρότερους εφιάλτες, η Ελένη με κυνηγούσε με ένα τεράστιο μαρκαδόρο για να με υπογραμμίσει. Δεν έτρωγα γλειφιτζούρια και μαλλί της γριάς, και το χειρότερο δώρο ήταν τα ρούχα- το καλύτερο οι κούκλες. Και οι μπάλες. Οι μπάλες είχαν τέλειο ήχο όταν τις κλωτσούσες. Ή τις πετούσες με τα χέρια. Είχα μια συλλογή κορδέλες. Το χειρότερο χρώμα ήταν το ροζ, το αγαπημένο άλλαζε από εποχή σ' εποχή. Με κορίτσια δεν έπαιζα γιατί ήμουν αγοροκόριτσο και με αγόρια δεν έπαιζα γιατί ήμουν κορίτσι. Μια φορά η Ελένη ήρθε στο σχολείο βαμμένη. Με μέικ- απ και τέτοια. Γελάσαν όλοι. Εκείνη έβαλε τα κλάμματα και μας είπε πως δεν έχουμε ιδέα από μόδα. Η χειρότερη λέξη ήταν η μόδα. Η καλύτερη, η "βαρκατρουλοπετρολινοτσοκαρεκλοποδαριά". Επειδή ήταν τεράστια· κι επειδή δεν σήμαινε τίποτα. 

Τραγουδούσα. Στο δωμάτιό μου και στον δρόμο κι όποτε είχα τα κότσια. Ποτέ μπροστά σ' άλλους. Μόνο στη Μουσική, στο σχολείο- τότε το φχαριστιόμουν που τραγουδούσα όσο δυνατά μου 'κανε κέφι. Φορές- φορές η δασκάλα σταματούσε απότομα να παίζει για να δει ποιος ειν΄ αυτός ο κατεργάρης που τραγουδάει τόσο δυνατά και χαλάει τη μελωδία· το 'χα όμως μάθει και φρόντιζα να χαμηλώνω τον τόνο της φωνής μου όταν χρειαζόταν. Οι τοίχοι στο σπίτι λες κι ήταν χάρτινοι· η μάνα μου μ' άκουγε πάντοτε· χωρίς ποτέ να τ' αποκαλύψει. Ήξερε, βέβαια, την ντροπή μου. 

Μ' άρεσε ένα αγόρι, τον έβλεπα κάθε πρωί να περνά απ' το σπίτι, πηγαίναμε σε διαφορετικά σχολεία κι όμως οι δρόμοι μας διασταυρώνονταν. Θα 'τανε ένα-δυο χρόνια μεγαλύτερος. Δε μιλήσαμε ποτέ μα ούτε που μ' ένοιαξε· έφταν' ο ενθουσιασμός αυτής της μηδαμινής, μα καθημερινής μας συνάντησης. Στα καλύτερα όνειρα, παίζαμε μπάσκετ και νικούσα στα καλάθια. Πλέον, θυμάμαι μόνο τ' αθλητικά του κι αυτήν τη μπάλα που στερέωνε κάτω απ' το μπράτσο του τις μέρες με ήλιο. Όχι το πρόσωπο. Ποτέ το πρόσωπο. 

Είχα φίλους όλα τ' αδέσποτα -σκυλιά, γατιά- της γειτονιάς, ποτέ όμως δεν τόλμησα όμως να ζητήσω να φέρουμ' ένα στο σπίτι. Μια φορά μονάχα είχαμ' ανεβεί ως το μπαλκόνι μου με τη Νόρα -τ' αγαπημένο μου γατί- για να της δείξω, λέει, την θέα. Μ' έπιασ' η μάνα μου στα πράσα και με κάθισε μια ώρα στον καναπέ, αυτή να ψέλνει πως "δεν μπορούμε να θρέψουμε ένα ακόμα ζωντανό σ' αυτό το σπίτι" κι εγώ, με πείσμα, να επιμένω, με μόνο επιχείρημα το κλάμα μου, πως έχω ανάγκη έναν φίλο. Έπαιξα και το θέατρό μου· καμωνόμουνα επιδεικτικά, μπροστά της, πως έχω φανταστική φίλη· πως κάνουμε τα πάντα μαζί και τα συναφή. Τίποτα η μάνα μου. Μόνο που την εκνεύριζε το πείσμα· κατά τ' άλλα, ήξερε την πονηράδα μου. 

