Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγγέλας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγγέλας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

21.9.17

το αγόρι και ο κάκτος

Το αγόρι έμενε στο κέντρο, σε μια αχανή πολυκατοικία χρώματος μπεζ. Δεν του πολυάρεσε, αλλά δεν μπορούσε να κάνει και πολλά για να το αλλάξει. Σκεφτόταν  να το σκάσει, είχε καταστρώσει ολόκληρο σχέδιο απόδρασης, ακόμη και το πώς να φερθεί αν τον βρουν είχε σκεφτεί. Κλειδωνόταν στο μπάνιο, φανταζόταν την σκηνή που τον βρίσκουν και πρόβαρε τις δακρύβρεχτες και συγκινητικές του δηλώσεις μπροστά στους συγγενείς ή και τις κάμερες. Έτσι είχε δει. Όταν εξαφανίζεται κάποιος, αν είναι όμορφος, δυνατός ή παιδί το δείχνει η τηλεόραση, οπότε κι αυτό έμαθε προκαταβολικά εξαιρετικά τον ρόλο του αγνοούμενου. Μερικές φορές το πίστευε κιόλας, ο ρόλος του τον βύθιζε, πανικοβαλλόταν που είχε χαθεί, μόνο που βρισκόταν στο μπάνιο του διαμερίσματος του απέναντι από τον καθρέφτη. Το ήξερε όμως, ήταν δειλός, δεν θα έκανε κάτι τέτοιο.


Ο κάκτος έμενε κι αυτός στο κέντρο. Μέσα στο χάος της πόλης, τις κόρνες, τους μουτρωμένους ανθρώπους, βρισκόταν το σπίτι του. Μια μικρή όαση. Το ανθοπωλείο της κυρίας Μαίρης. Ο κάκτος ήξερε ότι δεν βρίσκεται στο πραγματικό σπίτι του και ποτέ δεν συμπάθησε την κυρία Μαίρη. Όχι επειδή δεν τον πότιζε, ίσα ίσα δεν δίψαγε και ποτέ πολύ. Απλά, ήξερε ότι η κυρία Μαίρη ποτέ δεν τον αγάπησε. Ποτέ δεν του μίλησε, δεν του έδινε ούτε σημασία. Ο κάκτος ήταν στριμωγμένος μαζί με τους άλλους γείτονες  του, τα λουλούδια, τις γλάστρες, τα μικρά δεντράκια και τα αρωματικά φυτά, παρ’ όλα αυτά όμως αισθανόταν μόνος. Ερχόντουσαν και οι άνθρωποι. Ερχόντουσαν να αγοράσουν. Αυτή ήταν και η χειρότερη στιγμή του κάκτου. Σιχαινόταν τότε, περισσότερο από ποτέ τους γείτονες του. Με το που ακούγεται ανθρώπινη φωνή αμέσως πανικός στη γειτονιά. Τα λουλούδια να καλλωπίζονται, να κορδώνονται καμαρωτά και να ανταλλάζουν φιλοφρονήσεις και κολακείες μα το καθένα να εύχεται ψιθυριστά να αγοράσουν εκείνο, να είναι εκείνο το πιο όμορφο, να αγοράσουν εκείνο. Μερικά κιόλας δεν ήταν δίκαια και έριχναν χώμα στα άλλα την στιγμή που κατέφθανε ο άνθρωπος. Οι γλάστρες να ξεσκονίζονται και να σπρώχνουν η μια την άλλη μήπως σπάσει καμία και μειωθεί ο ανταγωνισμός. Τα δεντράκια, απ’ την άλλη, να απλώνουν τα κλαδιά τους, για να κρύψουν τους υπόλοιπους . Μόνο τα αρωματικά φυτά του φαινόντουσαν εντάξει! Ήταν πάντα ζαλισμένα, μπέρδευαν  τα λόγια τους και δεν πολυνοιάζονταν για το αν θα μπουν στην σακούλα του ανθρώπου. Ο κάκτος ποτέ δεν ήθελε ανθρώπους. Όλοι του μοιάζανε με την κυρία Μαίρη, σκυθρωποί και νευρικοί. Έτσι, αν τύχαινε να τον αγγίξει κανείς, αυτός έβγαζε τα τρομερά του αγκάθια και τους τρυπούσε με όλες του τις δυνάμεις. Κλάματα, φωνές και μερικές φορές κάποιοι τον πετούσαν με δύναμη κάτω. Πονούσε αυτό, αλλά δεν τον ένοιαζε, αρκεί να μην μπει στην τρομακτική κίτρινη  σακούλα «Άνθη – Φυτά Κυρία Μαίρη».

Το αγόρι αισθανόταν μόνο. Είχε φίλους. Τους έβλεπε στο σχολείο και σπάνια κάποιο απόγευμα για να παίξουν. Οι γονείς του ήταν αυστηροί, δούλευαν πολύ, έλειπαν απ’ το σπίτι. Φοβόντουσαν να βγαίνει έξω με τόσους κινδύνους. Έτσι, το αγόρι έμενε συνήθως σπίτι, πλάθοντας όμορφες ιστορίες στο κεφάλι του, που μετέπειτα διηγούταν στα  λούτρινα αρκουδάκια του. Τα τοποθετούσε ημικυκλικά, αυτός στο κέντρο.  Μα τα αρκουδάκια είχαν κι άλλα πράματα να κάνουν. Δεν μπορούσαν να κάθονται  όλη μέρα να τον ακούν! Μάλιστα, μεταξύ μας, ένα νευρίασε και έφυγε στην μέση μιας ιστορίας. Έκτοτε δεν ξαναμίλησε με το αγόρι. Και επειδή τα αρκουδάκια δεν ήταν πάντα διαθέσιμα για ιστορίες, το αγόρι είχε επινοήσει κι άλλα όμορφα παιχνίδια. Πατούσε πάνω στο χαλί, έλεγε τις μαγικές του λέξεις και το χαλί ξεκινούσε να αιωρείται. Το αγόρι και το χαλί είχαν ταξιδέψει πετώντας παντού στον κόσμο. Αλήθεια είναι! Τους έχω δει κι εγώ! Άλλοτε πολεμούσε με δράκους κι άλλοτε βρισκόταν σε όμορφα χωριά με πολλά φυτά, ζώα και μαγικά πλάσματα. Το αγόρι είχε αρκετή φαντασία και σκεφτείτε πως όλα αυτά τα έκανε στο δωμάτιο του!

Ο κάκτος αισθανόταν μόνος. Κάποτε, παλιά (τη λέξη «παλιά» χρησιμοποιεί κι ο ίδιος, δεν θέλει να θυμάται πιο συγκεκριμένα) συγκατοικούσε στην πορτοκαλί γλαστρούλα του με μια μικρή πέτρα. Η πέτρα κι ο κάκτος ήταν αχώριστοι. Όλοι τους έλεγαν πόσο άσχημοι είναι, πως κανείς δεν πρόκειται να τους αγοράσει. Ίσως ήταν αλήθεια. Αλλά τι τους ένοιαζε; Είχαν ο ένας τον άλλο, μιλούσαν με τις ώρες, παίζανε κι αισθάνονταν βαθιά φιλία ο ένας για τον άλλον. Μα, γιατί οι πέτρες και οι κάκτοι είναι τόσο παρεξηγημένοι;  Είναι υπέροχα πλάσματα και στα ταξίδια που ‘χω κάνει έχω γνωρίσει αξιαγάπητους κάκτους και πέτρες και έχουμε κάνει τέλεια παρέα!

Μια μέρα, οι γονείς του αγοριού το φώναξαν στον σαλόνι. Δεν είχε καλούς βαθμούς στο σχολείο κι έπρεπε να εντατικοποιήσει το διάβασμα. Τέρμα κι οι λιγοστές βόλτες! «Θα ‘ρθει μια κυρία να σε βοηθάει με τα μαθήματα.».

Μια μέρα, η κυρία Μαίρη επισκέφτηκε τον κάκτο και την πέτρα. Ναι, σωστά υποψιαζόταν. Ο κάκτος αναπτύσσεται κι η πέτρα τον εμποδίζει. Την απομάκρυνε και την πέταξε στον κάδο. Εξάλλου, «μια πέτρα είναι, σιγά».

Το αγόρι κι ο κάκτος ήταν θλιμμένοι και περισσότερο μόνοι από ποτέ. Το αγόρι έκλαιγε κρυφά στο μπάνιο, ενώ ο κάκτος προσπαθούσε να μην μεγαλώνει άλλο, να μικρύνει, μήπως η κυρία Μαίρη έφερνε πίσω την πέτρα. Έκοβε τα αγκάθια του, τις ρίζες του (πονούσε πολύ αυτό!), έριχνε το θρεπτικό χώμα της γλάστρας του κάτω, μα τίποτα, δεν μίκρυνε.

Η μαμά και ο μπαμπάς του αγοριού είχαν επέτειο και η μαμά ήθελε τα ομορφότερα λουλούδια για το  σπίτι. Πήρε το αγόρι απ’ το χέρι και μπήκαν στο αμάξι.

«Άνθη- Φυτά κυρία Μαίρη»
Αυτό έγραφε η ταμπέλα.

Και το αγόρι ενθουσιάστηκε.

Η μαμά έκανε πολύ ώρα να διαλέξει τα ομορφότερα λουλούδια κι έτσι το αγόρι μπορούσε να κοιτάξει ελεύθερα όλα τα φυτά και τα λουλούδια της κυρίας Μαίρης. Έπρεπε να ήσασταν εκεί να βλέπατε από κοντά. Πανικός! Ήταν σαν όλα να προετοιμάζονται να πάρουν μέρος σε διαγωνισμό ομορφιάς. Το αγόρι παραξενεύτηκε, δεν καταλάβαινε γιατί να προσπαθούν τόσο πολύ να δείχνουν όμορφα. Η μαμά τα έκρινε όλα εξονυχιστικά. Κοιτούσε λεπτομερώς τα χρώματα και τα σχήματα και συνεχώς απέρριπτε ολοένα και περισσότερα. Τα λουλούδια και τα φυτά δεν άντεχαν την τόση σκληρή κριτική και πολλά ξεσπούσαν σε λυγμούς.

-Μηηηη! Τι κάνεις εκεί παιδί μου; Φύγε μακριά από ‘κει, θα τρυπηθείς!

Κι η αλήθεια είναι τρυπήθηκε. Μα δεν τον ένοιαξε.

-Έλα ‘δω παιδί μου! Μάτωσες πρόσεχε! Μα και σεις κυρία Μαίρη; Κάκτο; Ποιος αγοράζει κάκτο;

Ο κάκτος τράβηξε την προσοχή του αγοριού. Ήταν το μόνο φυτό που δεν προσπαθούσε να δείχνει όμορφο. Είχε, μάλιστα, γυρισμένη την πλάτη στη μαμά και σιγομουρμούριζε. Τι σιγομουρμούριζε δηλαδή; Την έβριζε δυνατά κανονικότατα!

Ο κάκτος εντυπωσιάστηκε απ’ το παιδί. Μα δεν το ‘δειξε, είχε μάθει να ‘ναι δύσπιστος με τους ανθρώπους.  Το αγόρι, όμως, δεν του φαινόταν όπως οι άλλοι.  Έτσι ένιωθε και μεσ’ την ντροπή του απηύθυνε τον λόγο, αφού πρώτα έφτιαξε την φωνή του ώστε να ακούγεται βαριά και τρομακτική:

-Μικρέ άνθρωπε, κάνε πίσω. Είμαι πολύ επικίνδυνο φυτό. Θα γδάρω όλο σου το σώμα με τα αιχμηρά μου αγκάθια!, είπε και πήρε μια βαθιά αναπνοή, φουσκώνοντας το σώμα του και δείχνοντας τα αγκάθια του.

Το αγόρι τον άκουσε. Πλησίασε προς το μέρος του και έσκυψε για να τον δει καλύτερα. Ένα αγκάθι τον τσίμπησε και μια κόκκινη βούλα αίματος σχηματίστηκε στο χέρι του.

-Από πότε οι κάκτοι μιλάνε;, σκέφτηκε δυνατά.

-Από τότε που μιλάνε και οι άνθρωποι! Κοίτα την δουλειά σου!

Ο κάκτος δεν κατάλαβε αν το αγόρι τον άκουγε. Ακολούθησε μια μικρή σιωπή με το αγόρι να κοιτάζει επίμονα τον κάκτο.

-Γιατί δεν με κοιτάς με φόβο για τα αγκάθια μου; ρώτησε αμήχανα εν τέλει ο κάκτος. 

-Μα δείχνεις καλός. Και να που με τρύπησες, τι έπαθα; Σιγά, δεν ήταν και τίποτα!

-Λες ότι δεν είμαι δυνατός;!, φώναξε ο κάκτος ξαναφουσκώνοντας το σώμα του και επιδεικνύοντας τα τρομερά του αγκάθια για μια ακόμη φορά.

-Λέω ότι μου φαίνεσαι καλός. Δεν είσαι σαν τα άλλα φυτά εδώ., απάντησε το αγόρι.

Ο κάκτος κοκκίνισε απ’ την ντροπή. Ποτέ δεν τον έχουν ξαναπεί έτσι.

-Ούτε εσύ μοιάζεις με τους άλλους ανθρώπους., είπε ντροπαλά και διστακτικά.

-Δεν σ' αρέσει και πολύ εδώ μου φαίνεται.

Ο κάκτος δεν απάντησε μα το αγόρι κατάλαβε.

Το αγόρι τον πήρε αγκαλιά μα δεν τρυπήθηκε.

Ο κάκτος ξαφνιάστηκε και τον αγκάλιασε σφιχτά κι αυτός.

-Πάμε μικρέ, φεύγουμε! Η μανούλα διάλεξε λουλούδια! Μα τι κάνεις εκεί ρε αγόρι μου; Τι σου πα; Φύγε απ’ τον κάκτο! Έλεος πια! Λοιπόν πάω να πληρώσω και όταν γυρίσω να με περιμένεις στο αμάξι. Μην σε δω με αυτό το πράμα, την έβαψες! Θα γεμίσεις αίματα και  δεν θα κάθομαι μετά εγώ να σου βγάζω ένα – ένα τα αγκάθια! Άντε!, φώναξε η μαμά του αγοριού.

Το αγόρι δεν άκουσε τι  είπε, δεν της έδωσε σημασία. Πήρε τον κάκτο, τον έβαλε στην τσάντα του και πήγε στο αμάξι να την περιμένει.

