Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

13.1.21

εκλάμψεις στο σκοτάδι #16

[Ονειρικό τοπίο]

Το ονειρικό τοπίο. Ενα σώμα ηλιοκαμενο και γυμνό να περπατάει σε μια άδεια, χρυσοκίτρινη παραλία. Ο ήλιος να λαμπυρίζει πάνω στο δέρμα. (Χαμογελάς.) Ο χειμώνας είναι μακριά.

Η βροχή παρεισφρέει. Στάζει μέσα από το ταβάνι, μέσα από τις ρωγμές, κάπου υπάρχει μια διαρροή, το νερό δεν σταματάει να κυλάει. Το νερό ρέει. (Ρέεις κι εσύ.)

Το ταβάνι στάζει όλο και περισσότερο, το νερό με ψάχνει, με γυρεύει, με φτάνει ολοένα και πιο πολύ. Με βρίσκει. (Ο χειμώνας δεν είναι μακριά τελικά.)

Διάφανο σώμα. Σώμα ονειρικό. Σώμα τοπίο. Σώμα νερό.

Όλα μέσα μου κυλάνε κι εγώ επιπλέω σε μια λίμνη αισθήσεων και συναισθημάτων. Το νερό στάζει από το ταβάνι. Το νερό στάζει από κάθε πόρο του δέρματος μου. Το νερό είναι παντού.

Ένα σώμα διάφανο, γυμνό και υδάτινο περπατάει νωχελικα στην χρυσοκίτρινη παραλία. Η σιωπή καλύπτει τα πάντα. Χιλιάδες μικρές ηλιαχτίδες αντανακλούν πάνω στο δέρμα του, πελματα γυμνά και ελευθερα, το ποταμι που φτάνει μέχρι την ακτή, δύο κόσμοι που συναντιούνται.

Σμίγουν τα νερά, τα πελάγη και τα ποτάμια, τα βουνά και οι θάλασσες, οι ρίζες με τη Ροή.

Κι όλο κυλάω, κυλάω, κυλάω και χάνομαι σε μια στιγμή ανύπαρκτη αλλα ρεαλιστική, γνώριμη και κάπως διακεκομμένη. Μια στιγμή που έχω υπάρξει μέσα της ξανά, που έχω χαθεί σε όνειρα αναζητώντας την.

Έσμιξαν χιλιάδες όνειρα για να σε βρω και ήρθε η ώρα ήδη να σε χάσω.

Σώμα τοπίο.

Σώμα νερό.

Σώμα που στάζει, στάζει, στάζει και μετασχηματίζεται. Αλλάζει ο,τι αγγίζει.

Η βροχή εισχωρεί όλο και πιο πολύ μέσα στο σπίτι.

το ταβάνι ξεκολλάει, αρχίζει ήσυχα να καταρρέει…

Το νερό με φτάνει. Με βρίσκει, με αγκαλιάζει, με περικυκλώνει, με πνιγει τρυφερά μέσα σε ένα όνειρο ενός άλλου ονείρου, σε ένα όνειρο μέσα σε ένα όνειρο μέσα στο ονείρο του Ονείρου.

Κείμενο: Esther Taff

4.1.21

εκλάμψεις στο σκοτάδι #14


[Σύνδρομο (εξαποστασιακής) στέρησης]

Άιντε μες της γης…


Έκθαμβοι περιμέναμε απέναντι από τη σκηνή, ανασαίναμε μέσα σ’ ένα κόκκινο φως. Κιθάρες και βιολιά, μπουζούκια και κλαρίνα, φλογέρες κι ούτια. Μια σιωπηλή guest συναυλία για όσους από νωρίς είχαν στηθεί μπροστά-μπροστά στα κάγκελα, γνώριμοι όλοι, μαζί και ξένοι. Και οι πατούσες μας βουλιάζανε βαθιά μέσα στο έδαφος, τα χέρια μας βάραιναν σαν των φυλακισμένων και ‘μείς γελάγαμε, χαιρόμασταν με τις φωνές και τις φωνές μας, λιγωνόμασταν για το καλοκαίρι που κατακόκκινο μπροστά μας απλωνόταν, ακούγαμε τη θάλασσα από μακριά να χορεύει… Μα ο ουρανός έμοιαζε ψεύτικος, γεμάτος μπλε τετράγωνα, τα σύννεφα πετούσαν γρήγορα και ύστερα αλλοιώνονταν. Η αναμονή δεν κράτησε πολύ. Ανέβηκαν κι οι δυο τους στη σκηνή κι ακούστηκαν οι πρώτες νότες. Στο πρώτο «άιντε» άρχισε να μας τρυπάει μια ψεύτικη βροχή και ξύπνησα ιδρωμένος στο κρεβάτι μου…

Κείμενο: Κ.Κ.

18.12.20

Τ. Λειβαδίτης - Οι Τελευταίοι (video clip)

 

Σχεδόν 1 χρόνο μετά την ηχογράφηση της συλλογής "Τα Αντικλείδια" του Γ. Παυλόπουλου, η Ομάδα Ηχογραφήσεων του σλίτζι ανακοινώνει την κυκλοφορία της επόμενης ηχογραφημένης ποιητικής συλλογής. Πρόκειται για τους "Τελευταίους" (1966) του Τάσου Λειβαδίτη. 

Ένα ενιαίο έργο, το οποίο έχουμε χωρίσει σε 12 μέρη, σε απαγγελίες της Ελίσιας, του Κ.Κ., του Ψογκ και της Maboured ντυμένες με ρεμίξ κλασικής μουσικής. 

Η συλλογή θα δημοσιευτεί μέσα στις επόμενες μέρες.

Για τώρα, παρουσιάζουμε το βίντεο κλιπ που γυρίσαμε για ένα από τα 12 κομμάτια, με τα λίγα μέσα που διαθέταμε στα πλαίσια του δεύτερου lockdown. 

Καλή θέαση/ακρόαση.

