Φωτογραφίες-Κείμενο: Αγλαΐα
23.1.21
13.1.21
εκλάμψεις στο σκοτάδι #16
[Ονειρικό τοπίο]
Το ονειρικό τοπίο. Ενα σώμα ηλιοκαμενο και γυμνό να περπατάει σε μια άδεια, χρυσοκίτρινη παραλία. Ο ήλιος να λαμπυρίζει πάνω στο δέρμα. (Χαμογελάς.) Ο χειμώνας είναι μακριά.
Η βροχή παρεισφρέει. Στάζει μέσα από το ταβάνι, μέσα από τις ρωγμές, κάπου υπάρχει μια διαρροή, το νερό δεν σταματάει να κυλάει. Το νερό ρέει. (Ρέεις κι εσύ.)
Το ταβάνι στάζει όλο και περισσότερο, το νερό με ψάχνει, με γυρεύει, με φτάνει ολοένα και πιο πολύ. Με βρίσκει. (Ο χειμώνας δεν είναι μακριά τελικά.)
Διάφανο σώμα. Σώμα ονειρικό. Σώμα τοπίο. Σώμα νερό.
Όλα μέσα μου κυλάνε κι εγώ επιπλέω σε μια λίμνη αισθήσεων και συναισθημάτων. Το νερό στάζει από το ταβάνι. Το νερό στάζει από κάθε πόρο του δέρματος μου. Το νερό είναι παντού.
Ένα σώμα διάφανο, γυμνό και υδάτινο περπατάει νωχελικα στην χρυσοκίτρινη παραλία. Η σιωπή καλύπτει τα πάντα. Χιλιάδες μικρές ηλιαχτίδες αντανακλούν πάνω στο δέρμα του, πελματα γυμνά και ελευθερα, το ποταμι που φτάνει μέχρι την ακτή, δύο κόσμοι που συναντιούνται.
Σμίγουν τα νερά, τα πελάγη και τα ποτάμια, τα βουνά και οι θάλασσες, οι ρίζες με τη Ροή.
Κι όλο κυλάω, κυλάω, κυλάω και χάνομαι σε μια στιγμή ανύπαρκτη αλλα ρεαλιστική, γνώριμη και κάπως διακεκομμένη. Μια στιγμή που έχω υπάρξει μέσα της ξανά, που έχω χαθεί σε όνειρα αναζητώντας την.
Έσμιξαν χιλιάδες όνειρα για να σε βρω και ήρθε η ώρα ήδη να σε χάσω.
Σώμα τοπίο.
Σώμα νερό.
Σώμα που στάζει, στάζει, στάζει και μετασχηματίζεται. Αλλάζει ο,τι αγγίζει.
Η βροχή εισχωρεί όλο και πιο πολύ μέσα στο σπίτι.
το ταβάνι ξεκολλάει, αρχίζει ήσυχα να καταρρέει…
Το νερό με φτάνει. Με βρίσκει, με αγκαλιάζει, με περικυκλώνει, με πνιγει τρυφερά μέσα σε ένα όνειρο ενός άλλου ονείρου, σε ένα όνειρο μέσα σε ένα όνειρο μέσα στο ονείρο του Ονείρου.
Κείμενο: Esther Taff
4.1.21
εκλάμψεις στο σκοτάδι #14
18.12.20
Τ. Λειβαδίτης - Οι Τελευταίοι (video clip)
15.12.20
εκλάμψεις στο σκοτάδι #8
[11220]
Το δίχως άλλο ο θάνατος καραδοκεί
Εμείς καιροφυλακτούμε τη ζωή
Πόνος σμιλεύει τη σοφία
Ανθρώπινο καλούπι ορισμένο απ' τους καιρούς κι από τις λέξεις- πανωφόρια
Έχω ξεχάσει πως νιώθεται η συγκίνηση
Λείπει το συν- της κίνησης
Πόσο μου έχει λείψει
ένα αληθινό σπαρακτικό κλάμα,
13.12.20
εκλάμψεις στο σκοτάδι #7
[Κάτι που φωσφορίζει...]
Ένας επαναλαμβανόμενος χτύπος,
μια σταγόνα βροχής που ρίχνει τον εαυτό της πάνω σε μια τσιγκινη επιφάνεια.
υπάρχει μια τρομακτική επαναληψιμότητα.
κατι άλλαξε για λίγο και πριν προλάβεις να το συνειδητοποιήσεις έχει ήδη χαθεί.