Έφτασαν σπίτι και τον έβαλε στο μικρό του μπαλκονάκι, όπου οι γονείς του δεν κάθονταν ποτέ. Από τότε το αγόρι κι ο κάκτος είναι αχώριστοι, ενώ το αγόρι ποτέ δεν κατάλαβε γιατί οι άνθρωποι φωνάζουν τόσο πολύ για τα αγκάθια. Πότε δεν τον πόνεσαν όσο σφιχτά κι αν αγκαλιάζονταν, όσες φορές κι αν κοιμήθηκαν μαζί διηγούμενοι ο ένας ιστορίες στον άλλο. Ίσως να μην τα πρόσεξε ποτέ, ίσως να μην πρόσεξε ποτέ κι ότι διαφέρανε. Κι αν του το λέγανε, αυτόν δεν τον ένοιαζε, γιατί στον κάκτο βρήκε έναν αληθινό φίλο.

-Αγγέλας

7.2.17

το βράδυ εκείνο που με πήρε ο ύπνος πάνω στο φεγγάρι


Το παράθυρο του δωματίου μου ήθελα πάντα να ‘ναι ανοιχτό. Η μαμά με φώναζε χαϊδευτικά κλειστοφοβική και εγώ ρωτούσα δήθεν ανήξερα, και πάντα τσαχπίνικα και σκερτσόζικα, τι σημαίνει «κλειστροβοβική». Η μαμά γελούσε γλυκά, με αγκάλιαζε και με φιλούσε στο μάγουλο. Ήταν το αγαπημένο μου φιλί. Καθόταν μαζί μου μέχρι να με πάρει ο ύπνος- ή να κάνω ότι με έχει πάρει- νανουρίζοντάς με με τα τραγούδια και τα παραμύθια της. Στο χωριό την επαινούσαν για την φωνή της και την ομορφιά της. Ήμουν σίγουρη πως τα ψηλά βράχια και οι απόκρημνες σπηλιές που περικύκλωναν το χωριό μας την λάτρευαν και την προστάτευαν. Δεν ήθελαν να χάσουν αυτή τη συντροφιά, που έδιωχνε μακριά τη μοναξιά τους.

Με τη θάλασσα ήταν ερωτευμένες. Η μια, πάντα, πολύ συχνά δίπλα στην άλλη, να την ακουμπάει διστακτικά, να τη χαϊδεύει και να της σιγοτραγουδάει. Όταν η θάλασσα είχε της μαύρες της, της φώναζε και την έβρεχε νευρικά. Η μαμά πάντα όμως ήταν υπομονετική μαζί της. Απομακρυνόταν ένα – δυό βήματα απ’ αυτήν και της χαμογελούσε. Η θάλασσα πάντα, στο τέλος, γλύκαινε.

Εγώ ήμουν ερωτευμένη με το φεγγάρι. Έτσι έλεγα και διαλαλούσα στο χωριό, ότι μια μέρα θα πατήσω το πόδι μου πάνω σ’ αυτό και θα φτιάξω μια τεράστια παιδική χαρά. Η γιαγιά χασκογελούσε, χτύπαγε το χέρι της απάνω στο τραπέζι και φώναζε στη μαμά να μαζέψει την λωλοπαρμένη κόρη της. Και τα άλλα παιδιά γελάγανε, εκτός από τον Θωμά που ‘ξερα πως κι αυτός το ίδιο θέλει αλλά φοβόταν να το πει. Ακόμη και σε μένα! Και τον φώναζα δειλό τότε και αυτός έκανε πως δεν καταλαβαίνει. Σκεπτόμουν πως στο ολοστρόγγυλο φεγγάρι θα χωράει μεγαλύτερη παιδική χαρά απ’ ότι στο μισοφέγγαρο που παραπονιόμουν πως δεν θα χώραγε τίποτα. Πάντως, το λάτρευα. Και το κοιτούσα από το παράθυρο μου όταν πλάγιαζα για να με πάρει ο ύπνος.

Τα καλοκαίρια όλα ομορφαίνουν, έλεγε η μαμά, και ήταν αλήθεια. Η θάλασσα και το φεγγάρι έβαζαν τα καλά τους και μας έκαναν και τις δυο να χάνουμε τα λογικά μας. Τα βράδια του καλοκαιριού, μετά το παραμύθι και αφού είχα παίξει εκπληκτικά το ρόλο της κοιμισμένης, σηκωνόμουν για να ‘χω καλύτερη θέα, ακουμπούσα με τα χέρια στο πρεβάζι φτιάχνοντας μαξιλαράκι και το κοιτούσα. Αυτό ήταν πάντα ντροπαλό και λιγομίλητο και συχνά άλλαζε την εμφάνιση του. Πάχαινε, αδυνάτιζε, άλλαζε ρούχα και από λεπτό και τρυφερό μπλέ, γινόταν παχουλό και ροδαλό, τσαχπίνικο κόκκινο.
Η μαμά μου ‘χε πει μια μέρα ένα παραμύθι για το φεγγάρι και ένα παιδί. Το παιδί, λέει, κατάφερε να πάει στο φεγγάρι και κει συνάντησε μια κούνια από την οποία έβλεπε όλο τον κόσμο. Ζήλεψα αυτό το παιδί και ήθελα να το βρω και να το ρωτήσω τα πάντα, να μου μάθει πώς πας στο φεγγάρι. Ζήτησα ανέλπιστα από την μαμά κάποια πληροφορία και ‘κείνη μου αποκρίθηκε πως πρώτα, πριν απ’ όλα, πρέπει να βρω την θάλασσα. Μου σύστησε να την γνωρίσω και μου εκμυστηρεύτηκε πως πιστεύει ότι η θάλασσα σίγουρα θα ξέρει.

Την επόμενη μέρα την επισκέφτηκα. Κάθισα πάνω στην αμμουδιά και άρχισα να παίρνω χούφτες άμμου στα χέρια μου και να απολαμβάνω την κάθοδο των κόκκων από πάνω προς τα κάτω. Μικροί εύθραυστοι πύργοι από άμμο, ίσα που προλαβαίνανε να χαρούν τον ουρανό και την θάλασσα, αμέσως εξαφανίζονταν, και ‘γω λυπόμουν και πίστευα σε έναν ολόκληρο πολιτισμό μικροσκοπικών πλασμάτων που κατοικούσε σ’ αυτούς και που άδικα χανόταν. Τα μικροσκοπικά ανθρωπάκια αργότερα μου φαινόντουσαν πάντοτε χαρούμενα.

Μια χούφτα είχε κάτι που με τσίμπησε και έτρεξε αίμα. Βιάστηκα να το γλείψω και να απαλλαχτώ από τον πόνο αλλά μάταια. Ακούμπησα την παλάμη κάτω, να πλυθώ και κοίταξα την θάλασσα. Άρχισαν να βρέχονται τα πόδια μου. Ήταν απόγευμα, σε λίγο ο ήλιος θα έδυε και εγώ φοβόμουν την θάλασσα τη νύχτα, φοβόμουν το εκτενές μαύρο που απλωνόταν μπροστά μου και γινόταν ένα με τον ουρανό. Αυτή, προς έκπληξή μου, ήταν πολύ ήρεμη και συνέχισε να με δροσίζει. Με ακουμπούσε απαλά και το υδάτινο άγγιγμά της ήταν σαν να με προσκαλεί σε παιχνίδι. Με τράβηξε σιγά σιγά από τον ώμο προς το μέρος της.  Βρέθηκα ολόκληρη μέσα σ’ αυτήν να κολυμπάω ενώ ήταν θέμα λίγων λεπτών να βραδιάσει και να βγει το φεγγάρι. Ήλπισα στιγμιαία να ‘ρθει κι αυτό να παίξει μαζί μας, χωρίς όμως να λογαριάσω το πόσο ντροπαλό είναι, έτσι υπέθετα. Αποκλείεται, σκέφτηκα, και απογοητεύτηκα. Η θάλασσα το κατάλαβε, με φίλησε ατσούμπαλα και με πήρε στην αγκαλιά της.  Ύστερα από λίγο είχα ήδη αποκοιμηθεί.

Όταν ξύπνησα ο ουρανός ήταν κατάμαυρος και γεμάτος αστέρια. Ήμουν ανάσκελα πάνω στην θάλασσα. Τα αστέρια ήταν πάρα πολλά και έκαναν τον ουρανό να μοιάζει ότι φοράει τα καλά του. Έψαξα με το βλέμμα μου το φεγγάρι. Ήταν εκεί. Μπλε μισοφέγγαρο. Ένιωσα ότι ήμασταν πολύ κοντά. Η θάλασσα με σήκωσε ελαφρώς με το κύμα της και πρόσεξα πως το φεγγάρι είχε σχηματίσει πάνω της κάτι διάσπαρτες, άμορφες, ασημένιες λίμνες. Έλαμπε και πίστευα πως με καλεί να το συντροφεύσω. Κολύμπησα μέχρι την πρώτη λίμνη που έπιασε το μάτι μου. Κολυμπούσα και μέσα στο νερό έβλεπα από πάνω μου τον ουρανό, τα αστέρια, σαν μικρές λαμπερές σφαίρες που με παρακινούσαν να συνεχίσω. Η θάλασσα μου ανακάτεψε τα μαλλιά και με αποχαιρέτησε. Σύντομα άκουσα κάποιο ψίθυρο. Ήταν ο άνεμος. Με έσφιξε στην αγκαλιά του. Η λίμνη πάνω στην οποία βρισκόμουν απομονώθηκε από την υπόλοιπη θάλασσα και άρχισε να αιωρείται πάνω από την επιφάνεια της. Ο άνεμος με βαστούσε  και ξεκίνησα να ανεβαίνω προς το φεγγάρι. Όποτε έχανα ελαφρώς την ισορροπία μου, αυτός με έσφιγγε όλο και πιο σφιχτά καθησυχάζοντας με με το όμορφο τραγούδι του. Τραγουδούσε υπέροχα. Κάποιες σιγανές και διστακτικές φωνές συμμετείχαν κι αυτές. Όσο ανεβαίναμε γινόντουσαν όλο και πιο δυνατές. Ήταν τα αστέρια στον ουρανό. Τα αστέρια από κοντά έμοιαζαν με λαμπερά πουλιά και κελαηδούσαν τόσο όμορφα. Με πλησίασαν και με το ράμφος τους πολλά μαζί με πήραν από την αγκαλιά του ανέμου, που με παραχώρησε με τυφλή εμπιστοσύνη σ’ αυτά.

Η Γη φαινόταν μικρή και τα αστέρια όσο πλησιάζαμε το φεγγάρι χαμήλωναν την ένταση του τραγουδιού τους. Ένα απ’ αυτά, μάλλον το πιο ανυπόμονο με άφησε από το ράμφος του και ξεκίνησε να τραγουδάει μόνο του στο φεγγάρι για τον ερχομό μου. Τα άλλα γέλασαν και ένα το φώναξε να επιστρέψει. Επέστρεψε αμέσως, ενώ εγώ έβλεπα ξεκάθαρα πλέον το φεγγάρι από κοντά. Ήταν θέμα λίγων λεπτών να έρθουμε κοντά.

Τα αστέρια με αφήσανε μόλις φτάσαμε δίπλα του και πέταξαν προς το διάστημα. Κοιταχτήκαμε. Ήταν γλυκό και αμήχανο. Του χαμογέλασα. Του ‘πιασα το χέρι και το έσφιξα στο δικό μου. Φάνηκε να νιώθει αμέσως πιο άνετα. Μου χαμογέλασε αρχικά ντροπαλά και μετά πλατιά και άγαρμπα. Μου ‘δειξε με το χέρι του ευθεία. Δεν πρόσεξα κάτι. Συνέχισε να μου δείχνει πιο πεισματικά αυτήν την φορά. Συγκέντρωσα το βλέμμα μου και πρόσεξα μια ξύλινη κούνια πάνω στην επιφάνεια του, στο πάνω άκρο του μισοφέγγαρου. Περπάτησα μέχρι εκεί και την περιεργάστηκα. Είχε θέση για ένα μόνο άτομο και φαινόταν άφθαρτη. Είχε σκαλισμένα στο πάνω μέρος της αστέρια, ενώ τα πόδια της ήταν διακοσμημένα με ανάγλυφα κύματα. Ανέβηκα πάνω της. Από ‘κει έβλεπα όλον το κόσμο. Τα αστέρια πετούσαν και κάποια απ’ αυτά -τα ομορφότερα, με τις μακριές ουρές- πέφτανε στο κενό σχηματίζοντας γαλάζιες και φλόγινες γραμμές στο μαύρο διάστημα. Μια μελωδία έφτασε στα αυτιά μου. Το φεγγάρι σιγοτραγουδούσε. Με έσπρωξε απαλά στην πλάτη και ξεκίνησα να ταλαντεύομαι. Το σύμπαν, όλο, ήταν μπροστά μου.

Σαν έρθουν κάποτε καιροί, των κλεψυδρών κουρσάροι
ανήλιαγα απογεύματα, νύχτες χωρίς φεγγάρι

Ένα θυμήσου μοναχά, στις γκρίζες καταιγίδες:
τούτες στη χούφτα να κρατείς γερά τις αλκυονίδες

Και στην κουρτίνα τύλιξε, για το κακό χαλάζι
τ’ αέρι του απόβραδου, τ’ ασήμι στο περβάζι

Και πλάι στην αυλόπορτα, έχε καλά θαμμένο
το καλοκαίρι το παλιό, τ’ ονειροκεντημένο

Θυμήσου επάνω στο νερό, ψιθύρων μονοπάτια
από μετάξι περσικό ασημοσκαλοπάτια

λουσμένα μ’ αστερόσκονη, τα νεροκορφοβούνια
απόμερη στη ράχη μου, μια σκουριασμένη κούνια

του αγεριού του νοτικού, τη δροσερή του χτένα
τη συντροφιά που σου ‘κανα και έκανες σε μένα.

Κατέβα τώρα τα σκαλιά, αστεροκαβαλάρη
και κρύφ’ τα πάλι αθόρυβα κάτω απ’ το μαξιλάρι

Κι ένα στερνό πριν κατεβείς: τον κόσμο τον γαλάζιο
χάντρα στον δίνω, φυλαχτό, και στο λαιμό στον βάζω

τις χειμωνιάτικες βραδιές, να ‘χεις να ψηλαφίζεις
τις εποχές που σου άνηκε και πια δεν τον ορίζεις.