Ποίηση: Τάσος Λειβαδίτης 
Απαγγελία: Ψογκ, Ελίσια, Κ.Κ.
Μουσική: "Moonlight Sonata" remix by Solarfist
Ηχογράφηση-Μίξη: σλίτζι
Βίντεο (κάμερα-μοντάζ): Ψογκ
Συμμετέχουν: Δέρμι, Αγγέλας

*Δε μας ανήκουν τα πνευματικά δικαιώματα κειμένων και μουσικής. Οι ηχογραφήσεις δεν έγιναν για κερδοσκοπικούς λόγους.


15.12.20

εκλάμψεις στο σκοτάδι #8

[11220]

Το δίχως άλλο ο θάνατος καραδοκεί

Εμείς καιροφυλακτούμε τη ζωή

Πόνος σμιλεύει τη σοφία

Ανθρώπινο καλούπι ορισμένο απ' τους καιρούς κι από τις λέξεις- πανωφόρια

αναγνωρισμένο

Έχω ξεχάσει πως νιώθεται η συγκίνηση

Λείπει το συν- της κίνησης

Πόσο μου έχει λείψει

ένα αληθινό σπαρακτικό κλάμα,

ο ζωντανός ήχος του ακορντεόν και το τραγούδι με την απροετοίμαστη τρεμάμενη φωνή,
Η ζέστα της παρέας με τ αναμμένα πρόσωπα,
Ο χορός σε αγκαλιά και ο κοινός ιδρώτας.

Κείμενο: Μαρία Χατζημιχαήλ

13.12.20

εκλάμψεις στο σκοτάδι #7

[Κάτι που φωσφορίζει...]

Ένας επαναλαμβανόμενος χτύπος,

μια σταγόνα βροχής που ρίχνει τον εαυτό της πάνω σε μια τσιγκινη επιφάνεια.

υπάρχει μια τρομακτική επαναληψιμότητα.

κατι άλλαξε για λίγο και πριν προλάβεις να το συνειδητοποιήσεις έχει ήδη χαθεί.

Όλα γύρω είναι μπλε και γκρί.

Κι εγώ βασικά ακριβώς το ίδιο νιώθω.

Πλέω μέσα σε ένα μπλε σύννεφο, κοιτάζω από ψηλά και στριφογυρίζω για λίγο ανέμελη στον ουρανό.

Δεν θα κρατήσει το ξέρω, τίποτα δεν κρατάει, κι όμως ελπίζω, όπως ελπίζουν όλα τα όντα στην επόμενη μέρα που θα έρθει.

Θα ξημερώσει δεν μπορεί, σωστά?

Θα βλέπεις κάτι άλλο πέρα από μπλε σύννεφα και σκιές, σωστά?

Όλα είναι ίδια και όλα είναι ήδη αλλιώς.

Για μια μόνο στιγμή αντίκρισα κάτι που έκανε την ανάσα μου να σταματήσει, για λίγο ένιωσα ξανα ανυπομονησία και ενθουσιασμό. Για λίγο , τόσο λίγο που θα μπορούσα και να το φαντάστηκα.

Η ώρα του απολογισμού.

Η ώρα ενός θρήνου που δεν εξηγείται.

Η ώρα της θλίψης, σε έναν κόσμο που δεν έχει χρόνο για αυτά.

Ολα τα ανείπωτα, βαριά, οργανικά συναίσθηματα ο Κόσμος τα καταπίνει αμασητα σχεδόν, σαν ορεκτικό.

Καμία ιεροτελεστία, καμία τελετή αποδοχής ή συνύπαρξης.

Να αναμειχθεί η Τροφή με το σάλιο, να διασπαστεί, να εισέλθει ιερά στο σώμα.

Μια στιγμή Παύσης και Ένωσης με αυτό που έρχεται.

Μια στιγμή Παύσης και Ένωσης με αυτό που φεύγει…

Ετσι ολόκληρα, εισέρχονται τα συναισθήματα στο οξύ της πέψης, σαν μύγες παγιδευμένες στο νέκταρ-παγιδα. Έχουν έρθει να γλείψουν αυτό το γλυκό ζουμί, όμως αυτό γλιστράει γλιστράει γλιστράει και εκείνες κυλούν εν τέλει απαλά μέσα στην κοιλιά του λουλουδιού. Το οξύ τρυφερά τις διαλύει.

Είμαστε ολομόναχοι, κοιτάμε κάτι που φωσφορίζει και τρέχουμε απελπισμένοι πάνω του, μέχρι να μας καταπιεί κι αυτό.

και ξανά και ξανά και ξανά.

Και πάλι και πάλι και πάλι.

Να ρίχνουμε τον εαυτό μας στον ίδιο κενό ενθουσιασμό.

Και να καταλήγουμε το ίδιο κενοί.

Άδειοι.

Μην κοιτάς προς τα έξω, κοίτα μέσα.

Βαθιά εντός σου.

Υπάρχει κάτι εκεί που φωσφορίζει άραγε?


Κείμενο: Esther Taff

8.12.20

εκλάμψεις στο σκοτάδι #4

 [Ψάχνοντας αποχρώσεις στο λευκό ενός ακανόνιστου τοπίου]

Υπάρχει κάτι πίσω από αυτό το τοπίο;

Μέρες τώρα έχω το βλέμμα μου στην ίδια κατεύθυνση, στον ίδιο χώρο, στην ίδια παλέτα χρωμάτων, στη χωροταξία των πραγμάτων που έχω πια αποστηθίσει με τις κόρες των ματιών μου. Ένας άλλοτε φασαριόζικος δρόμος, το γέρικο δέντρο, η λευκή ταμπέλα του μαγαζιού με τα μεγάλα κεφαλαία μαύρα γράμματα, και, απέναντι, οι πολυκατοικίες, πιο νεκρικές από ποτέ. Ναι, βλέπω το τοπίο με αυτή την αίσθηση της όρασης, που αρχίζει να απαιτεί μεγαλύτερη ενέργεια για να διατηρήσουμε, ως αισθητικό αλλά ειδικά ως νοητικό εργαλείο αφύπνισης, προσπαθώντας να αντισταθούμε στο βάλσαμο του ύπνου, στην ζεστασιά της αποστασιοποίησης, στην υπνηλία των ημερών. Η ανία των ημερών αυτών, που σκιαγραφείται στα βλέφαρα που κλείνουν, στο μονότονο βάδισμά μας, και στις μοναχικές ανάσες της πόλης.