Όλα γύρω είναι μπλε και γκρί.
Κι εγώ βασικά ακριβώς το ίδιο νιώθω.
Πλέω μέσα σε ένα μπλε σύννεφο, κοιτάζω από ψηλά και στριφογυρίζω για λίγο ανέμελη στον ουρανό.
Δεν θα κρατήσει το ξέρω, τίποτα δεν κρατάει, κι όμως ελπίζω, όπως ελπίζουν όλα τα όντα στην επόμενη μέρα που θα έρθει.
Θα ξημερώσει δεν μπορεί, σωστά?
Θα βλέπεις κάτι άλλο πέρα από μπλε σύννεφα και σκιές, σωστά?
Όλα είναι ίδια και όλα είναι ήδη αλλιώς.
Για μια μόνο στιγμή αντίκρισα κάτι που έκανε την ανάσα μου να σταματήσει, για λίγο ένιωσα ξανα ανυπομονησία και ενθουσιασμό. Για λίγο , τόσο λίγο που θα μπορούσα και να το φαντάστηκα.
Η ώρα του απολογισμού.
Η ώρα ενός θρήνου που δεν εξηγείται.
Η ώρα της θλίψης, σε έναν κόσμο που δεν έχει χρόνο για αυτά.
Ολα τα ανείπωτα, βαριά, οργανικά συναίσθηματα ο Κόσμος τα καταπίνει αμασητα σχεδόν, σαν ορεκτικό.
Καμία ιεροτελεστία, καμία τελετή αποδοχής ή συνύπαρξης.
Να αναμειχθεί η Τροφή με το σάλιο, να διασπαστεί, να εισέλθει ιερά στο σώμα.
Μια στιγμή Παύσης και Ένωσης με αυτό που έρχεται.
Μια στιγμή Παύσης και Ένωσης με αυτό που φεύγει…
Ετσι ολόκληρα, εισέρχονται τα συναισθήματα στο οξύ της πέψης, σαν μύγες παγιδευμένες στο νέκταρ-παγιδα. Έχουν έρθει να γλείψουν αυτό το γλυκό ζουμί, όμως αυτό γλιστράει γλιστράει γλιστράει και εκείνες κυλούν εν τέλει απαλά μέσα στην κοιλιά του λουλουδιού. Το οξύ τρυφερά τις διαλύει.
Είμαστε ολομόναχοι, κοιτάμε κάτι που φωσφορίζει και τρέχουμε απελπισμένοι πάνω του, μέχρι να μας καταπιεί κι αυτό.
και ξανά και ξανά και ξανά.
Και πάλι και πάλι και πάλι.
Να ρίχνουμε τον εαυτό μας στον ίδιο κενό ενθουσιασμό.
Και να καταλήγουμε το ίδιο κενοί.
Άδειοι.
Μην κοιτάς προς τα έξω, κοίτα μέσα.
Βαθιά εντός σου.
Υπάρχει κάτι εκεί που φωσφορίζει άραγε?
8.12.20
εκλάμψεις στο σκοτάδι #4
[Ψάχνοντας αποχρώσεις στο λευκό ενός ακανόνιστου τοπίου]
Υπάρχει κάτι πίσω από αυτό το τοπίο;
Αποφάσισα να κοιτάξω τον ήλιο. Τον κοιτάζω, μα δεν καταλαβαίνω σε ποιο σημείο βρίσκεται…σε μια προηγηθείσα ανατολή, ή στην επικείμενη δύση; Παρ’ όλ’ αυτά, μετά από τόσο καιρό, βλέπω ένα πουλί να πετάει, και να διασχίζει με τα φτερά του τον νωχελικό ουρανό.