-Αγγέλας & Ψηλέας Ψογκ


19.10.16

ράμδα, λο


 Το δέρμα μου είναι απαλό και λείο. Δερματική τελειότητα. Απουσία τραχύτητας. Αποπνέει ηρεμία. Φυσικό. Λευκό.  Μισώ τις ενυδατικές κρεμούλες, αυτές είναι μόνο για το κουτάλι μου. Εξαιρετικό βραδινό, κυρίες μου. Με προσοχή, όμως, δεν θέλουμε φούσκωμα. Το βαριέμαι εύκολα το δέρμα μου. Παίρνω ένα ξυράφι κι αρχίζω να το ξύνω. Ξεκινάω από κάτω προς τα πάνω. Ανάποδα. Πιάνω το πόδι μου με το ένα χέρι σφιχτά και με το άλλο το ξυράφι μου.  Η λεπίδα να διεισδύει και να το ξεριζώνει. Τρίμματα δέρματος να πέφτουν στο πάτωμα. Μικροί και εύθραυστοι δερμάτινοι πύργοι. Σομόν απόχρωσης με λίγο κόκκινο. Λατρεύω το κόκκινο σε οτιδήποτε. Γίνεται να μην έχουν οι πύργοι μου; Κάθε μέλος του σώματος αντιστοιχεί και σε μια δερμάτινη, νωπή από το αίμα πυραμίδα. Τις τοποθετώ σε όμορφα γυάλινα βάζα με ετικέτες, για να τις ξεχωρίζω, και τις κρεμάω στο ταβάνι. Θέλω το στόμα μου ελεύθερο, όπως το μυαλό μου. Θέλω οι πύργοι μου να είναι είναι αγνοί, ανέγγιχτοι, αμόλυντοι. Μόνο σομόν και κόκκινο. Δεν θέλω τα χρώματα σας. Απαγορεύεται η είσοδος. Θέλω να ακούω τις φωνές και τις σιωπές μου. Όχι, δεν χρησιμοποιώ πετσέτα για να βουλώσω το στόμα μου. Άμα θέλω να με ακούσει όλη η πολυκατοικία, με ακούει. Κοιτάω τις πληγές μου. Μα δεν είναι απαίσιες; Τι μου έκανα; Κι όχι δεν θα φορέσω αύριο μακριά ρούχα. Κοντά κι αέρινα,Κύριε. Δεν κρύβω κάτι. Δεν έχω και και κάτι να κρύψω.  Με υποτιμώ. Δεν το περίμενα, ίσως, να σπάσει το ξυραφάκι. Να βρει κόντρα στο πέρασμα της η λεπίδα μου πέτρα. Τραχιά, σκληρή και μαύρη. Αυτό έχω μέσα μου; Την περιεργάζομαι με τα μάτια μου και χάνω την όραση μου. Ώστε, έτσι, είναι να είσαι τυφλός; Αφή! Ναι, ναι. Κόπηκα. Κάτι μυτερές κορυφές μου 'κοψαν το χέρι. Το δεξί. Τι να το κάνω το αριστερό ρε; Τέλος πάντων. Παίρνω το σπαθί μου, το κρατάω με τα πόδια μου και κόβω το άλλο χέρι. «Ή ένα ή κανένα. Μαζί και στη ζωή μαζί και στο θάνατο.» Αυτά μου ψιθύρισε το αριστερό χέρι για το δεξί λίγο πριν με προτρέψει να το σκοτώσω. Τι ρομαντικό, η γάτα μου κρυφάκουγε και συγκινήθηκε. Πλημμύρα, οι πύργοι μου παρασύρονται από το αίμα μου. Το πέρας της εποχής των πυραμίδων ήρθε και το έφερα εγώ. Εγώ τις γέννησα, εγώ θα τις σκοτώσω. Αφαιρώ τη ζωή απ’ ότι γεννώ πριν αυτό να βρει τρόπο να με σκοτώσει. Δεν έχει συμβεί μέχρι τώρα, δεν το αφήνω. Γεννάω συνέχεια. Μεγάλα, χοντρά, κλαψιάρικα μωρά. Μέρα με τη μέρα γίνονται όλο και πιο λαίμαργα, βγάζουν νύχια και τρώνε λίγο από μένα. Ψάχνω να κρυφτώ. Βρήκα κάπου. Ησυχία. Γεννάω. Τώρα. Η πιο δύσκολη γέννα της ζωής μου. Δεν πήγα μέχρι το μαιευτήριο, βαριόμουνα. Πεινάει πολύ. Ξύπνησα ιδρωμένος. Γύρω μου τα παιδιά μου. Χα! Δεν ήταν όνειρο, το 'ξερα. Αρπάζω την κουβέρτα μου και σκεπάζομαι. Φοβάμαι και φωνάζω.Παρήχηση του φ. Μα γιατί το κρεβάτι μου είναι τόσο μεγάλο; Κλαίω. Τα 'κανα πάνω μου. Α, να το αρκουδάκι μου. Δεν έχει σπαθί πια για να σκοτώσει τα τερατώδη μωρά. Κλαίει κι αυτό στην αγκαλιά μου. Ένα κοκαλιάρικο χέρι εμφανίζεται από το κάτω μέρος του κρεβατιού,αρπάζει το αρκουδάκι μου και το τρώει.  «Σεισμός!», η πολυκατοικία κατέρρευσε και έμεινε μόνο το κρεβάτι μου. Προσπαθούν να ανεβούν πάνω. Τα καταφέρνουν. Μα τι ηλίθιος που ‘μαι. Δεν με ήξερα καλά. Κλείνω τα μάτια, νιώθω τα δόντια τους στη σάρκα μου. «Σ’αρέσει;» μου ψιθυρίζει κάποιο ηδονικά, σχεδόν σεξουαλικά, στο αυτί όσο εγώ φωνάζω από τον πόνο. Βρήκα τι μισώ περισσότερο στον κόσμο. Τα δάκρυα αρχίζουν και καίνε τα μάγουλα μου. Περιέχουν οξύ σε υψηλή περιεκτικότητα είδα στο μπουκαλάκι. Σηκώνομαι από το κρεβάτι και πέφτω κάτω. Βρίσκομαι στα ερείπια της πολυκατοικίας. Η απέναντι βλέπω καρφώθηκε στον λαιμό από τον νεροχύτη. Τι ηλίθια, μα πως τα κατάφερε; Πάντα καταφέρνω και με εντυπωσιάζω. Ακόμη να μάθω πρώτες βοήθειες. Τέλος πάντων, της βγάζω την βρύση απ’ το λαιμό,την τυλίγω με το κασκόλ μου, να μην φαίνονται οι πληγές, κι ορίστε, τίποτε δεν άλλαξε.

-Μωρό μου, με παντρεύεσαι;
-Μόνο για σήμερα, ναι.

Αχ ήμασταν τόσο ερωτευμένοι έπρεπε να μας βλέπατε.


                                                                                                                       -Αγγέλας 

5.8.16

η κυρά Κατσαρίδα

Λατρεύω τα σύννεφα. Τα άσπρα κυρίως, τα παχουλά, που κάνουν παρέα στον ήλιο τις φωτεινές μέρες. Αλλά και τα γκρίζα, που μοιάζουν με ναζιάρικα παιδιά που κάνουν καπρίτσια για να τους πάρεις ένα γλυκό ή παιχνίδι. Ξαπλώνω κάτω, κλείνω τα μάτια, και τα σύννεφα έρχονται προς το μέρος μου, μου προσφέρουν τα απαλά τους χέρια και με προσκαλούν στη βόλτα τους. Ανεβαίνω σε ένα απ'αυτά, κάθομαι αναπαυτικά και κολυμπάω στον ουρανό, βλέποντας τα πάντα από ψηλά τόσο μικρά και ασήμαντα που τα ξεχνάω όλα. Πάντα όμως προσγειώνομαι απότομα. Τα σύννεφα θυμώνουν όταν βρίσκομαι για πολύ ώρα στα μέρη τους, πιστεύουν πως τα βρωμίζω. Επέστρεψα στην ταράτσα του κτηρίου. Περπατάω μέχρι την άκρη του και πηδάω. 

Σπίτι. Η κυρά Κατσαρίδα φοράει την ροζ ποδιά της και ξεφουρνίζει ένα κέικ με κομμάτια μυρμηγκιού και σιρόπι χρυσόμυγας. Το γλυκό είναι πολύ εντυπωσιακό, εξάλλου η ίδια φημίζεται για τις ικανότητες της στην κουζίνα. Αφήνει το κέικ να κρυώσει στο παράθυρο και ξυπνάει τα παιδιά για το σχολείο. Μέχρι να ετοιμαστούν, το κέικ έχει κάπως κρυώσει. Η κυρά Κατσαρίδα το κόβει με το καλό της μαχαίρι σε όμορφα κομμάτια και τα σερβίρει στην πορσελάνινη, λουλουδάτη πιατέλα της. Χαζεύει το δημιούργημα της και για μια στιγμή πιστεύει πως δεν πρέπει να φαγωθεί ποτέ. Πρέπει να μείνει έτσι ανέγγιχτο, να θαυμάζεται για την ομορφιά του για πάντα, να γραφτεί στην ιστορία, μέχρι που τα παιδιά, βιαστικά, τρέχοντας, πήραν από ένα κομμάτι και έφυγαν για το σχολείο. Το δημιούργημα της έμοιαζε κενό και βεβηλωμένο, η γεωμετρική και συμμετρική του εμφάνιση καταστράφηκε. Το χειρότερο γι΄αυτήν όμως ήταν πως τα παιδιά, αλλά ακόμη περισσότερο ο άντρας της δεν θα εκτιμούσαν την κομψότητα της γεύσης του γλυκού της.

Ο άντρας είχε φύγει από νωρίς για δουλεία και αυτή βρισκόταν τώρα μόνη στο σπίτι. Έβγαλε τα ρούχα της και στάθηκε γυμνή μπροστά στον καθρέφτη. Επεξεργάστηκε το είδωλο της. Δεν έμοιαζε σε αυτήν. Ένιωσε μια βαθιά δυσφορία, που γρήγορα εξελίχθηκε σε μίσος για την ίδια. Άλλαξε προφίλ, ελπίζοντας κάποιο άλλο να την κολακεύει περισσότερο ή να θυμίζει κάτι από το παλιό της εαυτό. Στον καθρέφτη έβλεπε πλέον ένα παραμορφωμένο πλάσμα με ελάχιστα ή καθόλου στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι είναι αυτή. Φώναξε δυνατά. Παραμορφώθηκε κι άλλο. Έμοιαζε με τέρας έτοιμο να επιτεθεί. Φώναξε πιο δυνατά και μεταμορφώθηκε σε μια σκοτεινή και αηδιαστική μάζα, αδύνατον να την αντικρίσει κανείς και να μην τραπεί σε φυγή. Φώναξε κι άλλο, πιο δυνατά και τα πάντα γύρω της παραμορφώθηκαν, άλλαξαν όψη και άρχισαν να της μιλούν πρόστυχα και να την βρίζουν. Έσπασε τον καθρέφτη με το χέρι της και άρχισε να τρέχει. 

Το έδαφος κάτω από αυτήν έτρεμε και άρχισε να καταρρέει, ενώ οι γύρω της την κοιτούσαν εξονυχιστικά από πάνω μέχρι κάτω απαξιωτικά και μετατρέπονταν σε μικρά ατσάλινα κόκκινα κουτάκια  που άρχισαν να γελούν εις βάρος της δυνατά, τόσο δυνατά που νόμιζε πως τα αυτιά της θα σπάσουν και η ίδια θα συρρικνωθεί από τον ήχο. Έτρεξε γρηγορότερα, όμως τα πόδια της έπαψαν να την υπακούν και κόλλησαν στην άσφαλτο. Το περιβάλλον γύρω της μεγάλωσε, κάνοντας την ίδια να μοιάζει πολύ μικρή και ευάλωτη, ενώ ο ήχος έγινε ακόμη πιο εκκωφαντικός και ανυπόφορος. Ξάπλωσε κάτω και έκλεισε τα μάτια.

Τα σύννεφα ήρθαν και την πήραν. Η κυρά Κατσαρίδα είχε χάσει τις αισθήσεις της. Τα σύννεφα την άφησαν πάνω σε μια ταράτσα και την φίλησαν στοργικά. Η κυρά Κατσαρίδα άνοιξε τα μάτια της και βρέθηκε σε μια ακτή, πάνω σε κάτι ψηλά βράχια. Η θάλασσα από κάτω χτυπούσε δυνατά την στεριά και ο άνεμος παρέσερνε τις σκέψεις της. Προχώρησε μπροστά και βρέθηκε στην άκρη των βράχων. Κοίταξε χαμηλά, την θάλασσα. Πήρε μια βαθιά ανάσα, έκλεισε με το χέρι της την μύτη της και πήδηξε.

Εκείνη τη στιγμή, λίγο πριν βουτήξω, είδα στην θάλασσα τον εαυτό μου. Την εξευγενισμένη, μη παραμορφωμένη εκδοχή του, με τις στραβές κεραίες, τα παχουλά μάγουλα και τα κοντά ποδαράκια. Μου χαμογέλασε άγαρμπα και μου προσέφερε ντροπαλά μια μπάλα.