Μουνταμάρα.
Απλώνεται σα βαρύ πέπλο στην ατμόσφαιρα και κάνει ανιαρή την κάθε κίνηση, σκέψη και συναναστροφή. Είναι αυτή η πουτάνα που με κάνει κατατονική και γριά, που με φέρνει αντιμέτωπη με το χειρότερο φόβο: το τίποτα. Βιώνω την καθημερινότητά μου σαν ένα κατατονικώς σχιζοφρενικό ψάρι στη γωνιά του ενυδρείου, το οποίο είναι εξοπλισμένο με ηχοσυστήματα που παίζουν στη διαπασών ατονικές φρικαλεότητες και μινιμαλιστικές συχνότητες, που μου δημιουργούν οράματα και σκιές, στα αφρίσματα και τις μπουρμπουλήθρες της μονόλιτρης υδάτινης περιεκτικότητας στην οποία μας κλείσανε. Λες έτσι να σκοτώνουν την ώρα τους τα ψάρια που κλείνουμε στις γυάλες και στα ενυδρεία; Ίσως να παίζουν με την αντανάκλαση της φάτσας τους, με τη μεγέθυνση ή σμίκρυνση των σχημάτων που βλέπουν μέσα απ’ το γυαλί, ή κάνοντας ελεύθερο κολύμπι απ’ τη μια άκρη στην άλλη, μέχρι να κουραστούν και να τους πάρει ο ύπνος. Ξέρεις κάτι; Τώρα που γύρισε ο τροχός και μπήκα στη θέση τους, νιώθω πως τα κατανοώ κάπως. Να ξεκινήσουμε εκστρατεία για τη χορήγηση εικονικής πραγματικότητας σε όλα τα ενυδρεία του πλανήτη!

Μα τι είναι αυτό το τοπίο τέλος πάντων;
Πού πήγαν τα φεγγάρια με τα αλυχτίσματά μας στους δρόμους, πού πήγαν τα ξημερώματα που μας έβρισκαν κορεσμένους σε νυχτερινές τρέλες, αυθόρμητους έρωτες και μεθυσμένες συζητήσεις; Και ποιος θα μας επιστρέψει πίσω όλες αυτές τις χαμένες ώρες της νιότης; Μουνταμάρα και αναμονή. Αναμονή, για το δείκτη που θα σημάνει το τέλος της ώρας, και την έναρξη της επόμενης, αναμονή για τη σελίδα που θα δώσει τέλος στο κεφάλαιο αυτό, και θα γυρίσουμε σελίδα για ένα καινούριο. Η χρωματική μου παλέτα είναι ψυχρή και πλέω σε υδάτινη κυανοτυπία. Βρίσκω εύκολη την απογοήτευση τον τελευταίο καιρό. Είναι και το δεύτερο από τα πιο συνήθη συναισθήματα που σκιαγραφούνται πάνω στα πρόσωπα των περαστικών, μετά την ανία. Μερικές φορές έχει ωραίο φεγγάρι έξω, αλλά βαριέμαι να βγω και να το δω… Άλλωστε, μπορώ να δω όσες πανσελήνους θέλω μέσα απ’ την οθόνη του υπολογιστή μου, ανά πάσα στιγμή. Σήμερα έκανα βόλτα με ένα πολυτελές αμάξι στους δρόμους του Λονδίνου, του Παρισιού, του Άμστερνταμ, της Πράγας… σε πάει όπου θες, πρώτο πράμα. Ήθελα να φάω ένα παγωτό στη Χαβάη, αλλά η τεχνολογία της εποχής δεν μου το επιτρέπει ακόμα. Έτσι κι αλλιώς εμείς εδώ έχουμε χειμώνα. Έχω συνηθίσει και ξέρω πως το διαδίκτυο είναι πλέον ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου. Ειδικά, τώρα, που έχουμε οργανώσει όλη μας τη ζωή μέσα του, νιώθω μέρος μιας μαγικής διάστασης. Το ί ν τ ε ρ ν ε τ . Αν επαναλάβεις τη λέξη πολλές φορές θα αρχίσει να ακούγεται αλλόκοτη. Ίντερνετ, ίντερνετ, ίντερνετ, ίντερνετ. Εκπαίδευση, εργασία, διασκέδαση, τέχνη, πληροφόρηση, γνωριμία, βόλτα, ψώνια, επικοινωνία, λογαριασμοί, συναντήσεις, σεξ, κοινωνική ζωή. Τα έχει όλα, και δε σου κάνει εντύπωση. Ωστόσο, είναι ενδιαφέρον, το πώς μια κοινωνία τόσο βαθιά προσηλωμένη στο πνεύμα του υλισμού είναι ταυτόχρονα βαθιά εξαρτημένη από κάτι τόσο άυλο, το διαδίκτυο, σαν να είναι η απόλυτη ύλη, η πανάκεια, αλλά και πώς όλοι επιδίδονται σε αυτήν, για να αισθανθούν μια πλασματική υλική πραγμάτωση.

Φοβάμαι,
μόνο, μη συνηθίσουμε. Αυτό απ’ το οποίο κινδυνεύουμε περισσότερο είναι ο εγκλεισμός του νου. Με τον νου οργανώνουμε τις λέξεις σε ιδέες και έννοιες, με τον νου ανατρέχουμε στα συρτάρια των αναμνήσεων, με τον νου βουτάμε στα άδυτα της ψυχοσύνθεσής μας. Με τον νου επεξεργαζόμαστε την ακατέργαστη ύλη και την κάνουμε ιδέες, με τον νου εξεγειρόμαστε. Με τον νου μου βλέπω τώρα την κορύφωση της κοινωνικής διέγερσης και το κόκκινο της φωτιάς, εκεί που κυριαρχεί το λευκό της αδράνειας. Φοβάμαι μην αποκτήσουμε αντισώματα στα πάθη από τα όνειρα που γκρεμίζονται, τις προσδοκίες που μένουν ανεκπλήρωτες και τα συναισθήματα που μένουν μισά. Φοβάμαι, τέλος, μην ξεχάσουμε πώς να πετάμε, και απομονωθούμε, τελικά, στην ζεστασιά και την οικειότητα του τετραγωνικού μέτρου που καταλαμβάνουμε ως υπάρξεις.