Έκλαιγα, ναι, 'ντάξει. Όχι όσο τώρα. Έκλαιγα πιο λίγο. Κι όταν έκλαιγα, γευόμουνα τα δάκρυα με τη γλώσσα και μου 'φτιαχνε η διάθεση. Ύστερα ξάπλωνα στο κρεβάτι και με 'παιρνε ο ύπνος ανάλαφρα. Αν φοβόμουν, κρυβόμουν πίσω απ' τις κουρτίνες· κι όταν, κάποτε, πέτυχα καταλάθος μια σκηνή με σεξ στην τηλεόραση, έτρεξα κάτω απ' το τραπέζι της κουζίνας πανικόβλητη και ντροπιασμένη. Τα μάγουλά μου δεν κοκκινίζανε μα ένιωθα την μύτη μου να τσούζει πολύ εύκολα. 

Κι αν τώρα, κάπου- κάπου, ξυπνήσω μες στη νύχτα ιδρωμένη και τρομαγμένη, θα 'ναι ένα απ' αυτά τα περίεργα όνειρα· πως χάνω το δρόμο για το σχολείο και δεν μπορώ πια να γυρίσω στο σπίτι· πως ανοίγω την πόρτα του δωματίου μου κι είναι γεμάτη με τρομακτικούς ψηλούς κυρίους με μακριά μούσια· ή πως η μαμά μου κάνει συμφωνία με τη μαμά της Ελένης κι ανταλλάζουνε τα ρούχα μας, κι εγώ είμαι καταδικασμένη να φοράω για πάντα τα φούξια φουστανάκια της.. 
  
Τότε, αν πλησιάσω στον νιπτήρα του μπάνιο για να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου, μ' έκπληξη θ' αντιληφθώ πως δεν χρειάζεται πια να πατώ στις μύτες για να δω στον καθρέπτη ολόκληρο το πρόσωπό μου. 

-thakrya

11.5.16

η Τζένη η Στουθοκάμηλος και ο Τσιλιφούρφουρος


Αγαπητή μου Ζηνοβία (ή αλλιώς Τζένη), 
Σου γράφω από το φτωχικό μου στους πρόποδες της οροσειράς του βασιλείου μας. Αυτή τη στιγμή μοναδική μου συντροφιά είναι το κόκκινο κρασί. Αν και βαρύς χειμώνας, έχω ένα καντήλι να με ζεσταίνει. Μπροστά όμως στην φλόγα του έρωτά μας, τι να κάνει η φωτιά ενός καντηλιού; Και ολόκληρο το βασίλειο να καίγαμε (παρέα) πάλι οι φωτιές από τα πυρωμένα ανάκτορα και τις οικίες των ευγενών δεν θα επισκίαζαν την φλόγα των δυνατών συναισθημάτων που τρέφουμε ο ένας για τον άλλον. Αχ γλυκιά μου, πάμε έστω για μια τελευταία φορά να ληστέψουμε τον βασιλιά, να ντυθούμε ευγενείς και να καταστρέψουμε μεθυσμένοι το πάρτυ της βασίλισσας, να ελευθερώσουμε όλα τα άλογα των ιπποτών, και αν αυτά σου φαίνονται πλέον επικίνδυνα, τουλάχιστον ας βρεθούμε απλά. Να κοιταχτούμε στα μάτια μονάχα. Να συγκρατήσουμε το πάθος μας. Οι έρωτες δεν ευδοκιμούν στην εποχή των ιπποτών, καλή μου. Αν θες να με δεις, ραντεβού (στα κρυφά) την τελευταία μέρα του μηνός που διανύουμε, στο πηγάδι του χωριού. 
Ο Τσιλιφούρφουρος που σ'αγαπά (πολύ) και σε χαιρετά τηλεπαθητικά με ένα φιλί στο μέτωπο.
Στις φυλακές του βασιλείου, σε ένα απομονωμένο και σκοτεινό κελί βρίσκεται η Τζένη. Βγαίνει απ' αυτό μονάχα τα μεσημέρια, για να οργώσει τα χωράφια του βασιλιά. Ο βασιλιάς καλλιεργεί πολλές μαργαρίτες. Κάθε μέρα προσφέρει στην αγαπημένη του, την βασίλισσα, και ένα μεγαλοπρεπές μπουκέτο από αυτές τυλιγμένο επιμελώς με φύλλα χρυσού. Η Τζένη έλαβε το γράμμα του Τσιλιφούρφουρου στα μέσα του μήνα, ένα συννεφιασμένο πρωινό. Τις το έφεραν οι φύλακες. Αμέσως αποφάσισε να πάει να τον συναντήσει, ακόμη και αν γι'αυτό θυσίαζε την ζωή της. Μόνο που 'ξερε πολύ καλά πως από την στιγμή που θα συναντιόντουσαν, δεν θα αρκούνταν μόνο στα μάτια.