                                                                                                                                    -Αγγέλας

26.6.16

η πεταλουδίτσα κάνει γαβ, γαβ, μιάου


Το σκηνικό πρέπει πάντα να μοιάζει αυθόρμητο. Καθοδηγούμενο από υποσυνείδητα συναισθήματα. Και όχι απλά από φόβο, θλίψη, απογοήτευση, αίσθημα πνιγμού ή όπως το λένε οι ψυχολόγοι. 9 στους 10 ψυχολόγους συνιστούν αυτοκτονία δια του απαγχονισμού. Καθαρές δουλειές. Σύντομα και αναίμακτα. Αλλά όχι μέσα στα σπίτια σας! Σε κάποιο δάσος. Να σας δει και κανείς, θα 'χει περισσότερη πλάκα. Μια κίνηση και σβήνεσαι. «Φεύγεις» όπως λένε στα τηλεοπτικά πάνελ. «Έφυγε από τη ζωή ο μεγάλος σκηνοθέτης...». Φοβούνται τον θάνατο ακόμη και σαν λέξη. Εγώ τα λέω. Οι άνθρωποι είναι δειλοί. Αλλά, ταυτόχρονα, και άρρωστοι. Έχουν μια ακατανίκητη περιέργεια να βλέπουν θύματα. Ο θάνατος, η αρρώστια τους φοβίζουν και τους γοητεύουν μαζί, λατρεύουν κάθε τι νεκρό, όσο πιο νέο το πτώμα τόσο μεγαλύτερη η λαιμαργία τους και η ακόρεστη κατακρεούργηση του νεκρού. Μα και ‘γω άνθρωπος είμαι. Είμαι δειλός και άρρωστος. Και με μια μικρή δόση τρέλας. Αν ξέρεις ότι είσαι τρελός όμως, λένε, δεν είσαι τρελός. Εγώ το ξέρω ότι είμαι και είμαι. Να μην τα πολυλογώ: σκοτώνω. Σκοτώνω όσους θέλουν να αυτοκτονήσουν. Με όσο πιο ευφάνταστους τρόπους. Ζωγραφίζω πάνω στην σκηνή του εγκλήματος. Διακοσμώ τον τόπο φρίκης. Το ανθρώπινο σώμα και ο εσωτερικός του κόσμος προσφέρονται για θαύματα! Ποτέ όμως δεν μπόρεσα να σκοτώσω εμένα. Ακόμη και τώρα, μετά από τόσους φόνους, δεν έχω εξοικειωθεί με την ιδέα του θανάτου του εαυτού μου. Του εαυτού μου,  μονάχα. Δηλώνω χριστιανός. Όχι επειδή μου το λέει η ταυτότητα μου. Επειδή το επέλεξα. Δηλώνω πιστός σε όλες τις θρησκείες του κόσμου. Τι ωραία βασανιστήρια που κρύβουν επιμελώς οι θρησκείες! Τι δημιουργικά, μακάβρια και όμορφα! Ζηλεύω και αντλώ έμπνευση απ’ αυτές. Δηλώνω Θεός. Δηλώνω ό, τι πιο ισχυρό υπάρχει, παντοδύναμος και σκοτεινός. Μουχαχα! Να με φοβάστε. Σκοτώνω. Και τις προάλλες με το έντερο κάποιου έφτιαξα μια ωραιότατη γιρλάντα που την έστειλα πακέτο σε ένα παιδικό πάρτυ. Έχω και χιούμορ. Με παντρεύεσαι ωραία κοιμωμένη μου; Δεν σε θέλω! Χαχαχαχα πλακίτσα! Είσαι πολύ τεμπέλα για ‘μένα. Βαριέμαι εύκολα. Τώρα που σου μιλάω βαριέμαι και φτιάχνω αστείες λέξεις στο μυαλό μου: «Τρακολνιστακούρ», που πάει να πει «το παπάκι πάει στην ποταμιά μα το γάμησε ο κυρ Γιάννης». Τι μαγική που ‘ναι η γλώσσα. Συμπυκνώνει βαθιά νοήματα σε μια μόνο φράση! Αχ, αλλάζω θέματα εύκολα σαν γκόμενα. Δεν είμαι γκόμενα, όμως θα θελα. Το πελατολόγιό μου, λοιπόν, είναι ιδιαίτερα πλούσιο αυτές τις μέρες. Η γειτόνισσά σου, ο μητροπολίτης, ο βουλευτής, ο υδραυλικός θέλουν να τους σκοτώσω, να γευτούν λίγο από το αιχμηρό μου μαχαιράκι ή τα λεπτεπίλεπτα μου χεράκια. Ποτέ πιστόλι όμως. Θέλω άμεση, διαπροσωπική επαφή. Ο φόνος είναι σαν διάλογος. Μια ενεργητική διαδικασία ανταλλαγής απόψεων και συναισθημάτων με βλέμματα, μορφασμούς και σπασμωδικές κινήσεις. Μόνο που οι διάλογοι είναι ψεύτικοι, γιατί οι γονείς τους, οι άνθρωποι, είναι κι αυτοί ψεύτικοι. Ο άνθρωπος είναι ο εαυτός του μόνο την στιγμή του θανάτου του. Τις άλλες φορές είναι ό, τι θέλει η παρέα του, ο εργοδότης του ή ο ίδιος ανάλογα με τις διαθέσεις. Καταλαβαίνεις πολλά από την τελευταία στιγμή κάποιου. Ξέρω το ανθρώπινο είδος καλύτερα από τον καθένα. Καλύτερα από τον κάθε ψυχολόγο – ψυχίατρο – ψυχοθεραπευτή. Γι’ αυτό και με θεωρώ ανώτερο ον. Και με μισώ, μαζί. Με μισώ και βγάζω αυτό το μίσος στα πτώματα μου όταν σκοτώνω. Δεν αρκούμαι, απλά, στην αφαίρεση της ζωής του υποκειμένου - πελάτη μου. Δεν είναι απαραίτητο ότι το πτώμα πρέπει να υποφέρει. Ίσως, λιγουλάκι, πάντα. Αλλά, κάτι σημαντικό, επίδοξοι δολοφόνοι που με διαβάζετε μην ασελγείτε πάνω στα πτώματα σας. Ποτέ πολλές δουλείες μαζί. Ή δολοφόνος θα ‘σαι ή βιαστής. Κάνω εγώ την δουλειά σας; Την σέβομαι, αλλά δεν την κάνω. Σεβαστείτε και ‘σεις ή να πάω στην Βουλή να καταθέσω κάποιο νομοσχέδιο; Άντε γιατί πολλά ψυχάκια γεμίσαμε, και ‘μεις τα αληθινά ψυχάκια που το ξέρουν ότι είναι, ζούμε με τρεις και εξήντα. Έχασα την ψυχραιμία μου και τώρα δεν μπορώ να εργαστώ. Ο φόνος θέλει καθαρό και ήρεμο μυαλό. Είναι μια τέχνη. Θα τα σκατώσεις αλλιώς. Υπάρχει ερωτικό στοιχείο στον φόνο. Τα πάντα σ' αυτόν υποδηλώνουν πάθος και αρχέγονα συναισθήματα, δύσκολα διαχειρίσιμα από το συνειδητό κομμάτι του εγκεφάλου.  Η αποκοπή από το συνειδητό και η αληθινή περιδιάβαση στα ενδότερα των σκέψεων που συμβαίνει στον φόνο προσεγγίζει τον έρωτα. Δηλώνω παράφορα ερωτευμένος με κάθε θύμα μου. Παράφορα, αδιανόητα, καταστροφικά. Με σκοτώνει και 'μένα αυτή η διαδικασία.

 Ξέρετε ποιούς-τι-ποιόν αντιπαθώ περισσότερο απ' τα παρακάτω;

  1. Τους ανθρώπους που αυτοκτονούν με χάπια.
  2. Τη λέξη οδοντόπαστα αντί για οδοντόκρεμα.
  3. Τον κυρ-Γιάννη που πήδηξε το καημένο το παπάκι :(


Ελάτε. Εύκολο. Το 2. Ανατροπή! Όχι, ντάξει, το 1. Το ξέρω είμαι πληκτικός, προβλέψιμος, μαλάκας, άσχημος, κακός στο σεξ, μικροτσούτσουνος, πισωγλέντης, προσθέστε ό, τι άλλο θέλετε. Μα δεν είναι βαρετοί αυτοί οι άνθρωποι; Με χάπια σοβαρά;;;; Τι είσαι ρε φίλε; Ντίβα; Άντε βρες κάτι ποιο όμορφο. Δεν θα σου πω εγώ τι. Να το βρεις μόνος σου. Θέλουμε κάποιον να μας λέει τι θα κάνουμε πάντα. Ακόμη και πώς θα αυτοκτονήσουμε. Και μην τολμήσετε να αντιγράψετε κάποιον τρόπο αυτοκτονίας από ταινία ή σειρά. Ξεπερασμένο και εφηβικό. Ψάξε με και βρες με. Μην ψάξεις κάπου σκοτεινά και απομονωμένα. Απαπα! Λατρεύω τον ήλιο, τις κατσικούλες, τα ροζ συννεφάκια, τα σκιουράκια που κάνουν πικ-νικ τις ανοιξιάτικες μέρες και τα ανέκδοτα με κλανιές. Θα περάσουμε ωραία. Call me.




Βράδυ και ξάπλωνα αμέριμνα.
Ίσως και να κοιμόμουν.
Χέρια να τυλίγουν απαλά τον λαιμό.
Με τα αρώματα που αγάπησα, τα παιδικά.
Να πλέκονται σφιχτά.
Να καταπατούν το απαλό δέρμα.
Τα καλύτερα σημάδια ενηλικίωσης.
Είμαι πλέον κτήμα μου, για πάντα.

                                                                                                                          -Αγγέλας

11.5.16

η Τζένη η Στουθοκάμηλος και ο Τσιλιφούρφουρος


Αγαπητή μου Ζηνοβία (ή αλλιώς Τζένη), 
Σου γράφω από το φτωχικό μου στους πρόποδες της οροσειράς του βασιλείου μας. Αυτή τη στιγμή μοναδική μου συντροφιά είναι το κόκκινο κρασί. Αν και βαρύς χειμώνας, έχω ένα καντήλι να με ζεσταίνει. Μπροστά όμως στην φλόγα του έρωτά μας, τι να κάνει η φωτιά ενός καντηλιού; Και ολόκληρο το βασίλειο να καίγαμε (παρέα) πάλι οι φωτιές από τα πυρωμένα ανάκτορα και τις οικίες των ευγενών δεν θα επισκίαζαν την φλόγα των δυνατών συναισθημάτων που τρέφουμε ο ένας για τον άλλον. Αχ γλυκιά μου, πάμε έστω για μια τελευταία φορά να ληστέψουμε τον βασιλιά, να ντυθούμε ευγενείς και να καταστρέψουμε μεθυσμένοι το πάρτυ της βασίλισσας, να ελευθερώσουμε όλα τα άλογα των ιπποτών, και αν αυτά σου φαίνονται πλέον επικίνδυνα, τουλάχιστον ας βρεθούμε απλά. Να κοιταχτούμε στα μάτια μονάχα. Να συγκρατήσουμε το πάθος μας. Οι έρωτες δεν ευδοκιμούν στην εποχή των ιπποτών, καλή μου. Αν θες να με δεις, ραντεβού (στα κρυφά) την τελευταία μέρα του μηνός που διανύουμε, στο πηγάδι του χωριού. 
Ο Τσιλιφούρφουρος που σ'αγαπά (πολύ) και σε χαιρετά τηλεπαθητικά με ένα φιλί στο μέτωπο.
Στις φυλακές του βασιλείου, σε ένα απομονωμένο και σκοτεινό κελί βρίσκεται η Τζένη. Βγαίνει απ' αυτό μονάχα τα μεσημέρια, για να οργώσει τα χωράφια του βασιλιά. Ο βασιλιάς καλλιεργεί πολλές μαργαρίτες. Κάθε μέρα προσφέρει στην αγαπημένη του, την βασίλισσα, και ένα μεγαλοπρεπές μπουκέτο από αυτές τυλιγμένο επιμελώς με φύλλα χρυσού. Η Τζένη έλαβε το γράμμα του Τσιλιφούρφουρου στα μέσα του μήνα, ένα συννεφιασμένο πρωινό. Τις το έφεραν οι φύλακες. Αμέσως αποφάσισε να πάει να τον συναντήσει, ακόμη και αν γι'αυτό θυσίαζε την ζωή της. Μόνο που 'ξερε πολύ καλά πως από την στιγμή που θα συναντιόντουσαν, δεν θα αρκούνταν μόνο στα μάτια.

Εκείνο το πρωινό βρισκόταν στα χωράφια και καλλιεργούσε τις μαργαρίτες, οι οποίες όπως πάντα της έπιασαν την κουβέντα.

-Τι έχεις σήμερα, Τζενούλα; την ρώτησε η Τασία, η πιο όμορφη μαργαρίτα.
-Τίποτα, απάντησε δήθεν αφηρημένα η Τζένη. Δεν είχε καμία όρεξη να μιλήσει στις μαργαρίτες, πόσο μάλλον στην Τασία, που 'ναι γνωστή σ'όλο το βασίλειο για τον θαυμασμό που τρέφει η ίδια για την ομορφιά της.
-Μη μου λες τίποτα εμένα. Καταλαβαίνω την ψυχή του ανθρώπου εγώ. Λουλούδι είμαι, και μάλιστα πολύ όμορφο, αν δεν το έχεις προσέξει (που αποκλείεται, αλλά λέμε τώρα). 
-Δεν έχω κάτι,ειλικρινά, είπε η Τζένη και όπως έκανε να σκύψει για να πιάσει με τα φτερά της την αξίνα,της έπεσε το γράμμα του Τσιλιφούρφουρου.
-Αμάν, τι' ν τούτο; Πες! Πες! Γράμμα από τον καλό σου;

Η Τζένη ήταν πολύ καχύποπτη με την Τασία, καθώς ήξερε τις στενές σχέσεις που είχε με το βασιλικό ζεύγος.

-Γράμμα από την αδελφή μου είναι. Είναι άρρωστη. Πρέπει να την επισκεφτώ, αλλά ο βασιλιάς δεν θα με αφήσει.
-Μμμμ, από την αδελφή σου; Την όμορφη;
-Ναι.
-Αχ, η καημενούλα! Οι αρρώστιες πάντα μας κατακρεουργούν, εμάς τις όμορφες. Είναι η κατάρα μας. Κατάλαβες, Ζηνοβία μου; Ο Θεός μας χαρίζει το δώρο της απόλυτης ομορφιάς και μετά μας το ζητάει πίσω με τον πιο πικρό και σκληρό τρόπο.

Η Τασία είχε παραδοθεί σε ένα παραλήρημα για την ομορφιά, όπως ακριβώς περίμενε η Τζένη. Έτσι, θα μπορούσε να συνεχίσει ανενόχλητη τις δουλείες της, χωρίς να είναι αναγκασμένη να απαντά στις ερωτήσεις της μαργαρίτας.

 Στο τέλος της ημέρας (και ενώ η Τασία εξακολουθούσε να εγκωμιάζει την ομορφιά της και να κλαίει για την κατάρα αυτή), η Τζένη επέστρεψε στο κελί της, όπου θα έγραφε στον αγαπημένο της.