Υπάρχει τελικά κάτι πίσω από αυτό το τοπίο;
Έχω καιρό να κοιτάξω τον ήλιο. Είπαμε πως δε θα τον αφήσουμε να σβήσει, αλλά έχουμε σταματήσει πια να κρατάμε ημερολόγια. Κατέληξαν όλες οι μέρες μας αποστήθιση ενός ανιαρού μονόπρακτου. Μόνες αποχρώσεις της ημέρας είναι οι εκάστοτε κυβερνητικές -θεατρικές- πράξεις, στο παλκοσένικο της «έννομης τάξης». Είναι σαν να χάνουμε απ’ τα χέρια μας το μελάνι της ιστορίας μας. Αλλά θα συναρμολογήσουμε τα σκόρπια μέλη μας και θα ξεφύγουμε από το «θέατρο του παραλόγου». Θα έρθει η ώρα να συνειδητοποιήσουμε, πως τα όνειρα και οι αναπαραστάσεις της φαντασίας μας δεν είναι ένα απλό συναισθηματικό καταφύγιο, ούτε χίμαιρες, αλλά τεμαχισμένα καρέ απ’ τον ρου της ζωής που εμείς θα βάλουμε σε κίνηση, είναι εκρήξεις χρωμάτων απ’ τις οποίες θα αντλήσουμε μπογιές και θα ζωγραφίσουμε το δικό μας τοπίο, και θα του δώσουμε νόημα και μορφή, σάρκα και οστά.

Αποφάσισα να κοιτάξω τον ήλιο. Τον κοιτάζω, μα δεν καταλαβαίνω σε ποιο σημείο βρίσκεται…σε μια προηγηθείσα ανατολή, ή στην επικείμενη δύση; Παρ’ όλ’ αυτά, μετά από τόσο καιρό, βλέπω ένα πουλί να πετάει, και να διασχίζει με τα φτερά του τον νωχελικό ουρανό.


Πρόλαβα το ηλιοβασίλεμα.
Τελικά είναι μια δύση που θα οδηγήσει σε μια νέα ανατολή. Δεν ξέρω τι μας περιμένει πίσω από αυτό το τοπίο, αλλά, ξέρω πως κάθε φορά που σκοτεινιάζει, μοιάζει να προστίθεται ένα ακόμη κομμάτι στο μουντό παζλ της δυστοπίας. Κάθε φορά που μια ανάσα κόβεται, κάθε φορά που το κερί σβήνει και μια ιδέα πεθαίνει. Ωστόσο, αν βγεις έξω τη νύχτα, θα δεις μερικά εναπομείναντα αστέρια να στέκουν στωικά και να φωτίζουν το σκοτεινό θόλο. Αφουγκράσου, δες τα πώς ουρλιάζουν, έτσι, άναρχα μέσα στο μικρό κομμάτι από το άπειρο του σύμπαντος που γευόμαστε. Όταν θα αρχίσουμε κι εμείς να κοιτάμε ψηλά, όταν πάψουμε πια να γέρνουμε στο έδαφος παραιτημένοι στη μοίρα της αποσύνθεσης, τότε θα δούμε πως έτσι αιώνιοι είμαστε κι εμείς και οι ιδέες μας. Παρ’ όλ’ αυτά, λένε πως ο ουρανός που αντικρίζεις τώρα, αντιστοιχεί σε μια παρελθοντική του εικόνα. Άραγε, πόσα αστέρια έχουν μείνει στον ουρανό μας σήμερα;

Κείμενο: Βανέσα Σελε

5.12.20

εκλάμψεις στο σκοτάδι #2

[Δόξα σ' αυτούς]

Δόξα σ' αυτούς
που στον άψυχο κόσμο
ανακαλύψανε
το άπειρο του ονείρου
την απόχρωση της φωτιάς
τη μυρωδιά του παραδείσου.

Δόξα σ' αυτούς
που στα έγκατα της κόλασης
χορέψανε
τον πιο τρελό τους χορό.

Κείμενο: C. Lupus

13.11.20

Blanche

 


 Τη Blanche τη γνώρισα στο Amsterdam, τότε που δούλευα στο εργοστάσιο. Την είδα σ’ ένα υπόγειο πρώτη φορά, ήτανε κάτι Τούρκοι μαζεμένοι, οι πιο πολλοί δηλαδή ήτανε Τούρκοι, είχε κι άλλους, Έλληνες, Ιρανούς, λίγους μαύρους, τελοσπάντων, σε ένα υπόγειο ήτανε όλοι αυτοί και παίζανε μουσική ελεύθερα. Παίζανε ας πούμε ό,τι να ‘ναι ο καθένας, ό,τι του ‘ρχότανε, και έβγαινε μουσική κανονική. Τύμπανο είχανε, κιθάρα, ντέφι, κι άλλα που δεν τα ξέρω, άλλα τα φύσαγες, άλλα τα βάραγες• εγώ μουσικές δεν ήξερα τίποτε σχεδόν. Μες στους καπνούς, τσιγάρα άφιλτρα όλοι, πού να ξέραμε, κρασιά, πρέζα πολλή, σου λέω τότε δεν τα ξέραμε πόσο μας σκοτώνανε, ήταν παλιά. Κι ήμασταν εκεί, ξέρεις, όπως σου περιγράφω, πες κάπου δύο το πρωί, την άλλη μέρα πιάναμε δουλειά στις έξι, σηκώνεται η Blanche, δεν την ήξερα εγώ τότε, και πάει και κάθεται σ΄ ένα άδειο σκαμπό που ‘χανε δίπλα στους μουσικούς. Αρχίζει και τραγουδάει. Είκοσι χρονών κοπέλα, τα μαλλιά της φτάναν ως κάτω στη μέση, μαύρη φούστα φαρδιά, ξυπόλητη, στενό μπλουζάκι κι η κοιλιά της έξω, μ’ ένα σκουλαρίκι κρεμαστό στον αφαλό. Η φωνή της σε μάγευε, ήταν τα χρώματα όλα, σαν να την έφερε ο Θεός εκεί να τραγουδήσει για μας, να πάρουμε κουράγιο να ‘χουμε για μια ζωή. Έλεγε ό,τι της ερχόταν, δεν καταλάβαινα τίποτα, αλλά δεν είχε σημασία, γιατί τα καταλάβαινα όλα, ακριβώς όλα. Πήγα της μίλησα, μου λέει «Blanche», είχε χίλια δαχτυλίδια. Είχε έρθει στο Amsterdam γιατί τη διώξανε απ’ το Λίβανο, δυο χρόνια μείναμε μαζί στο δωμάτιό μου, κάθε νύχτα γυρνάγαμε την πόλη, κάθε στενό, πώς να σου λέω. Όταν ήταν να γυρίσω Ελλάδα, αυτή έκλαιγε για πέντε ώρες. Καθόλου ψέματα, πέντε ώρες ήτανε, στη σειρά, είκοσι χρονών κοπέλα, αλλά εγώ έπρεπε να γυρίσω, το ΄χα πει, δεν μ’ άρεσε εκεί. Την άφησα τη Blanche και ήρθα, ταξίδι ατέλειωτο με το τρένο, ξέρναγα κάθε βράδυ, όλοι βρωμούσαμε. Την έχω δει δυο φορές από τότε, λίγες κουβέντες, λίγα δάκρυα, λίγα φιλιά στο μάγουλο –μόνο τη Blanche φιλάω στο μάγουλο.