Κείμενο: Βανέσα Σελε
5.12.20
εκλάμψεις στο σκοτάδι #2
13.11.20
Blanche
3.10.20
σφιγμένα χείλη
14.9.20
Νικολής
Στα μελιά τα μάτια, στο κατάσκουρο δέρμα και στα καστανά μαλλιά. Στο μεσσαίο μπόι και στο γερό του σώμα, στα βρώμικα νύχια, στο ζαρωμένο μέτωπο και στ' αραιά μουστάκια, 'κει πάνω στηρίζει την καρδιά. Τα καλοκαίρια σπαρταρά κι όλο γυρίζει, κι όταν χειμώνας πιάσει και οι καιροί τον διώξουνε, τα κρύα 'κείνος χαϊδεύει, τους τραγουδά γλυκά και τα μαγεύει. Με το κρασί και με της θάλασσας τα γλέντια, τραβάν τα χρόνια και ήλιοι σβήνουνε, μα το κουπί πάντα κυλά και σπρώχνει, σε ξένα μέρη σε γνωστά, όπου καλούν οι άνεμοι, τη λευτεριά δεν τη στριμώχνει. Στη βάρκα χάραμα νωρίς, στο καφενείο πιο ύστερα, στάζει βυθό η μιλιά του, για τις γοργόνες που συνάντησε και τόπο μυστικό κρατά, για δίχτυα, παραγάδια, πουνέντες δυνατούς και πυροφάνια, για μακρινά ξερά νησιά, για αστέρια, για λιμάνια. Περνάν απ' τις παλάμες του οι αγάπες, χορεύουνε, ματώνουνε και σιγοτραγουδάνε, κι αυτός ο απονήρευτος, ο αλμυροθρεμμένος, μπαρκάρει και τις παρατά, την πρώτη την αληθινή ζητάει, να τρέχει μες την μπλε την αγκαλιά.
*το κείμενο περιλαμβάνεται στην Μεσόγειο
-C. Lupus
4.7.20
Σε κάποια Βέρα τελοσπάντων...
Ξεπεσμένοι, ξοφλημένοι. Φάρμακα, φόβος, φρίκη. Τεμπέληδες, τρελοί, τελειωμένοι. Βάρος, βία, βάσανο. Βέρα! Άσπροι τοίχοι, άσπρα ρούχα. Μορφίνη. Δεν πάει άλλο, τέρμα. Ο γιατρός είπε ότι δεν έχω ελπίδες. Ότι όσο ζήσω θα είναι σκατά. Η χημεία σαν επιστήμη δεν έχει προοδεύσει αρκετά για να με κάνει να νιώθω ικανοποιητικά αλλιώς απ’ το πραγματικό. Είναι δύσκολη η περίπτωσή μου. Ο φύλακας μου είπε ότι δεν μπορώ να βγω στο δρόμο. Και ότι έχουν περάσει εφτά χρόνια απ’ το τελευταίο μου επισκεπτήριο. Και να βγω, πού θα πάω; Όταν έτρεξα έξω με βάρεσε, με έδεσε στην καρέκλα και μου έκανε την ένεση. Εκεί έχει προοδεύσει η χημεία. Τους δίνω λευκές κόλλες και τους λέω αυτό σκέφτηκα να ζωγραφίσω. Γιατί έχει αδειάσει η ψυχή μου. Αλλά δεν σκέφτονται ότι μπορεί να εννοώ και χιόνια. Ευτυχώς την τελευταία φορά ήρθε καλός κουρέας και με άφησε να τα κόψω μοϊκάνα. Της αρέσαν έτσι της Βέρας. Μου έλεγε: γιατί δεν τα κάνεις μοϊκάνα; Ορίστε ρε Βέρα, τα έκανα. Κι εσύ πουθενά. Αγαπάω τις νύχτες γιατί οι εφιάλτες διώχνουν τη μοναξιά μου.
*από το βιβλίο "Μεσόγειος" του C. Lupus
Ποίηση: C. Lupus Απαγγελία: Κ.Κ. Prod. by KTKA Ηχογράφηση-Μίξη: σλίτζι
16.6.20
μια συνηθισμένη μέρα στην Αθήνα
(σχέδιο: Ειρήνη)
*Τζελσομίνα: η ηρωίδα της ταινίας “La Strada” (1954) του F. Fellini
*Τάλα, Χομαγιούν, Βακάρ: γνωστοί πρόσφυγες
*Νικόλας: ο Καββαδίας
*καφάρ (γαλ. cafard): θλίψη, μελαγχολία & ποίημα του Καββαδία
*Λατσεζάρ: Βουλγάρικο όνομα
*μεράκ (мepak): “μεράκι” στα βουλγάρικα
*Μεσίρ: Αραβικό όνομα
*αράκ: είδος ρακής τών αραβικών χωρών της Αν. Μεσογείου (Γ. Τράπαλης)
*Τσίου: ο ήρωας της ταινίας “Τσίου” (2005) του Μ. Παπαδημητράτου
*Γκαντολφίνι, Σοπράνος: από τη μαφιόζικη σειρά “The Sopranos”
Υ.Γ.: Από την επετειακή έκδοση για τα 5 χρόνια του σλίτζι "Ό,τι κι αν σημαίνει, το γνήσιο δεν πεθαίνει".