Τσιλιφούρφουρε μου,
Βρίσκομαι στο υπόγειο των φυλακών. Εμένα με πιάσανε. Εσύ κατάφερες να τους ξεγελάσεις. Δεν σου κρατώ κακία, φυσικά. Ούτε ζηλεύω την ελευθερία σου. Και εσύ ο ίδιος ξέρεις πολύ καλά πως αν δεν τα καταστρέψουμε όλα, δεν θα είμαστε ελεύθεροι. Δεν είσαι ούτε εσύ ελεύθερος, λοιπόν. Ελεύθερα είναι μόνο τα παιδιά. Και όχι όλα απ' αυτά. Μόνο εκείνα που περπατάνε ξυπόλυτα στα χωράφια, παίζοντας με ξύλινα σπαθιά, μέχρι το βράδυ, που βγάζουν την γλώσσα στους γονείς και δεν γυρνάνε σπίτι, αλλά κοιτούν τα αστέρια. Για την ελευθερία όσων την αξίζουν επιθυμώ να παλέψω, για τους εύφλεκτους. Όχι μόνη, όμως. Μαζί σου αισθάνομαι πως μπορούμε να τα καταφέρουμε. Ραντεβού την τελευταία μέρα του μήνα. 
Σ'αγαπώ, 
Ζηνοβία

Προτελευταία μέρα του μήνα. Χωράφια Βασιλιά.

Η Ζηνοβία ήταν πλέον αποφασισμένη. Ένιωθε δυνατή και αυτό φαινόταν στα μάτια της. Τα μάτια της αισθάνονταν. Και δεν απέπνεαν οργή, θλίψη ή φόβο, όπως παλιά, αλλά δύναμη και αποφασιστικότητα. Προσπαθούσε, παρ' όλα αυτά να φαίνεται φυσιολογική  και να συνεχίσει το όργωμα των χωραφιών σαν μην πρόκειται να αλλάξει τίποτα, σαν να είναι μια μέρα όπως οι υπόλοιπες. Εκεί που έσκυβε να μαζέψει τα αγριόχορτα συνάντησε τον Ερνέστο,το αγριόχορτο που συνήθιζαν να μιλάνε και ήταν το μόνο που την συμπονούσε. Ήταν το μόνο που δεν μάζευε. Ο Ερνέστο παλιά είχε αποπειραθεί να σκοτώσει τον βασιλιά την ημέρα του γάμου της πριγκίπισσας. Δυστυχώς, όμως, οι σύντροφοί του τον πρόδωσαν και αποκάλυψαν τα πάντα στο παλάτι. Ο βασιλιάς μετέτρεψε τον Ερνέστο σε αγριόχορτο, ενώ οι σύντροφοί του, πλέον, είναι ευγενείς.

-Θα φύγω αύριο. Θα συναντήσω τον Τσιλιφούρφορο στο πηγάδι.
-Το 'χω καταλάβει. Να προσέχεις, όμως. Οι μαργαρίτες δεν πρέπει να ξέρουν τίποτα για το σχέδιο σου. Αυτές θα έδιναν τα πάντα για τα διακοσμήσουν το υπνοδωμάτιο της βασίλισσας, της απάντησε ο Ερνέστο.
Δεν ξέρουν τίποτα, μην ανησυχείς.
-Να προσέχεις, στο ξαναλέω. 
-Θα προσέχω.
Δεν συνέχισαν την κουβέντα. Ο Ερνέστο έκανε πως αποκοιμήθηκε, έχοντας στο μυαλό του ότι ίσως να μην την ξαναδεί.

Η τελευταία μέρα του μήνα έφτασε. Στο πηγάδι βρισκόταν ήδη ο Τσιλιφούρφουρος που έπαιζε σκεπτικά με μια πέτρα. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, όταν έφτασε η Ζηνοβία. Ο Τσιλιφούρφουρος της χάιδεψε στοργικά το πρόσωπο και την αγκάλιασε σφιχτά. Η Ζηνοβία απομακρύνθηκε από την αγκαλιά του και του έδωσε ένα μαύρο ξύλινο κουτί.

-Τι είναι αυτό; ρώτησε ο Τσιλιφούρφουρος.
-Είναι τα όπλα μας: ξύλινα σπαθιά, πέτρες, χαρταετοί, καλοκαίρια, πειρατές, και άλλα πολλά. Έχω βάλει και μερικές κατσίκες. 
-Φεύγουμε;
-Τώρα. Πάμε να κάνουμε τους εφιάλτες τους πραγματικότητα.

Έδωσαν ένα φιλί, φόρεσαν τα μαύρα μαντήλια τους, καλύπτοντας έτσι τα πρόσωπα τους, ανέβηκαν πάνω σε δύο κατσίκες και ξεκίνησαν για το βασίλειο, ξέροντας και οι δύο ότι ή θα κέρδιζαν τα πάντα ή δεν θα είχαν πλέον τίποτα.

Είχε πλέον νυχτώσει και ο Τσιλιφούρφουρος με τη Ζηνοβία βρισκόντουσαν έξω από τα βασιλικά ανάκτορα. Άνοιξαν προσεχτικά το κουτί και μια εκτυφλωτική λάμψη πλημμύρισε το βασίλειο. Ο βασιλιάς, η βασίλισσα, οι ευγενείς αμέσως τυφλώθηκαν και κάηκαν ζωντανοί. Η βασιλική φρουρά πήγε να τους επιτεθεί, βγάλαν τα σπαθιά τους, φόρεσαν τις πανοπλίες τους και τρέξαν προς το μέρος τους. Η Ζηνοβία και ο Τσιλιφούρφουρος τους πέταξαν πέτρες, κομματιάζοντας κάποιους από τους φρουρούς. Κράτησαν γερά τα δικά τους σπαθιά, τα ξύλινα, και πάλεψαν με τους υπόλοιπους. Η Ζηνοβία άρχισε να ψαχουλεύει το κουτί και έβγαλε μέσα απ' αυτό τον ήλιο,πετώντας τον όσο πιο ψηλά μπορούσε.Ο ήλιος ανέβηκε στον ουρανό, χαμογέλασε και έκαψε δυνατά, βάζοντας φωτιά σε ό,τι χρειαζόταν. Το παλάτι και τα ανάκτορα έγιναν στάχτη. Τα βασιλικά κτήματα εξαφανίστηκαν (λέγεται μάλιστα πως η Τασία, λίγο πριν πεθάνει, ρωτούσε τους πάντες αν είναι όμορφη -ήθελε να είναι ένα όμορφο καμένο λουλούδι- και ότι ο Ερνέστο κάηκε έχοντας στις ρίζες του, βαθιά, μια φωτογραφία της Ζηνοβίας), οι πιστοί υπήκοοι του βασιλιά κάηκαν κι αυτοί, τα κοσμήματα και το χρυσάφι των πλουσίων έλιωσε, ενώ την ίδια στιγμή πολύχρωμοι χαρταετοί πέταγαν ψηλά, ρίχνοντας πέτρες στους εναπομείναντες κακούς. Στο μεταξύ, οι κατσίκες απελευθέρωσαν τους φίλους της Ζηνοβίας που τους είχε κλείσει ο βασιλιάς στην φυλακή, και αμέσως μετά και τους σκλάβους και τους τρελούς που αναγκάζονταν να μένουν στους υπονόμους.

Είχαν όλα τελειώσει, είχαν γίνει όλα στάχτη. Ακολούθησε μια μεγάλη σιωπή, ο οποία ξαφνικά έσπασε με όσους απέμειναν να ξεκινάνε να παίζουν μουσική και να χορεύουν, δίνοντας ζωή σε ό, τι είχε πια χαθεί.

Η Ζηνοβία και ο Τσιλιφούρφουρος πατούσαν πάνω στις στάχτες του παλατιού. Γέλασαν δυνατά και ξεκίνησαν να παίζουν ποδόσφαιρο με το κρανίο του βασιλιά.

                                                                                     -Αγγέλας

1.3.16

αποσύνθεση

Α ναι συγγνώμη, ξέχασα τους τρόπους μου. Αγνόησα την κοινωνικότητά μου. Παίρνω μια μπύρα και έρχομαι. Άμστελ ή Φιξ; Φιξ;! Μαλάκας είσαι ρέ; Ντάξει δε σου μιλάω μαλάκα, άμστελ ρεεεε, μόνο σου λέω. Όχι ρε μαλάααααακες, τι λέτε ρεεε Βεργίνα ρε. (Ναι, θέλω άλλο ένα τέταρτο να κάνουμε πως διαφωνούμε για το ποιο ζεστό κάτουρο είναι το πιο νόστιμο. Θέλω να κάνουμε κουβέντα. Να κάνουμε πως διαφωνούμε. Ναι δεν ζω καπιταλιστικά. Είμαι ό,τι πιο αναρχικό ξέρω. Πηγαίνω σε λάιβ και πάρτι, φοράω μαύρα, αράζω Εξάρχεια).  Κάτσε να πάρω ένα εικοσάρικο από την τράπεζα. Φωτιά στις τράπεζες. Αλλά ντάξει κάτσε να το βγάλω. Να πάρω κι άλλη μια μπύρα, κανένα ποτό, κάτι. Μαλάκα μπάτσος! Κάτσε να το παίξω ξεχού. Μαλάκα είμαι κλασμένος. ΕΙΜΑΙ ΚΛΑΣΜΕΝΟΟΟΟΣ! ΦΩΤΙΑ ΣΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΡΕ!!!! Πήρα το εικοσάρικο. Νταξει δέκα απ' αυτά θα πάνε στην ξήγα. Μαλάκα είμαι αλλού. Αλλού σου λέω.  Νομίζω πως νιώθω, νιώθω σε μια εποχή που κανείς δεν νιώθει. Γίνομαι αστείος για να γίνω αρεστός. Πίνω για να γίνω αστείος, να με κάνετε παρέα, είμαι αστείος. Κάνω πως γελάω με τα αστεία σας. Η επανάσταση μου είναι ο αντιεξουσιαστικός μου καφές, η μπύρα που παίρνω, τα ντέλια που ακούω, τα πάρτι οικονομικής ενίσχυσης σε συντρόφους και σε δομές που κάνω ότι ξέρω, οι ρακές που πίνω, το γλυκό δηλητήριο που αποσκοπεί στην κοινωνικότητά μου. Καπνίζω, γιατί δεν ξέρω τι να κάνω τα χέρια μου. Σήμερα δεν έχω τσέπες, τα κουνάω πέρα δώθε, αισθάνομαι γελοίος, τα χέρια μου χορεύουν και δεν ξέρω τι να τα κάνω. Ανάβω ένα τσιγάρο να απασχολώ το ένα μου χέρι. Χρόνος για την κατάληψη δεν υπάρχει. Χθες ξενύχτησα. Οι φασίστες με κυνηγούν, με θεωρούν επικίνδυνο. Και όταν πάω να νιώσω φόβο και απέχθεια για τον εαυτό μου, για το κενό που νιώθω, φροντίζω να το θάψω όσο πιο βαθιά γίνεται με μια ρουφηξιά αμμωνιοζόλ και ποδαρίλας, με μια γουλιά κόκκινου κρασιού, με λίγο ξυδάκι. Μέχρις ότου να γίνω αστείος, να γίνω αρεστός, να κάνουμε παρέα, να με παίρνετε τηλέφωνο. Έκαψα ένα κάδο. Ξεκαύλωσα, δεν καταλαβαίνω το το αίσθημα ικανοποίησης που με κατακλύζει. Επιτέθηκα στον καπιταλισμό. Φώναξα συνθήματα στη συναυλία. Η αλληλεγγύη μου περισσεύει.

Μια τραυματισμένη γάτα με πλησιάζει. Είναι μαύρη. Με πλησιάζει επιθετικά. Μα περνάω καλά. Έχω γκόμενες, έχω την κοινωνική επιβεβαίωση, έχω χτίσει την εικόνα μου. Ο έρωτας που νιώθω είναι οι γκόμενες που φασώνω και πηδάω στα πάρτι. Η γάτα προχωράει και τελικά κάθεται δίπλα μου και μου ψιθυρίζει στο αυτί κάτι που δεν μπορώ να το καταλάβω. Καταλαβαίνω από τον τόνο της φωνής της ότι δεν μου λέει κάτι αστείο. Ξύπνησα. Η γάτα νιαούριζε όλο το βράδυ μέσα στο αυτί μου. Κοιμήθηκα σκατά και ξύπνησα με πονοκέφαλο. Άργησα και έχω δουλεία. Ο πονοκέφαλος ακόμη να μου περάσει. Έχω πονοκέφαλο τρία χρόνια.  Πλέον ο πονοκέφαλος μου έχει επεκταθεί σε όλο μου το σώμα. Τα άκρα μου πονάνε και το μυαλό μου καταριέται τη στιγμή που γνώρισε την μαύρη γάτα. Με ακολουθεί παντού και όταν πάω να μιλήσω μου φωνάζει επιθετικά και κλέβει ένα κομμάτι από κάποιο όργανο μου. Λατρεύει την καρδιά. Τώρα, έχει περισσέψει μόνο ένα μικρό κομμάτι από αυτήν. Το κομμάτι αυτό με κάνει να αισθάνομαι ζήλια και απογοήτευση. Και όταν την βλέπω να κατασπαράζει λαίμαργα την καρδιά μου, το συκώτι και τους πνεύμονες μου, να καθαρίζεται  από το αίμα μου, πάω να της ορμίσω, αλλά ξεχνάω πως δεν έχω πλέον φωνή και το σώμα μου είναι βαρύ. Οι φωνητικές μου χορδές είναι το πρώτο πράγμα που φρόντισε να εξαφανίσει από μέσα μου. Την ικανότητα μου να μιλάω. Χθες το βράδυ την έπιασα να κοιμάται. Είχε στο στόμα της κάποιο μισοφαγωμένο όργανό μου. Πλησίασα σιωπηλά, την έπιασα σφιχτά από το λαιμό και την έπνιξα στον ύπνο της. Έφτυσε ένα κομμάτι της καρδιάς μου, και μετά ξέρασα ό,τι είχε απομείνει από μέσα μου πάνω της και έκλαψα.

                                                                                                                                  -Αγγέλας

18.1.16

κάτω από την ελιά της γιαγιάς

Κάθε καλοκαίρι πήγαινα στο δάσος. Καθόμουν ώρες ατελείωτες κάτω από τα δέντρα. Έπαιζα με τα ζώα και περπατούσα. Θυμάμαι, ακόμη και μετά από τόσο καιρό, πόσο υπέροχο ήταν το συναίσθημα να βουτάς κατάκοπος στο παγωμένο ποτάμι, να κολυμπάς παρέα με τα ψάρια και όταν βγαίνεις να σκουπίζεσαι με τα βρώμικα και σκισμένα ρούχα σου.