*από το βιβλίο "Μεσόγειος" του C. Lupus

Κείμενο: C. Lupus
Απαγγελία: Κ.Κ.
Ηχητικό: από τη "Βάρδια" του Ν. Καββαδία
Prod. by: Hanto
Ηχογράφηση-Μίξη: σλίτζι

3.10.20

σφιγμένα χείλη

 

Σαν πρώην που σ’ έγραψε στ’ αρχίδια της, κοιτάς τον χρόνο
και σαν, απ’ το περβάζι, αέρα που λυσσομανά.
Μες στα σφιγμένα χείλη σου, κλαψομουνιάζεις: «Κρυώνω».
Κανείς ποτέ δε σ’ άκουσε -κι εσύ ξανά μανά.

Πάντα σου φώναζε ο καιρός: «Γδύσου αν τολμάς! Ματώσου!»
Εσύ κουβέρτες έψαχνες, μπας κι απ’ τη ζωή κρυφτείς.
Φλώρε! Ποτέ δεν τόλμησες να μάθεις τον εαυτό σου.
Βολεύτηκες στις απαντήσεις μιας ματιάς κλεφτής.

Νιώθεις και, πόρνη αχόρταγη, τη μοναξιά να γλείφει.
Κι αράζεις μες στο στήθος της, το κρύο και μαλακό.
Η Πόρνη η  π ρ ο α ι ώ ν ι α. Τα βέρια με τη λήθη.
Η Πόρνη που ‘χεις για μαμά και φίλο καρδιακό.

Κι η ζωή, φασέα καγκούρισα σε GLX παπάκι,
κι ο κόσμος να σε προσπερνά, να τρως τη σκόνη του.
Σα στάσεις του μετρό περνούν οι μέρες σου, ανθρωπάκι,
εσύ που ξέμεινες ενός σταθμού σου ακλόνητου.

Και μες στην ανουσιότητα του δρόμου σου του τόσου,
που σε μπανίζει το Κενό κι ο Κόσμος δε σου αρκεί,
Φλώρε! Ποτέ δεν τόλμησες να αρέσεις στον εαυτό σου!
Βολεύτηκες στο κλαψομούνιασμά σου το γλυκύ.

Ομίχλη. 2021.


Ποίηση - Απαγγελία: Ψογκ
Prod. by Anabolic Beatz
Ηχογράφηση-Μίξη: σλίτζι

14.9.20

Νικολής

  Στα μελιά τα μάτια, στο κατάσκουρο δέρμα και στα καστανά μαλλιά. Στο μεσσαίο μπόι και στο γερό του σώμα, στα βρώμικα νύχια, στο ζαρωμένο μέτωπο και στ' αραιά μουστάκια, 'κει πάνω στηρίζει την καρδιά. Τα καλοκαίρια σπαρταρά κι όλο γυρίζει, κι όταν χειμώνας πιάσει και οι καιροί τον διώξουνε, τα κρύα 'κείνος χαϊδεύει, τους τραγουδά γλυκά και τα μαγεύει. Με το κρασί και με της θάλασσας τα γλέντια, τραβάν τα χρόνια και ήλιοι σβήνουνε, μα το κουπί πάντα κυλά και σπρώχνει, σε ξένα μέρη σε γνωστά, όπου καλούν οι άνεμοι, τη λευτεριά δεν τη στριμώχνει. Στη βάρκα χάραμα νωρίς, στο καφενείο πιο ύστερα, στάζει βυθό η μιλιά του, για τις γοργόνες που συνάντησε και τόπο μυστικό κρατά, για δίχτυα, παραγάδια, πουνέντες δυνατούς και πυροφάνια, για μακρινά ξερά νησιά, για αστέρια, για λιμάνια. Περνάν απ' τις παλάμες του οι αγάπες, χορεύουνε, ματώνουνε και σιγοτραγουδάνε, κι αυτός ο απονήρευτος, ο αλμυροθρεμμένος, μπαρκάρει και τις παρατά, την πρώτη την αληθινή ζητάει, να τρέχει μες την μπλε την αγκαλιά.

*το κείμενο περιλαμβάνεται στην Μεσόγειο

-C. Lupus

4.7.20

Σε κάποια Βέρα τελοσπάντων...