Εκείνο το πρωινό βρισκόταν στα χωράφια και καλλιεργούσε τις μαργαρίτες, οι οποίες όπως πάντα της έπιασαν την κουβέντα.

-Τι έχεις σήμερα, Τζενούλα; την ρώτησε η Τασία, η πιο όμορφη μαργαρίτα.
-Τίποτα, απάντησε δήθεν αφηρημένα η Τζένη. Δεν είχε καμία όρεξη να μιλήσει στις μαργαρίτες, πόσο μάλλον στην Τασία, που 'ναι γνωστή σ'όλο το βασίλειο για τον θαυμασμό που τρέφει η ίδια για την ομορφιά της.
-Μη μου λες τίποτα εμένα. Καταλαβαίνω την ψυχή του ανθρώπου εγώ. Λουλούδι είμαι, και μάλιστα πολύ όμορφο, αν δεν το έχεις προσέξει (που αποκλείεται, αλλά λέμε τώρα). 
-Δεν έχω κάτι,ειλικρινά, είπε η Τζένη και όπως έκανε να σκύψει για να πιάσει με τα φτερά της την αξίνα,της έπεσε το γράμμα του Τσιλιφούρφουρου.
-Αμάν, τι' ν τούτο; Πες! Πες! Γράμμα από τον καλό σου;

Η Τζένη ήταν πολύ καχύποπτη με την Τασία, καθώς ήξερε τις στενές σχέσεις που είχε με το βασιλικό ζεύγος.

-Γράμμα από την αδελφή μου είναι. Είναι άρρωστη. Πρέπει να την επισκεφτώ, αλλά ο βασιλιάς δεν θα με αφήσει.
-Μμμμ, από την αδελφή σου; Την όμορφη;
-Ναι.
-Αχ, η καημενούλα! Οι αρρώστιες πάντα μας κατακρεουργούν, εμάς τις όμορφες. Είναι η κατάρα μας. Κατάλαβες, Ζηνοβία μου; Ο Θεός μας χαρίζει το δώρο της απόλυτης ομορφιάς και μετά μας το ζητάει πίσω με τον πιο πικρό και σκληρό τρόπο.

Η Τασία είχε παραδοθεί σε ένα παραλήρημα για την ομορφιά, όπως ακριβώς περίμενε η Τζένη. Έτσι, θα μπορούσε να συνεχίσει ανενόχλητη τις δουλείες της, χωρίς να είναι αναγκασμένη να απαντά στις ερωτήσεις της μαργαρίτας.

 Στο τέλος της ημέρας (και ενώ η Τασία εξακολουθούσε να εγκωμιάζει την ομορφιά της και να κλαίει για την κατάρα αυτή), η Τζένη επέστρεψε στο κελί της, όπου θα έγραφε στον αγαπημένο της.