Το δάσος απείχε μόνο λίγα βήματα από το σπίτι της γιαγιάς. Μετά το παιχνίδι με περίμενε κέικ βανίλιας και βαθύς ύπνος, μέχρι το απόγευμα. Και μετά πάλι βόλτα στο δάσος μέχρι να βραδιάσει και ζεστό φαγητό παρέα με παραμύθια. Είχα τέλεια βιβλία. Όταν δεν είχα μάθει να διαβάζω ακόμη, κοίταγα μόνο τις εικόνες και έφτιαχνα την ιστορία στο μυαλό μου. Όλες μου οι ιστορίες είχαν χαρούμενο τέλος. Αν οι εικόνες δεν ταίριαζαν με αυτό, απλά τις παρέλειπα και αργότερα τις διόρθωνα κολλώντας στην θέση τους χαρούμενες με τον φτωχό ευτυχισμένο στο πλάι της πριγκίπισσας, το αηδόνι ακόμα ζωντανό, το γίγαντα έτοιμο να φιλοξενήσει παιδιά στον τεράστιο κήπο του, το μικρό ξανθό αγόρι ανεπηρέαστο από τον κόσμο των μεγάλων, να συνεχίζει να ζει στο φεγγάρι του, παρέα με το λουλούδι του.

Όταν δεν με έπαιρνε ο ύπνος, έπαιρνα αγκαλιά τον γάτο μας, τον Χόλντεν, έκλεινα σφιχτά τα μάτια μου και παρίστανα ότι το ταβάνι ήταν ο ουρανός και εγώ σταδιακά τον πλησίαζα. Έφτανα τα σύννεφα. Αυτά ήταν πάντα πολύ φιλικά και παιχνιδιάρικα. Μετά έκανα παρέα με τα άστρα. Με γοήτευαν πάρα πολύ. Ένα συγκεκριμένο, η Ρόζα, μια νύχτα με πήρε στην πλάτη της και μου έδειξε όλο το σύμπαν. Πιο πολύ, όμως, συμπαθούσα τη Σελήνη. Η Σελήνη ήταν πολύ ντροπαλή και δεν είχε φίλους. Μου ζητούσε να της περιγράψω τη γη, τους ανθρώπους, τον γάτο μου, και τα φαγητά της γιαγιάς.

Η Σελήνη αγαπούσε τον Ήλιο. Δεν τον είχε δει σχεδόν ποτέ. Ελάχιστες φορές. Αλλά θαύμαζε πόσο χαρούμενους έκανε τους ανθρώπους με το φως του, με τη ζωή που έδινε σε όλους μας, στους ανθρώπους, στα ζώα και στα φυτά. Η γιαγιά μου 'χε πει πως ο Ήλιος και η Σελήνη δεν μπορούν να έρθουν κοντά ποτέ. Το μυστικό που μου είπε η γιαγιά δεν το πα πότε στην Σελήνη, ακόμη και τις φορές που αυτή μου εκμυστηρευόταν πόσο θα 'θελε να τον πλησιάσει απλά για να τον αγκαλιάσει σφιχτά έστω για μια φορά.

Όταν επέστρεφα στο κρεβάτι μου, μετά από την παρέα με τη Σελήνη, έπιανα τον εαυτό μου να αναζητά τρόπο να τους φέρω κοντά και μετά από πολύ σκέψη να με παίρνει ο ύπνος με τον Χόλντεν να μου νιαουρίζει στο αυτί, ανακοινώνοντας μου την δικιά του βραδινή εξόρμηση στο χωριό. Ο Χόλντεν συχνά γυρνούσε την επόμενη μέρα εξαντλημένος και μερικές φορές τραυματισμένος από κάποιο καυγά και καθόταν κάτω από την ελιά που είχαμε στον κήπο. Η γιαγιά, με τον ελληνικό στο χέρι, του φώναζε, αλλά μετά από λίγο τον κέρναγε μια λιχουδιά και του ζητούσε να της υποσχεθεί πως από την επόμενη μέρα θα ήταν φρόνιμος. Ο Χόλντεν ποτέ δεν την άκουγε και η γιαγιά μάλλον το ήξερε αυτό.

Όταν η γιαγιά με έστελνε για δουλείες έπαιρνα το ποδήλατο και πήγαινα στο μαγαζί που είχε μια φίλη της. Αυτή πάντα με κερνούσε σοκολάτες και μετά παραπονιόταν ότι της πονάει το πόδι της. Όταν έφευγα, συχνά με φίλαγε στο μάγουλο και μετά εγώ σκουπιζόμουν με το μανίκι μου και ευχόμουν να μη με είδε κάποιο άλλο παιδί. Μετά, περνούσα από το καφενείο που καθόταν και ο παππούς με τους φίλους του και διάβαζαν. Ο παππούς, με το που με έβλεπε, με φώναζε να σταθώ πλάι του και χωρίς να σηκωθεί από την καρέκλα του με έπιανε από τον ώμο και μου έδινε μυστικά λίγα λεφτά για να πάρω γλυκό υποβρύχιο.

Σπίτι είχε ήδη αρχίσει να μυρίζει λάδι, αυγά, ρίγανη και καμένο ξύλο από τον φούρνο της γιαγιάς. Ευχόμουν από μέσα μου να μην είναι κάτι με φασόλια, αλλά πατάτες τηγανιτές με μπιφτέκι. Η γιαγιά μου έβαζε φαγητό και με συμβούλευε να το φάω όλο για να έχω δυνάμεις για τη βόλτα μου στο δάσος. Όταν η γιαγιά δεν κοίταζε, έδινα στον Χόλντεν, που μου παραπονευόταν και γλυφόταν, κρυφά λίγο από το φαγητό μου.

Μετά τον ύπνο μου, αν δεν πήγαινα στο δάσος, έπαιζα στην πλατεία με τα υπόλοιπα παιδιά ποδόσφαιρο, κυνηγητό, κρυφτό και μήλα. Κάθε φορά αλλάζαμε τους κανόνες, ενώ αν κάποιο παιδί έφερνε μπάλα ο αγώνας ξαφνικά γινόταν επίσημος. Θυμάμαι να μαλώνουμε για τους κανόνες, για τον χωρισμό σε ομάδες, αλλά και για τη διεξαγωγή του πρωταθλήματος. Τα κορίτσια συνήθως παρακολουθούσαν τον αγώνα και εγώ έβαζα τα δυνατά μου για να εντυπωσιάσω τη Νεφέλη. Η Νεφέλη ερχόταν πάντα τα καλοκαίρια και κάθε χρόνο ανυπομονούσα να τη δω.

Πλέον έχω να δω τα παιδιά από το χωριό πολύ καιρό. Σταδιακά όλο και μειωνόντουσαν. Εγώ δε σταμάτησα ποτέ να το επισκέπτομαι, χωρίς τη γιαγιά και τον παππού, μέχρι τη στιγμή που αποφάσισα να μείνω μόνιμα εδώ και να πηγαίνω βόλτες στο δάσος με τη συντροφιά της Νεφέλης.

-Αγγέλας

9.12.15

#prayforCaféàAthènes

Ο εγκέφαλος της οργάνωσης, Αγλαΐα Παπαγιωργάκη.
Σε  μια από τις αριστοκρατικότερες περιοχές της πόλεως των Αθηνών, στο ξακουστό για τη διασκέδαση που προσφέρει στην νεολαία αλλά και τη διαχρονική του φινέτσα, Κολωνάκι στεγάζεται το διάσημο καφέ-μπιστρό-lounge bar Café à Athènes.

Μεγάλες προσωπικότητες από τους κύκλους της ποίησης, της λογοτεχνίας, της πολιτικής και εν γένει της διανόησης και του πνεύματος, αναγνωρισμένες για το κύρος τους και το απαράμιλλο στίγμα τους στην πολύπλευρη ανάπτυξη της Ελλάδος, συναντιόνται στο πολυσύχναστο στέκι, καθιστώντας το μείζονα χώρο κοινωνικοπολιτικών και πολιτιστικών ζυμώσεων. Διανοούμενοι, όπως ο Γεράσιμος Γιακουμάτος, η Μιμή Ντενίση, η Ρούλα Κορομηλά, ο Απόστολος Γκλέτσος, η Αλέκα Παπαρήγα και η Όλγα Τρεμη προτιμούν το Café à Athènes ως σημείο συναντήσεως και απολαύσεως εκλεκτού καφέ, ποτού και εξαίσιου brunch & finger food, υπό τους χαλαρωτικούς ήχους της jazz.

Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του Γέροντα Παϊσίου για την μοναδικότητα του Café à Athènes: "Εκπληκτικό, ιδιαίτερο και σε κομβικό σημείο το  Café à Athènes αποτελεί ένα δώρο στην πόλη των Αθηνών. Ξεχωριστή εντύπωση δημιουργεί το γεγονός ότι διαφορετικές προσωπικότητες συζητούν ,ενταγμένοι πλήρως στο κλίμα του Café à Athènes, αγνοώντας πλήρως τις όποιες ιδεολογικές κυρίως διαφορές που ενδεχομένως να τους απομακρύνουν. Αξέχαστη θα μείνει σε όλους μας η πολιτική κουβέντα της κυρίας Γιάννας Αγγελοπούλου με τον κύριο Μάκη Βορίδη. Αμφότεροι έντονα πολιτικοποιημένοι, ο ένας από τον χώρο της παραδοσιακής και στιβαρής δεξιάς και η άλλη με έντονες αριστερές επιρροές και με ευδιάκριτη την φλόγα της έμφυτης επαναστατικότητας της, επεδίωξαν την αναζήτηση τομής στο θέμα του πολιτικού διχασμού της ελληνικής κοινωνίας. Σε πλήρη ηρεμία, με τόνους ιδιαίτερα χαμηλούς και με την διακριτικότητα που διακρίνει και τους δύο αναζήτησαν ,συνάμα, τις αιτίες της παγκόσμιας ύφεσης, ενώ δεν παρέλειψαν να αναφερθούν στο προσφυγικό, με τον κύριο Βορίδη να ξεσπάει σε λυγμούς φέρνοντας την εικόνα του μικρού αδικοχαμένου Αϊλάν. Εκείνη τη στιγμή παρενέβη η Κυρία Μαριάννα Βαρδινογιάννη τονίζοντας πως δεν υπάρχει περίπτωση να αφήσει άλλες ψυχούλες να πεθάνουν, εγκαθιστώντας ένα περίπτερο του Mega στα παράλια της Μυτιλήνης, όπου θα εξασφαλίζει στους τηλεθεατές 24ωρη κάλυψη του θέματος του προσφυγικού με ταυτόχρονη ζωντανή μουσική υπόκρουση, καθώς και μοναδικές αγιογραφίες Της Αγίου φιλοτεχνημένες από τον Ιερό Ναό 'Μαριάννα Βαρδιονογιάννη' της Μυκόνου σε ειδικές τιμές για τους πρόσφυγες. Οι πρωτοβουλίες Της μας εξέπληξαν όλους, χαρίζοντας Της ένα ένθερμο χειροκρότημα."

Ωστόσο, το ήρεμο κλίμα του καφέ-μπιστρό-lounge bar φαίνεται ότι δεν πείθει όλους τους συμπολίτες μας. Μόλις την περασμένη εβδομάδα, ομάδα πορτοκαλοφορεμένων ελεφάντων υπό την ηγεσία του σέξυ Κρητικού αγρότη του Συντάγματος, της Φαίης Σκορδά και της μυστηριώδους Αγλαΐας Παπαγιωργάκη (όπου σύμφωνα με μάρτυρες φαίνεται να κατέχει ηγετικό ρόλο στην οργάνωσηεισέβαλαν βίαια στο Café à Athènes προκαλώντας πλήθος ζημιών στο ίδιο το μαγαζί και στον περιβάλλοντα χώρο. Οι ίδιοι φαίνεται να τοποθέτησαν εκρηκτικούς μηχανισμούς γύρω από το καφέ, με αποτέλεσμα το Café à Athènes να μην θυμίζει σε τίποτα την παλιά του εικόνα. Ταυτόχρονα, η Φαίη Σκορδά είναι ύποπτη για την απαγωγή της Ντορέττας από το Big Brother, που σύχναζε στο μαγαζί και καλλιτεχνικά πηγαδάκια υποστηρίζουν πως το τελευταίο καιρό είχε έρθει ιδιαίτερα κοντά, δημιουργώντας μια τρυφερή φιλία, με τον Παναγιώτη Λαφαζάνη, νεανικό έρωτα της Φαίης Σκορδά. 

"Eimai toso sokarismenh. thlivero, apla.
δήλωσε στο twitter η Ντορέττα.
Την ιδια στιγμή, η Αγλαΐα Παπαγιωργάκη, ντυμένη στα μαύρα και κόκκινα, κατάφερε να απωθήσει, τραυματίζοντας σοβαρά, μια ολόκληρη διμοιρία αστυνομικών φωνάζοντας δυνατά "ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΕΝΑ ΣΥΝΘΗΜΑ, ΠΟΥ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ ΕΝΩΝΕΙ: ΜΠΑΤΣΟΙ, ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ, ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ", ενώ στο μέτωπο της διακρινόταν αχνά ένα αλφάδι, καθώς και το σύμβολο του χάους. Εντύπωση στους συντρόφους του προκάλεσε ο σέξυ Κρητικός αγρότης του Συντάγματος, ο οποίος με το που άρχισαν οι συγκρούσεις Αγλαΐας Παπαγιωργάκη – αστυνομικών, ξεκίνησε να χορεύει παραδοσιακούς κρητικούς χορούς διεγείροντας την ερωτική επιθυμία των θηλυκών θαμώνων του μαγαζιού και προκαλώντας πλήθος εγκεφαλικών επεισοδίων στις μεγαλύτερες κυρίες και στον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Άνθιμο.

Η ΕΛ.ΑΣ. με ανακοίνωσή της, δηλώνει έντρομη από τις κινήσεις της οργάνωσης και από την εξαγγελία τους για "πόλεμο εναντίον του σάπιου συστήματος". Μάλιστα, σε άλλη δήλωση της, αναφέρει πως είναι διατιθεμένη να τοποθετήσει χιλιάδες αστυνομικούς στο κέντρο για όλο τον χρόνο, φοβούμενη τις ανυποψίαστες κινήσεις του επαναστατικού κινήματος, ενώ το θλιβερό γεγονός του Café à Athènes χαρακτηρίζει ως ένα "Τέλος εποχής για την ήρεμη πόλη των Αθηνών.".