Ξεπεσμένοι, ξοφλημένοι. Φάρμακα, φόβος, φρίκη. Τεμπέληδες, τρελοί, τελειωμένοι. Βάρος, βία, βάσανο. Βέρα! Άσπροι τοίχοι, άσπρα ρούχα. Μορφίνη. Δεν πάει άλλο, τέρμα. Ο γιατρός είπε ότι δεν έχω ελπίδες. Ότι όσο ζήσω θα είναι σκατά. Η χημεία σαν επιστήμη δεν έχει προοδεύσει αρκετά για να με κάνει να νιώθω ικανοποιητικά αλλιώς απ’ το πραγματικό. Είναι δύσκολη η περίπτωσή μου. Ο φύλακας μου είπε ότι δεν μπορώ να βγω στο δρόμο. Και ότι έχουν περάσει εφτά χρόνια απ’ το τελευταίο μου επισκεπτήριο. Και να βγω, πού θα πάω; Όταν έτρεξα έξω με βάρεσε, με έδεσε στην καρέκλα και μου έκανε την ένεση. Εκεί έχει προοδεύσει η χημεία. Τους δίνω λευκές κόλλες και τους λέω αυτό σκέφτηκα να ζωγραφίσω. Γιατί έχει αδειάσει η ψυχή μου. Αλλά δεν σκέφτονται ότι μπορεί να εννοώ και χιόνια. Ευτυχώς την τελευταία φορά ήρθε καλός κουρέας και με άφησε να τα κόψω μοϊκάνα. Της αρέσαν έτσι της Βέρας. Μου έλεγε: γιατί δεν τα κάνεις μοϊκάνα; Ορίστε ρε Βέρα, τα έκανα. Κι εσύ πουθενά. Αγαπάω τις νύχτες γιατί οι εφιάλτες διώχνουν τη μοναξιά μου.
*από το βιβλίο "Μεσόγειος" του C. Lupus

Ποίηση: C. Lupus Απαγγελία: Κ.Κ. Prod. by KTKA Ηχογράφηση-Μίξη: σλίτζι


16.6.20

μια συνηθισμένη μέρα στην Αθήνα


Θοδωρή, το λεωφορείο
μας πηγαίνει σα φορείο.

Αντηχεί μες στην Αθήνα
μια τρομπέτα, Τζελσομίνα.

Κι ένα λαούτο από τα πέρα,
γερο-Λαέρτη, στον αέρα.

Τάλα, Χομαγιούν, Βακάρ
και Νικόλα μας, καφάρ.

Ξέρει ο Λατσεζάρ: μεράκ.
Κι ο Μεσίρ από το Ιράκ.
Βίβες! Τσικουδιά κι αράκ.

Δόση ψάχνει ο φτωχο-Τσίου
Αύγουστο στη Βαλτετσίου

κι εξουσία πουλάει μ’ υφάκι
στη γωνιά ρομπότ-Στρουμφάκι.

Άσπρη ρόμπα και μορφίνη
εξαρχειώτη Γκαντολφίνι

κι εκλεγόμενοι Σοπράνος!
Αντί μπάλας, μπατσοκράνος

να κλωτσάνε τα παιδιά μας!
Να το πούμε απ’ την καρδιά μας
στους τρελούς κι αλήτες: γεια μας!


-Ψογκ
(σχέδιο: Ειρήνη)

*Τζελσομίνα: η ηρωίδα της ταινίας “La Strada” (1954) του F. Fellini
*Τάλα, Χομαγιούν, Βακάρ: γνωστοί πρόσφυγες
*Νικόλας: ο Καββαδίας
*καφάρ (γαλ. cafard): θλίψη, μελαγχολία & ποίημα του Καββαδία
*Λατσεζάρ: Βουλγάρικο όνομα
*μεράκ (мepak): “μεράκι” στα βουλγάρικα
*Μεσίρ: Αραβικό όνομα
*αράκ: είδος ρακής τών αραβικών χωρών της Αν. Μεσογείου (Γ. Τράπαλης)
*Τσίου: ο ήρωας της ταινίας “Τσίου” (2005) του Μ. Παπαδημητράτου
*Γκαντολφίνι, Σοπράνος: από τη μαφιόζικη σειρά “The Sopranos”


Υ.Γ.: Από την επετειακή έκδοση για τα 5 χρόνια του σλίτζι "Ό,τι κι αν σημαίνει, το γνήσιο δεν πεθαίνει".

10.6.20

εφιάλτης


απόψε
μόλις η καμπάνα του χωριού σημάνει μεσάνυχτα,
ξόμπλιασε τις λέξεις τούτες
πάνω στο λευκό σου φόρεμα
και ύστερα ψυθίρισέ του ένα φιλί
για να νιώσεις κάθε κλωστή του να σκίζεται με δύναμη
από τα χλωμά χέρια του φεγγαριού.



  
 *από την ποιητική συλλογή "Hex" των Μ. Καλοκαιρινού και Θ. Μελετέα.
  
Ποίηση: Θωμάς Μελετέας
Απαγγελία: Ψογκ
Prod. by ANex BEATS Production
Ηχογράφηση-Μίξη: σλίτζι

16.4.20

μετάφραση από τα ιταλικά: Fabrizio de Andrè - Khorakhanè (Α forza di essere vento)




Στον τελευταίο του δίσκο "Anime Salve", o Fabrizio de Andrè μίλησε για τη μοναξιά. Μια μοναξιά -μοναχικότητα καλύτερα- που βιώνουν όσοι επιλέγουν να "ταξιδεύουν προς μία κατεύθυνση επίμονη και αντίθετη", αντίθετη προς αυτό που η πλειονότητα επιβάλλει. Η μοναχικότητα εδώ είναι πλήρως συνειδητή, είναι επιλογή αποξένωσης από το κοινωνικά "ορθό" εφόσον αυτό δεν τους εκφράζει. Μόνο στην απομόνωση θα καταφέρουν να συνειδητοποιήσουν, να διαμορφώσουν και να εκφράσουν εντέλει το δικό τους σύστημα αξιών, το δικό τους πιστεύω.

Μιλάει όμως και για τη μοναξιά που πηγάζει από την περιθωριοποίηση. Αυτό που υφίστανται όσοι δεν ανταποκρίνονται σε αυτό που η κοινωνία ορίζει ως "κανονικό", λόγω κάποιων έμφυτων χαρακτηριστικών. Έτσι, μια Princesa, που στεγάζει την θηλυκή της ψυχοσύνθεση και αυτοαντίληψη σε ένα αντρικό σώμα, θα αντιμετωπίσει την κοινωνική κατάκριση και την απομόνωση μέχρι το σημείο της ακραίας επίθεσης, της δολοφονίας.