10.6.20
εφιάλτης
16.4.20
μετάφραση από τα ιταλικά: Fabrizio de Andrè - Khorakhanè (Α forza di essere vento)
Στον τελευταίο του δίσκο "Anime Salve", o Fabrizio de Andrè μίλησε για τη μοναξιά. Μια μοναξιά -μοναχικότητα καλύτερα- που βιώνουν όσοι επιλέγουν να "ταξιδεύουν προς μία κατεύθυνση επίμονη και αντίθετη", αντίθετη προς αυτό που η πλειονότητα επιβάλλει. Η μοναχικότητα εδώ είναι πλήρως συνειδητή, είναι επιλογή αποξένωσης από το κοινωνικά "ορθό" εφόσον αυτό δεν τους εκφράζει. Μόνο στην απομόνωση θα καταφέρουν να συνειδητοποιήσουν, να διαμορφώσουν και να εκφράσουν εντέλει το δικό τους σύστημα αξιών, το δικό τους πιστεύω.
-----------------------
In quel pozzo di piscio e cemento
A quel campo strappato dal vento
A forza di essere vento
Ogni nome il sigillo di un lasciapassare
Per un guado una terra una nuvola un canto
Un diamante nascosto nel pane
Per la stessa ragione del viaggio viaggiare
Il cuore rallenta e la testa cammina
In un buio di giostre in disuso
Come un rame a imbrunire su un muro
Saper leggere il libro del mondo
Con parole cangianti e nessuna scrittura
I segreti che fanno paura
Finché un uomo ti incontra e non si riconosce
E ogni terra si accende e si arrende la pace
Yugoslavia Polonia Ungheria
I soldati prendevano tutti
E tutti buttavano via
Tra le fiamme dei fiori a ridere a bere
E un sollievo di lacrime a invadere gli occhi
E dagli occhi cadere
Che è venuto il tempo di andare
Con le vene celesti dei polsi
Anche oggi si va a caritare
Allo specchio di questa kampina
Ai miei occhi limpidi come un addio
Jek sano ot mori
I taha jek jak kon kasta
Kon ovla so mutavia
Kon ovla
Me gava palan ladi
Me gava
Palan bura ot croiuti
4.2.20
τα λυμένα μου κορδόνια
''Θα τα πατήσεις και θα πέσεις'' μου φωνάζαν μικροί μεγάλοι.
''Θα τα λερώσεις, θα τα ξεφτίσεις''.
''Τα παπούσια σου θα φαίνονται βρώμικα''.
Δεν κατάλαβαν ποτέ.
Δεν είναι θέμα άνεσης μαμά, Δεν είναι θέμα αντίδρασης παππού.
Δεν είναι η μόδα, μπαμπά.
Είναι λυμένα, γιατί οι κόμποι με τρομάζουν, μου θυμίζουν αυτό το σφίξιμο στο στομάχι, της ενοχής.
Είναι λυμένα, γιατί μου θυμίζουν την ζωή.
Καθαρά κορδόνια, καινούρια κορδόνια, καθαρή ζωή αμόλυντη, με το πέρασμα του χρόνου λερωμένη, στιγματισμένη, ένας χάρτης με μουτζούρες. Τα κορδόνια μου με ακολουθούν, ζουν όσα ζω, περνάνε απ' όπου περνώ.
Λερωμένα στην εξώπορτα τα κοιτώ και μου θυμίζουν τους δρόμους που περπάτησα, με δένουν με αναμνήσεις χωρίς να είναι δεμένα τα ίδια.
Τα λυμένα μου κορδόνια, είναι όμορφα κι ας είναι λερωμένα.
Κι αν τα πατήσω και πέσω, θα σηκωθώ, δεν θα κλάψουν που τα πάτησα, ούτε εγώ που έπεσα, θα σηκωθώ αμέσως και θα συνεχίσω να περπατώ και εκείνα να σέρνονται στον δρόμο, ήσυχα, πιστοί συνοδοιπόροι.
Όταν ξεφτίσουν, δεν θα λυπάμαι, ήταν άξιοι φίλοι.