                                                                                                                                       -Αγγέλας

8.10.15

αφιέρωμα: Οι Έλληνες γλεντζέδες





Καλοκαίρι. Μια εποχή γεμάτη γάμους, βαφτίσια, πανηγύρια και γλέντια. Μια εποχή συνώνυμη της ελληνικής παράδοσης, όπου τα πασοκοσαυροείδη πλάσματα και οι θείες έχουν την τιμητική τους. Μετά από πολύ έρευνα παρουσιάζουμε τις κατηγορίες Ελλήνων γλεντζέδων, όπως εμφανίζονται στα αθάνατα Ελληνικά πανηγύρια, θεσμός που ελπίζουμε να μην εξαφανιστεί ποτέ, όσες κρίσεις και αν ταλαιπωρήσουν το δύστυχο "Ελλαδιστάν" (όπως χαρακτηριστικά αποκαλεί την χώρα μας η λατρεμένη Σοφία Βούλτεψη και η Φωτεινή Πιπιλή).

1) Ο "ένα ακόμη ουζάκι"



Η συγκεκριμένη κατηγορία συναντάται κυρίως στους αρρένες πανηγυρόφιλους (οι κυρίες ως γνωστόν έχουν πιο λεπτούς τρόπους) και υπάρχει σε κάθε ελληνική οικογένεια (συνήθως ενσαρκώνεται από κάποιον μακρινό θείο). Ο "ένα ακόμη ουζάκι" λατρεύει την "πετσούλα" από οποιοδήποτε κρέας. Όσο περισσότερο λιπαρή, γλιτσιασμένη και καμμένη, τόσο περισσότερο νόστιμη γι' αυτόν. Καθ' όλη τη διάρκεια του πανηγυριού τσιμπάει και λίγη απ'αυτήν, εννοείται με τα χέρια, σκουπίζοντας τα μετά στο άσπρο φανελάκι του (για μικρότερες ηλικίες) ή στο πουκάμισο του (για 60+ ηλικίες). Η πανηγυρική του ικανότητα μετράται με βάσει τις λίγδες στο φανελάκι ή στην μπλούζα του. Στα διαλείμματα ανάμεσα στους χορούς πετάγεται στο τραπέζι για να χαιρετήσει τους πάντες, να τους σηκώσει να χορέψουν, να τους ταΐσει πέτσα (Επιμένει. Αν δεν φας προσβάλλεται και την τρώει ο ίδιος.) και να πιει λίγο ουζάκι ή κρασάκι. Συνήθως έχει κάποιο πρόβλημα υγείας στην καρδιά ή υψηλή χοληστερίνη. Πίνει και τρώει "κρυφά" από την γυναίκα, η οποία τον μαλώνει κάθε φορά που το παρακάνει με τα γαρδουμπάκια, τα κοκορέτσια και τα τα κρασόουζα. Οι επιπλήξεις της εννοείται πως δεν τον επηρεάζουν, "υπερβάλει η γυναίκα" λέει σιωπηλά στους διπλανούς του. Είναι γνωστός στην οικογένεια και στους φίλους ως μεγάλος χορευταράς. Φυσικά, πάντα και για πάντα θα ψηφίζει ΠΑΣΟΚ, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο λόγο - η ύπαρξη του Αντρέα γι' αυτόν είναι αρκετή.

2) Η γυναίκα του "ένα ακόμη ουζάκι"



Η καταπονημένη αυτή γυναίκα βρίσκει στα πανηγύρια την ευκαιρία να ξεχαστεί από τις κακουχίες και τις συμφορές που την χτυπάνε αλύπητα. Με τον έναν γιο στην ξενιτιά, τον άλλον παντρεμένο με ακατάλληλη και ανεπρόκοπη γυναίκα, την κόρη ακόμη ανύπαντρη (παρά τα μαθήματα άξιας νοικοκυροσύνης και μικροαστίλας που της παρέδωσε καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής της) και τον άντρα με σοβαρά προβλήματα υγείας θεωρεί πως η ζωή της έδειξε το σκληρότερο της πρόσωπο. Φοράει συνήθως μαύρα, αγαπημένο της τηλεοπτικό πρόσωπο είναι η Τατιάνα (την αποκαλεί χαϊδευτικά Τάτι) Στεφανίδου, φτιάχνει καταπληκτικά ,κατά την γνώμη της, γεμιστά και highlight της σεζόν 2014-2015 γι' αυτήν ξεκάθαρα αποτελούν τα λείψανα της Αγίας Βαρβάρας. Κάθε καλοκαίρι προσπαθεί (φέρνει και την κόρη της μαζί) να πηγαίνει στην Τήνο για το προσκύνημα στον Ιερό Ναό της Ευαγγελίστριας της Τήνου.  Μάλιστα, προκειμένου να δείξει την αφοσίωση και την βαθιά της πίστη, μαζί με άλλους πιστούς μπουσουλάει μέχρι τον ναό από την στιγμή που κατεβαίνει από το πλοίο.

3) Η "Χαρά Βέρρα" στυλ





Η ωραία του χωριού, η τοπική καλλονή, το καμάρι του μπαμπά, η πρωταγωνίστρια στις καρδιές των αντρών του πανηγυριού και η πηγή της ζήλιας αλλά και του σεβασμού των υπόλοιπων γυναικών. Η Χαρά Βέρρα οπωσδήποτε έχει μακριά ίσια ξανθά κατά προτίμηση μαλλιά και παραπάνω κιλά, φοράει κοντά και ασφυχτικά στενά φορέματα, τακούνια χρυσά ή μαύρα, και είναι βαμμένη σαν ινδιάνα. Της αρέσει να περιποιείται τον εαυτό της και επιλέγει να τονίζει τα δυνατά της χαρακτηριστικά λικνίζοντας το κορμί της σε ρυθμούς τσιφτεντελιού ανεξάρτητα του τραγουδιού. Ποιο είναι το καινούριο της αγαπημένο fashion trend; Τα βαμμένα και διακοσμημένα με πέτρες, φιογκάκια, ζωάκια και οτιδήποτε άλλο νύχια. Θεωρείται απρόσιτη γυναίκα, δύσκολα μπορείς να κερδίσεις την καρδιά της.

4) Ο καταπιεσμένος μεσήλικας



Ο καταπιεσμένος μεσήλικας είναι ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας με λαϊκή καταγωγή, την οποία η επαγγελματική του εξέλιξη και η γενικότερη πορεία του στη ζωή σιγά σιγά την έσβησαν από την μνήμη του. Στην πραγματικότητα δεν είναι και πολύ ευτυχισμένος από τη ζωή του και συχνά μελαγχολεί και νοσταλγεί τα παλιά. Υπάρχουν στιγμές όμως, που  του δίνεται η ευκαιρία να θυμηθεί και να τιμήσει την καταγωγή του. Τέτοιες στιγμές είναι τα πανηγύρια. Φοράει το πόλο μπλουζάκι του, οπωσδήποτε σε κάποια ξεχωριστή απόχρωση. Αγαπημένα του χρώματα είναι το φωσφοριζέ κίτρινο, το γαλάζιο, το πορτοκαλί και το έντονο κόκκινο. Στα πανηγύρια ξεχνάει τα άγχη του, γίνεται άλλος άνθρωπος, χορεύει και φωνάζει. Την επόμενη μέρα είναι στο κρεβάτι με έναν αφόρητο πόνο στην μέση και έντονο πονοκέφαλο, συνδυασμό της επήρειας του αλκοόλ και των φωνών της γυναίκας του.

5) Οι διοργανωτές



Τα πρόσωπα αυτά καλύπτονται από ένα βαρύ πέπλο μυστηρίου. Γνωρίζουμε πως ακούνε φανατικά Μάριο Blackman,  καθώς και ότι το ταλέντο τους και η δημιουργικότητα τους ανήκουν στην σφαίρα της φαντασίας. Τα χαρίσματα τους αυτά αποδεικνύονται από τις εξαιρετικές επιλογές περιοχών για τα πανηγύρια και από τις υψηλής αισθητικής αφίσες. Ιδανικοί προορισμοί; Γαργαλιάνοι, Βρυσσούλες, Βαρθολομιό, αλλά και πιο mainstream και λιγότερο σκληροπυρηνικές επιλογές όπως τα Τρίκαλα.

                                                                                                                                       -Αγγέλας

3.7.15

ναι στο όχι, όχι στο ναι, ναι στο ναι και όχι στο όχι


Χάος. Διαλυμμένες οικογένειες. Άδειοι δρόμοι και ράφια στα σούπερ-μάρκετ. Ηλικιωμένοι που αργοπεθαίνουν στις ουρές των ΑΤΜ, αγκωμαχώντας να εξασφαλίσουν ένα αξιοπρεπές υπόλοιπο της ημέρας. Αδίστακτοι ληστές που παραμονεύουν γύρω από κάθε ΑΤΜ, για να κλέψουν από ανυπεράσπιστα θύματα και τα ελάχιστα χαρτονομίσματα που έχουν στο πορτοφόλι τους. Παιδιά πρόωρα στερημένα της αθωότητας της ηλικίας τους, να ψάχνουν απεγνωσμένα για λίγα ψίχουλα στα σκουπίδια.

Εικόνες που μοιάζουν απευθείας βγαλμένες από κάποιο ζοφερό δυστοπικό μυθιστόρημα. Κι όμως, αποτελούν τη σκληρή πραγματικότητα μιας χώρας στο κρεβάτι της εντατικής, που βλέπει τον βίαιο θάνατο να την καρτερεί στη γωνία. Σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή, το εθνικό καράβι έχει αφεθεί στα χέρια ενός καπετάνιου που το οδηγεί κατευθείαν στον καταρράκτη: Επικαλούμενος το δημοκρατικότερο όλων μέσο, το δημοψήφισμα, ο ΣΥΡΙΖΑ αφήνει το λαό να βγάλει το φίδι από την τρύπα, αποποιούμενος τις -δημοκρατικές- ευθύνες του. Απώτερος στόχος του; ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΙ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΝΑ ΕΞΕΛΙΧΘΕΙ ΣΕ ΕΝΑ ΑΥΤΑΡΧΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ.

Και αν ακόμη αμφιταλαντεύεστε μέσα σε αυτό το ψευδοδίλλημα, αρκεί να αναλογιστείτε ποιοι είναι οι τασσόμενοι υπέρ του ΟΧΙ. Μαφία, κομμούνια, δοσίλογοι, αναρχοάπλυτοι και φασίστες (αν ποτέ κατάλαβε κανείς τη διαφορά αυτών των δύο), ναρκομανείς, πόρνες, μετανάστες. Και πάνω απ’ όλους, οι βολεμένοι με τα λεφτά στις Ελβετίες, που δεν τους ενοχλεί καθόλου να διαλυθεί μια ολόκληρη χώρα, αφού μετά θα μπορούν να αγοράζουν ακίνητα σε τιμές μιας Κόκα Κόλας -αν όχι φτηνότερα.

Ακόμη δεν πειστήκατε; Το ΟΧΙ σημαίνει ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ. Να πού οδεύουμε με μαθηματική ακρίβεια: Έξοδος από το Ευρώ. Εξευτελισμός στους Ευρωπαίους εταίρους. Άνθρωποι που πεθαίνουν από την πείνα σε κάθε πεζοδρόμιο. Βάναυσοι ξυλοδαρμοί ηλικιωμένων σε κάθε γωνιά. Μια Ελλάδα δίχως ρεύμα και νερό. Σε κάθε διασταύρωση, μια στοίβα διαλυμένων αυτοκινήτων, λόγω της έλλειψης φαναριών. Ένας ουρανός σκοτεινιασμένος από το σμήνος των ιπτάμενων αναρχικών που θα κρύβουν τον ήλιο. Θα σπέρνουν τον τρόμο σκορπίζοντας παντού φέιγ βολάν και μολότοφ. Καμία εφαρμογή δεν θα μπορεί να κατέβει στα iPhone μας με ελληνική πιστωτική κάρτα. Οι γυναίκες κι οι κόρες μας θα αναγκαστούν να καταφύγουν στην πορνεία για τα λεφτά. Τα παιδιά μας εθισμένα στην πρέζα. Κλείσιμο της επιχείρησης του Άδωνι Γεωργιάδη. Επιθέσεις δεινοσαύρων. Συνθήματα με σπρέι στις τράπεζες. Στην ατμόσφαιρα ασφυκτική σκόνη από τα πλήρως ισοπεδωμένα κτήρια μιας ολόκληρης χώρας. Καθοδηγούμενα από Αρειανούς ιπτάμενα κομμάτια μουσακά θα πυροβολούν με λέιζερ τους πολίτες, λίγο πριν ένα πελώριο τσουνάμι καταπιεί για πάντα την πολύπαθη Ελλαδίτσα μας.

Την Κυριακή, λοιπόν, κάνουμε τη σωστή επιλογή για το μέλλον των παιδιών μας. Γιατί όπως είπε και ένας από τους σπουδαιότερους πολιτιστικούς εκπροσώπους της χώρας μας, ΕΜΕΙΣ ΝΑΙ, ΕΙΜΑΣΤΕ Η ΕΥΡΩΠΗ.

-Ψηλέας Ψογκ, Αγγέλας

Υ.Γ.: Το σλίτζι τα είχε πει. Όλα αυτά θα είχαν αποφευχθεί αν ο Γιώργος Παπανδρέου είχε κερδίσει τις εκλογές του Ιανουαρίου. 

31.5.15

ζωή στην Αθήνα


Ο Θεός είχε κουραστεί. Τόσες μέρες δημιουργούσε. Η θάλασσα, τα βουνά, τα δάση, οι λίμνες, τα ποτάμια, τα ζώα και τα φυτά τον είχαν εξαντλήσει. Επέτρεψε στον εαυτό του να ξεκουραστεί. Ήταν ικανοποιημένος με ό,τι είχε φτιάξει. Ήταν ακριβώς έτσι όπως τα ονειρευόταν.