Την ίδια κοινωνική απομόνωση υφίστανται και οι πρωταγωνιστές του τραγουδιού "Khorakhanè" (=οι αναγνώστες του Κορανίου) , τα μέλη, δηλαδή, μιας πολυπληθούς φυλής μουσουλμάνων Ρομά που μετακινήθηκε προς την Ιταλία κατά την περίοδο 1991-1993 στην κορύφωση του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία, με ρίζες από τη Σερβία και το Μαυροβούνιο, ιδίως από την περιοχή του Κοσσυφοπεδίου . Ήδη από τον υπότιτλο του τραγουδιού "A forza di essere vento" (=Η δύναμη του να είσαι άνεμος) θέτει το βασικότερο ίσως χαρακτηριστικό των Ρομά, το γεγονός πως πρόκειται για νομαδικό λαό με το σύνδρομο της "δρομομανίας", όπως ο De Andrè λέει, της συνεχούς μετακίνησης και της άρνησης μόνιμης εγκατάστασης σε έναν τόπο. Πρόκειται για έναν λαό που δεν συγκροτεί ποτέ αυτό που σήμερα ονομάζουμε οργανωμένο κράτος. Οι Ρομά μετακινούνται συνεχώς, ταξιδεύουν χωρίς ποτέ να στεριώνουν σ' ένα σπίτι, ακριβώς σαν τον άνεμο. Η εγκατάστασή τους στα εδάφη των χωρών τα τελευταία χρόνια δεν μπορεί να συγκριθεί με το μακραίωνο ταξίδι τους που έχει διαρκέσει πάνω από 2000 χρόνια, καθώς μαρτυρούνται ήδη από τον Ηρόδοτο ως νομαδικός λαός. Το ταξίδι τους δεν αποβλέπει σε καμιά Ιθάκη, δεν έχει σκοπό, δεν έχει προορισμό, ούτε καν τέλος. "Ταξιδεύουν για την ίδια την ουσία του ταξιδιού" κουβαλώντας μαζί τους όχι χρήματα, αλλά πολύτιμα αντικείμενα, "ένα διαμάντι κρυμμένο στο ψωμί". Γι’ αυτό άλλωστε, όποια κλοπή διαπράττουν αφορά τον χρυσό ή οποιοδήποτε άλλο, πολύτιμο ἠ μη, μέταλλο, καθώς η πώληση και η επεξεργασία μετάλλων αποτελεί το συνηθέστερο επάγγελμα των Ρομά. Σπάνια θα κλέψουν χρήματα, εφόσον στον πολιτισμό τους αντιμετωπίζονται ως πηγή κακού. Ο ίδιος ο Fabrizio παραδέχεται, χωρίς βέβαια να το επικροτεί, πως η κλοπή είναι μεν συνήθης πρακτική του λαού, αλλά ποτέ δεν έχουν διαπράξει κλοπή μέσω του τραπεζικού συστήματος, υπαινισσόμενος τους εμπλεκόμενους σε μεγάλα οικονομικά σκάνδαλα που ως επί το πλείστον ανήκουν στην παγκόσμια πολιτική και οικονομική ελίτ.

Πρόκειται για έναν λαό χωρίς συγκεκριμένη θρησκεία, που δεν διστάζει να πάρει στοιχεία από τον πολιτισμό της χώρας την οποία διαβαίνει, και του οποίου τα παιδιά "φέρουν το όνομα όλων των βαπτισμένων και το κάθε όνομα είναι σφραγίδα από μία άδεια εισόδου". Οι Ρομά διασώζουν την αρχέγονη σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο του οποίου "το βιβλίο μπορούν να διαβάσουν ενώ οι λέξεις ιριδίζουν" στο χαρτί, εφόσον δεν υπάρχει στη σκέψη τους η συμβατική άποψη για την παιδεία και την εκπαίδευση, με πρώτο βήμα την ανάγνωση και τη γραφή. Διαβάζουν, όμως, μέσα από μονοπάτια της παλάμης τα μυστικά του ριζικού, το βέβαιο μέλλον. Αντίθετα η έννοια του ιστορικού παρελθόντος, της μνήμης δεν υφίσταται για τους Ρομά, ο άνεμος που τους συνοδεύει τη διασπά και τη διασπείρει, και όπως ο Fabrizio λέει, δεν θα τους ακούσεις να μιλούν για τη μαζική εξόντωσή τους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου τουλάχιστον μισό εκατομμύριο άνθρωποι αφανίστηκαν, ή την καταδίωξη και τον εκτοπισμό τους κατά τον πόλεμο στην Γικουγκοσλαβία. Φυσικά ούτε τα οργανωμένα δυτικά κράτη θα μιλήσουν για αυτούς καθώς η Ιστορία γράφεται για να υπηρετήσει αυτούς που τη γράφουν και αποκλείει από τις σελίδες της αλλά και από το οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό παρόν τους λαούς που επιλέγοντας το ταξίδι κουβαλούν στην πλάτη τους μόνο πολιτισμό, όχι συγκεκριμένη εδαφική έκταση, και σίγουρα ποτέ όπλα, ούτε τη θέληση να υποτάξουν. Γι' αυτό και "είναι ο μοναδικός λαός που αξίζει το Νόμπελ Ειρήνης". Γι' αυτό πριν ο τραγουδοποιός δώσει τον λόγο στους ίδιους, διακηρύσσει πως κανείς δεν έχει το δικαίωμα να κρίνει τα παιδιά του ανέμου, ούτε για τις μικρές νυφούλες, ούτε για την επαιτεία μέσω της οποίας διεκδικούν την επιβίωσή τους, ούτε για την άγνωστη στον πολιτισμό της δύσης επιθυμία και ανάγκη του ταξιδιού χωρίς προορισμό. Τον τελευταίο λόγο θα τον δώσει στον Ρομά ποιητή Giorgio Bezzecchi που θα ονειρευτεί ένα καινούργιο ταξίδι μέσα από τη θάλασσα και τη φωτιά, που θα τον κάνει να αναζητήσει το πραγματικό του σπίτι, τον άνεμο, και να πετάξει μαζί με τα υπόλοιπα πουλιά, ελεύθερος στα χέρια του ανέμου.