Ξέρετε, αλήθεια λέω ότι ήταν άξιοι φίλοι, όταν κανείς δεν έπαιζε μαζί μου, εκείνα ήταν πάντα εκεί να μου κρατούν παρέα πάνω στο παγκάκι, τρελαίνοντας τα με τα δαχτυλά μου. Ακόμη και στην τάξη τότε, που δεν είχα διαβάσει, εκείνα δεν με μάλωσαν, ούτε γέλασαν ποτέ.
Τα λυμένα μου κορδόνια, με κάναν ατρόμητη, δεν ξεγλύστρησαν όταν φοβήθηκα.
My shoe laces are (NOT) tied, and I know how far I can run not to stumble
My shoe laces are (NOT) tied, my cap fits on my head
My shoe laces are (NOT) tied, and I know how far I can run not to stumble
My shoe laces are(NOT) tied, and my cap fits so well
(beng beng cocktail, My shoe laces)
12.12.19
μπουγάδα
όλο μαζεύει το σκοινί μέσα στα χέρια μου
κι οι κεραίες ξεμακραίνουν μέχρι που τρυπούν τα σύννεφα
έχω απλώσει ένα μπουφάν, τρία μαγιό
μια αλληγορία και τα κόμπλεξ μου
αφού τρώγομαι στα ρούχα μου όταν ξεμένω από ανθρώπους
ή από νύχια
αράζω τώρα τελευταία μόνο με ηλιακούς
άντε και πιάτα νόβα αν έρθω μες στα κέφια μου
καλά παιδιά, λίγο μαλάκες, μα η θέα είναι θέα όπως και να 'χει
δυο ματιές και λες μωρέ ποιος τη γαμάει τη ναυτία
άμα τρως εδώ τις ώρες σου αγνοώντας πια το χάος
ή τα χάλια σου;
δύο, τρεις γύρους γύρω γύρω από τα κάγκελα
κοιτώ στις τσέπες μέσα μπας και μου 'πεσε το θάρρος
οι απέναντι κοιτούν απ' τις κουρτίνες και γελούν
ίσως σαρδόνια, ίσως όχι, όχι ότι παίρνω κι όρκο
θάρρος γιοκ- μόνο ψιλά, δυο μανταλάκια και αφορμές
ή μάλλον τύψεις
από την άλλη τα ρολά κρύβουν πια τα χα χα χα
μα λίγο που με κόφτει πια, βουτάω μια αντένα για ακόντιο
κι από κάτω οι ρωσοπόντιοι- σαν ακορντεόν- με βρίζουν
ή που γέμισε η τηλεόραση για μια στιγμή με στάτικ
ή που μ' είδανε κι αυτοί να τρώω τα μούτρα μου
έξι ορόφους κάτω μπρούμυτα με τα χέρια μου θαμμένα μες στις τσέπες
16.8.19
χρώματα
23.7.19
ερημοκλήσια
το σάπιο, το φτηνό κρασί όρκος σιωπής,
προσκυνητάρι, εικόνισμα, λάδι αγιασμένο-
μπρος στο σταμάτημα του χρόνου τι να πεις;
Τα λόγια τι ν’ αξίζουν μπρος στο τσούγκρισμα;
Θυμάστε, σε ποια θεία να προσκυνούσαμε
να βάλουμε στης σκέψης τ’ άλογο καπίστρι
και στον ξιφία της μοναξιάς του διπλανού
του κυρ Σαντιάγο να πετάξουμε το αγκίστρι,
να κάνουμε τον φάλτσο τζίτζικα του νου
νυχτοτριζόνι και γλυκό νανούρισμα…
Θυμάστε, δε μας ένοιαζαν χρήματα κι ώρα:
θάψαμε τα ρολόγια μας στη Μεσογείων
κι εν πλω: «Το να χαρίζεις είναι», είπες, «παλιά
παλιά και ξεχασμένη πράξη των αγίων!
Κι είναι το τσούγκρισμα ισάξιο μ’ αγκαλιά!
Κι είναι η αγκαλιά ισάξια με κοσμογονία!»
Λοιπόν, αδέλφια μου, μη με ξεχνάτε τώρα
που είν’ το ποτήρι του ακριβού κρασιού μονάχο
κι είναι σβησμένα στο ξωκλήσι τα κεριά
ξωκλήσια που ‘γιναν οι φίλοι μας στο βράχο
και βίρα η μνήμη, σκούνα, σάλπαρε μακριά
κι έχει ραγίσει ο άθεος κόσμος στη γωνία…