Τσιλιφούρφουρε μου,
Βρίσκομαι στο υπόγειο των φυλακών. Εμένα με πιάσανε. Εσύ κατάφερες να τους ξεγελάσεις. Δεν σου κρατώ κακία, φυσικά. Ούτε ζηλεύω την ελευθερία σου. Και εσύ ο ίδιος ξέρεις πολύ καλά πως αν δεν τα καταστρέψουμε όλα, δεν θα είμαστε ελεύθεροι. Δεν είσαι ούτε εσύ ελεύθερος, λοιπόν. Ελεύθερα είναι μόνο τα παιδιά. Και όχι όλα απ' αυτά. Μόνο εκείνα που περπατάνε ξυπόλυτα στα χωράφια, παίζοντας με ξύλινα σπαθιά, μέχρι το βράδυ, που βγάζουν την γλώσσα στους γονείς και δεν γυρνάνε σπίτι, αλλά κοιτούν τα αστέρια. Για την ελευθερία όσων την αξίζουν επιθυμώ να παλέψω, για τους εύφλεκτους. Όχι μόνη, όμως. Μαζί σου αισθάνομαι πως μπορούμε να τα καταφέρουμε. Ραντεβού την τελευταία μέρα του μήνα. 
Σ'αγαπώ, 
Ζηνοβία

Προτελευταία μέρα του μήνα. Χωράφια Βασιλιά.

Η Ζηνοβία ήταν πλέον αποφασισμένη. Ένιωθε δυνατή και αυτό φαινόταν στα μάτια της. Τα μάτια της αισθάνονταν. Και δεν απέπνεαν οργή, θλίψη ή φόβο, όπως παλιά, αλλά δύναμη και αποφασιστικότητα. Προσπαθούσε, παρ' όλα αυτά να φαίνεται φυσιολογική  και να συνεχίσει το όργωμα των χωραφιών σαν μην πρόκειται να αλλάξει τίποτα, σαν να είναι μια μέρα όπως οι υπόλοιπες. Εκεί που έσκυβε να μαζέψει τα αγριόχορτα συνάντησε τον Ερνέστο,το αγριόχορτο που συνήθιζαν να μιλάνε και ήταν το μόνο που την συμπονούσε. Ήταν το μόνο που δεν μάζευε. Ο Ερνέστο παλιά είχε αποπειραθεί να σκοτώσει τον βασιλιά την ημέρα του γάμου της πριγκίπισσας. Δυστυχώς, όμως, οι σύντροφοί του τον πρόδωσαν και αποκάλυψαν τα πάντα στο παλάτι. Ο βασιλιάς μετέτρεψε τον Ερνέστο σε αγριόχορτο, ενώ οι σύντροφοί του, πλέον, είναι ευγενείς.

-Θα φύγω αύριο. Θα συναντήσω τον Τσιλιφούρφορο στο πηγάδι.
-Το 'χω καταλάβει. Να προσέχεις, όμως. Οι μαργαρίτες δεν πρέπει να ξέρουν τίποτα για το σχέδιο σου. Αυτές θα έδιναν τα πάντα για τα διακοσμήσουν το υπνοδωμάτιο της βασίλισσας, της απάντησε ο Ερνέστο.
Δεν ξέρουν τίποτα, μην ανησυχείς.
-Να προσέχεις, στο ξαναλέω. 
-Θα προσέχω.
Δεν συνέχισαν την κουβέντα. Ο Ερνέστο έκανε πως αποκοιμήθηκε, έχοντας στο μυαλό του ότι ίσως να μην την ξαναδεί.

Η τελευταία μέρα του μήνα έφτασε. Στο πηγάδι βρισκόταν ήδη ο Τσιλιφούρφουρος που έπαιζε σκεπτικά με μια πέτρα. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, όταν έφτασε η Ζηνοβία. Ο Τσιλιφούρφουρος της χάιδεψε στοργικά το πρόσωπο και την αγκάλιασε σφιχτά. Η Ζηνοβία απομακρύνθηκε από την αγκαλιά του και του έδωσε ένα μαύρο ξύλινο κουτί.