Έβλεπε όμως πως οι άνθρωποι δεν ήταν ευχαριστημένοι. Βαριόντουσαν. Μια μέρα οι άνθρωποι έστειλαν στον Θεό έναν απεσταλμένο τους. Πρόεδρο τον λέγανε. Ο Πρόεδρος εξέφρασε τα παράπονά του στον Θεό, ο οποίος τα άκουγε προβληματισμένος και ξαφνιασμένος. Πίστευε πως οι άνθρωποι θα ήταν χαρούμενοι με τον κόσμο του, ωστόσο ο Πρόεδρος ήταν απόλυτος και έντονα δυσαρεστημένος. "Βαριόμαστε εδώ! Θέλουμε να μας φτιάξεις κάτι πιο ωραίο." του έλεγε συνέχεια. Ο Θεός έκρυψε την απογοήτευσή του και το πήρε απόφαση να ικανοποιήσει τους ανθρώπους.

Έπιασε αμέσως δουλειά. Δεν έχασε δευτερόλεπτο. Πήρε ένα πολύ μεγάλο κομμάτι γης και ξερίζωσε μονομιάς όλα τα δέντρα. Στη θέση τους έβαλε κάτι που σκέφτηκε εκείνη τη στιγμή. Το ονόμασε άσφαλτο.

Έπειτα, αναρωτήθηκε πού θα μένουν οι άνθρωποι. Με μια κίνηση παρέσυρε όλα τα ξύλινα και πέτρινα σπιτάκια που με τόσο κόπο είχε φτιάξει. Στη θέση τους, έχτισε κάτι τεράστια κτήρια μέσα στα οποία θα υπήρχαν μικρά σπιτάκια, τα διαμερίσματα. Τα κτήρια αυτά τα έβαψε γκρι και εξωτερικά ήταν όλα ίδια και απλά. Εσωτερικά ήθελε να χωρέσει όσο το δυνατόν περισσότερα διαμερίσματα. Γι' αυτό έβαλε πολλούς ορόφους και τα έκανε κι αυτά όλα μικρά και ίδια. Δεν είχε χρόνο για να κάνει το καθένα πρωτότυπο και ξεχωριστό. Οι άνθρωποι τον πίεζαν. Τα κτήρια αυτά τα ονόμασε πολυκατοικίες.

Προβληματιζόταν όμως με κάτι έντονα. Με τις αποστάσεις. Το δημιούργημά του ήταν πολύ αχανές και του φαινόντουσαν όλα μακριά. Ήταν όμως εφευρετικός. Έφτιαξε ρομπότ. Τα ρομπότ αυτά θα μετέφεραν τους ανθρώπους από το ένα μέρος στο άλλο. Θα είχαν ένα τιμόνι και ο άνθρωπος θα τα κατεύθυνε όπου ήθελε. Τα είπε αυτοκίνητα.

Στην αρχή όμως, οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να τα βρουν μεταξύ τους και τσακώνονταν για το ποιος θα περάσει πρώτος με το αυτοκίνητό του. Έτσι, ο Θεός έφτιαξε τις πινακίδες. Κάθε μία θα έθετε στους ανθρώπους κι έναν περιορισμό. Μην τρέχεις, μη στρίψεις, σταμάτα, στρίψε αριστερά, εδώ δεξιά, πέρνα πρώτος, πήγαινε με 60 χιλιόμετρα την ώρα κι άλλα πολλά σκέφτηκε ο Θεός. Πλέον υπήρχαν παντού πινακίδες.

Ήθελε όμως να βάλει σε όλα αυτά και κάτι να θυμίζει το παλιό του δημιούργημα. Έβαλε ανάμεσα στους δρόμους λίγα φυτά, ενώ επίσης έφτιαξε σε λίγα τετραγωνικά κι ένα πάρκο. Στο πάρκο αυτό έβαλε δέντρα, γρασίδι και λίγα ζωάκια. Ενθουσιάστηκε τόσο πολύ που έφτιαξε πολλά τέτοια. Μάλιστα τα μεγαλύτερα τα ονόμασε άλση. Τα άλση έμοιαζαν λίγο με δάση αλλά ευτυχώς ήταν πιο ασφαλή. Με όλα αυτά η προσαρμογή των ανθρώπων θα ήταν πιο εύκολη, ενώ αν ξαφνικά πεθυμούσαν την φύση τα πάρκα θα τους αποζημίωναν.

Οι άνθρωποι που θα μεταφέρονταν στο νέο του δημιούργημα ήταν πάρα πολλοί. Ο Θεός ανησυχούσε αν θα επικρατούσε τάξη και ηρεμία. Για αυτό το λόγο έφτιαξε κάποιος κανόνες, τους νόμους. Οι νόμοι ήταν πολύ ισχυροί και όποιος τους παραβίαζε θα στελνόταν στην άκρη της πόλης, σε ένα κτήριο με πολλά κάγκελα και σιδερένιες πόρτες, που λεγόταν φυλακή.

Η δημιουργία του νέου κόσμου είχε τελειώσει. Ο Θεός πήρε τους ανθρώπους στις χούφτες του (χρειάστηκε να το επαναλάβει κάποιες φορές για να τους μετακινήσει όλους) και τους μετέφερε στη νέα τους κατοικία. Οι άνθρωποι με το που έφτασαν ενθουσιάστηκαν. Ο καθένας πήρε την οικογένειά του και κλείστηκε στο διαμέρισμά του. Σκόρπισαν όλοι τόσο γρήγορα. Ένας μάλιστα έφτιαξε αμέσως και μια συσκευή που την αποκάλεσε τηλεόραση. Ο Θεός δεν κατάλαβε γιατί οι άνθρωποι χάρηκαν τόσο με την τηλεόραση, μάλιστα η διαρρύθμιση των σαλονιών άλλαξε τελείως (κάποιοι χρειάστηκε να βγάλουν την τραπεζαρία τους), προκειμένου να είναι η τηλεόραση στη μέση του σαλονιού.

Ο Θεός προβληματίστηκε. Οι άνθρωποι ήταν κλεισμένοι στα σπίτια τους και βλέπανε μόνο τηλεόραση, δε έβγαιναν παρά μόνο στα κλαμπ και στις καφετέριες. Σε αυτά, η μουσική ήταν πολύ δυνατή προκειμένου να μη νιώθουν αμηχανία στη σιωπή, αλλά να μπορούν να κοιτάνε ξέγνοιαστοι τα κινητά τους. Στο Θεό δεν άρεσε πολύ το δημιούργημά του, ωστόσο οι άνθρωποι δε διαμαρτύρονταν. Ούτε όμως εξέφραζαν ευτυχία. Ήταν απαθείς. Σιγά σιγά εξαφάνιζαν κάθε έκφραση από το πρόσωπό τους. Μερικές φορές μόνο ήταν τρομαγμένοι. Η τηλεόραση τους τρομοκρατούσε με τις ειδήσεις που μετέφερε. Ο Θεός πίστευε πως για να μη διαμαρτύρονται λογικά θα είναι χαρούμενοι. Αποφάσισε λοιπόν να τους αφήσει ήσυχους. Αν θέλανε να αλλάξουν κάτι, θα μπορούσαν να το κάνουν μόνοι τους σκέφτηκε.

Μετά από πολύ καιρό καθώς κοίταζε το δημιούργημά του από ψηλά σκέφτηκε πως δεν του είχε δώσει κάποιο όνομα. Αμέσως σκέφτηκε κάτι. Το ονόμασε "Ζωή στην Αθήνα".

                                                     
                                                                                                                                   -Αγγέλας

1.3.15

μυστήρια των σχολικών χρόνων



Τα καλύτερα χρόνια της ζωής  του κάθε ανθρώπου ταυτίζονται για πολλούς με τα σχολικά, ενώ οι ίδιοι τα αναπολούν με αβάσταχτη μελαγχολία και θα γυρνούσαν σίγουρα τον χρόνο πίσω μόνο και μόνο για να τα ξαναζήσουν. Με μία προσεχτικότερη ματιά παρατηρούμε, ωστόσο, πως τα χρόνια αυτά είναι γεμάτα μυστηριώδεις καταστάσεις και ερωτηματικά, ανεξήγητα γεγονότα, που όλοι λίγο πολύ έχουμε βιώσει αν και δεν τους δίνουμε τη δέουσα σημασία. Γι' αυτό είμαστε και εμείς εδώ να σας τα παρουσιάσουμε και να σας βοηθήσουμε να αντιληφθείτε πως κάτι δεν πάει καλά στον εκπαιδευτικό τομέα.

Αρχικά, τα σχολικά χρόνια είναι τα χρόνια εκείνα που πολλά παιδιά αποφασίζουν για κάποιο περίεργο λόγο μαζικά, πως πρέπει να γίνουν "μάγκες". Φυσικά η μαγκιά περνάει από διάφορα στάδια, παραδείγματος χάρη στο γυμνάσιο το κάπνισμα είναι αρκετό, ενώ στο Λύκειο που το να καπνίζεις γίνεται και λίγο mainstream κάθε μάγκας που σέβεται τον εαυτό του οφείλει να καπνίζει μπάφο και να έχει ύφος "πόσο underground και αλήτης είμαι ρε φίλε;". Στους νεαρούς μαθητές οι οποίοι ονειρεύονται να ακολουθήσουν μία καριέρα "μάγκα", να επισημάνουμε πως απαραίτητο στοιχείο καθόλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους είναι και το  ύφος "έχω ζήσει πολλά και ξέρω, πρόσεχε φίλε μην πάθεις τα ίδια (αλλά αν θες να είσαι τόσο γαμάτος όσο εγώ, πρέπει να τα πάθεις)"

Προσωπικό μυστήριο είναι τι ακριβώς κάνει το μπλε κομμάτι της γόμας. Υποτίθεται πως σβήνει το μελάνι. Το μεγαλύτερο ψέμα στην ανθρωπότητα! Σβήνει το μελάνι επειδή είτε σκίζεται το χαρτί είτε επειδή τη θέση του παίρνει μια μπλε μεγαλύτερη μουτζούρα. Αν θέλουμε να είμαστε και λεπτολόγοι ούτε το κόκκινο δεν πολυκάνει τη δουλεία του, αφού κι αυτό που και που αφήνει μια κόκκινη μπούρδα όταν επιχειρήσετε  να σβήσετε κάτι. Και μάλιστα, οι συγκεκριμένες γόμες κάποτε θεωρούνταν οι καλύτερες της "αγοράς"...

Επίσης,  αυτοί οι καθηγητές δεν καταλαβαίνουν πως όταν σκύβουν να δουν την άσκηση κάποιου παιδιού δεν είναι ό, τι πιο ευχάριστο να έχεις τον κώλο τους στη μούρη σου; Όντας άτομο με πολυετή εμπειρία στο παραπάνω δυσάρεστο φαινόμενο δηλώνω την έντονη απόγνωση μου καθώς οι κώλοι καθηγητών μάλλον θα με ακολουθούν όσο είμαι μέρος της εκπαιδευτικής διαδικασίας είτε αυτή λαμβάνει χώρα στο σχολείο είτε στο πανεπιστήμιο.

Τέλος, δε θα μπορούσαμε να ξεχάσουμε και τη σχέση των εκπαιδευτικών με τους προτζέκτορες! Οι καθηγητές λοιπόν, κάθε φορά που προσπαθούν να παρουσιάσουν κάτι στην τάξη χρησιμοποιώντας προτζέκτορα και θέλοντας να προωθήσουν τις "νέες τεχνολιγίες στην εκπαίδευση", ξαφνικά μετατρέπονται σε παππούδες από το χωριό, των οποίων η σχέση με την τεχνολογία είναι παρόμοια με τη σχέση του Αγγέλα με τον αθλητισμό. Το αποτέλεσμα είναι να χάνουν 20-25 λεπτά από το μάθημα και, τελικά, να λένε αυτά που έχουν να πουν με τον κλασσικό, πατροπαράδοτο τρόπο.

Υπάρχει όμως και ένας παράγοντας τον οποίο δε λάβαμε υπόψη. Κάθε τάξη έχει έναν (και μόνο έναν) μαθητή, ο οποίος με τα χρόνια έχει αποκτήσει (σχεδόν επίσημα) το ρόλο του "τεχνικού της τάξης". Ό,τι πρόβλημα και να υπάρξει, ο τεχνικός θα το ψάξει, μπορεί να του πάρει 10-20 λεπτά, αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να μην βρει. Είτε αυτό πρόκειται για προτζέκτορα, είτε για σύνδεση στο internet, είτε για χακινγκ στη google, ο τεχνικός θα το καταφέρει, παρ' όλο που συνήθως στα άλλα μαθήματα είναι σχετικά άχρηστος. Και στην πληροφορική άχρηστος είναι, αλλά συγκεκριμένα στο να λύνει προβλήματα με προτζέκτορες, είναι επαγγελματίας!

-Αγγέλας, Canis Lupus

20.2.15

πώς είσαι;

Καλά.


(Δεν είμαι καλά. Αισθάνομαι μόνος. Δεν κάνω αυτό που θέλω. Δεν μ'αρέσει η δουλειά μου. Σιχαίνομαι τη δουλεία μου. Το αφεντικό μου. Τους συναδέλφους μου. Το μετρό. Τις γιαγιάδες που πιάνουν 3 θέσεις με τις σακούλες τους. Τη γκρίνια τους. Την κίνηση στο δρόμο. Τους χοντρούς που βρίζουν στο δρόμο. Τα πολλά αυτοκίνητα. Τις κόρνες. Τον πανικό. Τους θυμωμένους ανθρώπους, που περπατούν με σκυμμένο κεφάλι. Την καλημέρα με την τύπισσα στα everest. Τη σαπισμένη τυρόπιτα. Το μάλωμα επειδή άργησα πέντε λεπτά. Τα σημαντικά έγγραφα που πρέπει να υπογράψω. Τους "φίλους" μου, που ο ένας ζηλεύει τον άλλον. Τα αυτοκίνητα και τα σπίτια που καυχιούνται ότι έχουν. Τις "τέλειες" οικογένειες τους. Τη γυναίκα μου. Ναι κι αυτήν. Δεν μιλάμε πολύ πια. Περισσότερο βλέπω την τηλεόραση παρά αυτήν. Τα παιδιά μεγάλωσαν. Ούτε με αυτά μιλάω. Προτιμούν τις καφετέριες. Τα παιχνίδια στο κινητό. Φοβάμαι να τα αλλάξω όμως όλα. Φοβάμαι την παραμικρή αλλαγή. Αυτό είναι που φοβάμαι περισσότερο. Ότι μέχρι να πεθάνω κάθε μέρα θα είναι ίδια με την άλλη. Κάθε μέρα.)



                                                                                                                                         -Αγγέλας