-Τι είναι αυτό; ρώτησε ο Τσιλιφούρφουρος.
-Είναι τα όπλα μας: ξύλινα σπαθιά, πέτρες, χαρταετοί, καλοκαίρια, πειρατές, και άλλα πολλά. Έχω βάλει και μερικές κατσίκες. 
-Φεύγουμε;
-Τώρα. Πάμε να κάνουμε τους εφιάλτες τους πραγματικότητα.

Έδωσαν ένα φιλί, φόρεσαν τα μαύρα μαντήλια τους, καλύπτοντας έτσι τα πρόσωπα τους, ανέβηκαν πάνω σε δύο κατσίκες και ξεκίνησαν για το βασίλειο, ξέροντας και οι δύο ότι ή θα κέρδιζαν τα πάντα ή δεν θα είχαν πλέον τίποτα.

Είχε πλέον νυχτώσει και ο Τσιλιφούρφουρος με τη Ζηνοβία βρισκόντουσαν έξω από τα βασιλικά ανάκτορα. Άνοιξαν προσεχτικά το κουτί και μια εκτυφλωτική λάμψη πλημμύρισε το βασίλειο. Ο βασιλιάς, η βασίλισσα, οι ευγενείς αμέσως τυφλώθηκαν και κάηκαν ζωντανοί. Η βασιλική φρουρά πήγε να τους επιτεθεί, βγάλαν τα σπαθιά τους, φόρεσαν τις πανοπλίες τους και τρέξαν προς το μέρος τους. Η Ζηνοβία και ο Τσιλιφούρφουρος τους πέταξαν πέτρες, κομματιάζοντας κάποιους από τους φρουρούς. Κράτησαν γερά τα δικά τους σπαθιά, τα ξύλινα, και πάλεψαν με τους υπόλοιπους. Η Ζηνοβία άρχισε να ψαχουλεύει το κουτί και έβγαλε μέσα απ' αυτό τον ήλιο,πετώντας τον όσο πιο ψηλά μπορούσε.Ο ήλιος ανέβηκε στον ουρανό, χαμογέλασε και έκαψε δυνατά, βάζοντας φωτιά σε ό,τι χρειαζόταν. Το παλάτι και τα ανάκτορα έγιναν στάχτη. Τα βασιλικά κτήματα εξαφανίστηκαν (λέγεται μάλιστα πως η Τασία, λίγο πριν πεθάνει, ρωτούσε τους πάντες αν είναι όμορφη -ήθελε να είναι ένα όμορφο καμένο λουλούδι- και ότι ο Ερνέστο κάηκε έχοντας στις ρίζες του, βαθιά, μια φωτογραφία της Ζηνοβίας), οι πιστοί υπήκοοι του βασιλιά κάηκαν κι αυτοί, τα κοσμήματα και το χρυσάφι των πλουσίων έλιωσε, ενώ την ίδια στιγμή πολύχρωμοι χαρταετοί πέταγαν ψηλά, ρίχνοντας πέτρες στους εναπομείναντες κακούς. Στο μεταξύ, οι κατσίκες απελευθέρωσαν τους φίλους της Ζηνοβίας που τους είχε κλείσει ο βασιλιάς στην φυλακή, και αμέσως μετά και τους σκλάβους και τους τρελούς που αναγκάζονταν να μένουν στους υπονόμους.

Είχαν όλα τελειώσει, είχαν γίνει όλα στάχτη. Ακολούθησε μια μεγάλη σιωπή, ο οποία ξαφνικά έσπασε με όσους απέμειναν να ξεκινάνε να παίζουν μουσική και να χορεύουν, δίνοντας ζωή σε ό, τι είχε πια χαθεί.

Η Ζηνοβία και ο Τσιλιφούρφουρος πατούσαν πάνω στις στάχτες του παλατιού. Γέλασαν δυνατά και ξεκίνησαν να παίζουν ποδόσφαιρο με το κρανίο του βασιλιά.

                                                                                     -Αγγέλας