Η ίδια ελευθερία που οι Ρομά ακολουθούν με το ταξίδι τους, αγγίζει και τους πρωταγωνιστές των υπόλοιπων τραγουδιών του δίσκου: την Princesa, την ερωτευμένη μεχρι σημείου τρέλας Dolcenera, αυτόν που πεισματικά ταξιδεύει προς την αντίθετη κατεύθυνση, το λευκό περιστέρι που πέταξε από το παράθυρο, τη Νίνα που πέταξε μασώντας μέλι και κερί, όλες τις ταραγμένες ψυχές που είναι πλέον ασφαλείς. Πώς; Απαρνούμενες κάτι που δεν τις εκφράζει και καταφεύγοντας στην απομόνωση, διαφυλάσσουν τη μοναδικότητά τους, "το δικαίωμα", όπως το λέει, "να ομοιάζουν με τον εαυτό τους". Και η προάσπιση της μοναδικότητας είναι ο μοναδικός δρόμος προς την ελευθερία.

-----------------------

Khorakhanè (Α forza di essere vento)

Khorakhanè (Η δύναμη του να είσαι άνεμος)  


Il cuore rallenta la testa cammina
In quel pozzo di piscio e cemento
A quel campo strappato dal vento
A forza di essere vento

Η καρδιά αγκομαχά και ο νους ταξιδεύει
μέσα σ' αυτό το πηγάδι από κάτουρο και τσιμέντο
μέσα σ' αυτόν τον καταυλισμό, τον ξεσκισμένο από τον άνεμο
που αναγκαστικά γίνεται άνεμος

Porto il nome di tutti i battesimi
Ogni nome il sigillo di un lasciapassare
Per un guado una terra una nuvola un canto
Un diamante nascosto nel pane

Φέρω το όνομα όλων των βαφτισμένων
κάθε όνομα (είναι) μια σφραγίδα από μια άδεια εισόδου
για ένα πέρασμα, μια χώρα, ένα σύννεφο, ένα τραγούδι,
ένα διαμάντι κρυμμένο μέσα στο ψωμί

Per un solo dolcissimo umore del sangue
Per la stessa ragione del viaggio viaggiare
Il cuore rallenta e la testa cammina
In un buio di giostre in disuso

Για μία και μόνη γλυκύτατη αίσθηση μες στο αίμα
Για την ίδια την ουσία του ταξιδιού, να ταξιδεύεις
Η καρδιά αγκομαχά και ο νους ταξιδεύει
γύρω από ένα σκοτεινό, παρατημένο γύρω-γύρω-όλοι

Qualche rom si è fermato italiano
Come un rame a imbrunire su un muro
Saper leggere il libro del mondo
Con parole cangianti e nessuna scrittura

Μερικοί Ρομά κατέληξαν ως Ιταλοί
σαν τον χαλκό που σκουριάζει στο τοίχο
Να ξέρεις να διαβάζεις το βιβλίο του κόσμου
χωρίς καθόλου γραφή, με τις λέξεις να τρεμοπαίζουν

Nei sentieri costretti in un palmo di mano
I segreti che fanno paura
Finché un uomo ti incontra e non si riconosce
E ogni terra si accende e si arrende la pace

ανάμεσα στα στενά μονοπάτια της παλάμης ενός χεριού
τα μυστικά που προκαλούν τρόμο
μέχρι ενας άνθρωπος να σε συναντήσει και να μην μπορεί να αναγνωρίσει πια τον εαυτό του
και η κάθε χώρα να παίρνει φωτιά και να παραδίδεται η ειρήνη.

I figli cadevano dal calendario
Yugoslavia Polonia Ungheria
I soldati prendevano tutti
E tutti buttavano via

Τα παιδιά έπεφταν από το καλεντάρι
Γιουγκοσλαβία, Πολωνία, Ουγγαρία
οι στρατιώτες τούς μάζευαν όλους
και τους πετούσαν όλους μακριά

E poi Mirka a San Giorgio di maggio
Tra le fiamme dei fiori a ridere a bere
E un sollievo di lacrime a invadere gli occhi
E dagli occhi cadere

Και μετά η Μίρκα τον Μάιο, του Αγίου Γεωργίου
ανάμεσα στα φλογισμένα λουλούδια, να πίνει και να γελάει
και μια ανακούφιση με τη μορφή δακρύων να πλημμυρίζει τα μάτια
κι απ'τα μάτια να κυλά

Ora alzatevi spose bambine
Che è venuto il tempo di andare
Con le vene celesti dei polsi
Anche oggi si va a caritare

Σηκωθείτε τώρα μικρές νυφούλες,
γιατί ήρθε η ώρα να φύγετε
με τις γαλάζιες φλέβες στους καρπούς σας
ακόμα και σήμερα πρέπει να ζητιανέψετε

E se questo vuol dire rubare
Questo filo di pane tra miseria e sfortuna
Allo specchio di questa kampina
Ai miei occhi limpidi come un addio

Κι αν αυτό κάποιοι το ονομάζουν "κλοπή"
αυτό το λιγοστό ψωμί, κάτι μεταξύ μιζέριας και τύχης
μέσα στον καθρέφτη αυτού του τσαντιριού
μέσα στα υγρά μάτια μου, σαν ένα "αντίο"

Lo può dire soltanto chi sa di raccogliere in bocca
Il punto di vista di Dio

έχει το δικαίωμα να το ονομάσει έτσι
μόνο όποιος στο στόμα του κατέχει την άποψη του θεού.

Cvava sero po tute
I kerava
Jek sano ot mori
I taha jek jak kon kasta

«Θ' ακουμπήσω το κεφάλι στον ώμο σου
ένα θαλασσινό όνειρο απόψε να δω
κι αύριο μια φωτιά με ξύλα
μεχρι που ο γαλανός αέρας
να γίνει το σπίτι μου».

Vasu ti baro nebo
Avi ker
Kon ovla so mutavia
Kon ovla
Ovla kon ascovi
Me gava palan ladi
Me gava
Palan bura ot croiuti

«Kαι ποιος θα το διηγηθεί
ποιος θα είναι;
Θα είναι όποιος μείνει πίσω
εγώ θ’ ακολουθήσω αυτήν την αποδημία
θ' ακολουθήσω
αυτά τα φτερωτά κύματα».

-Ελίσια

4.2.20

τα λυμένα μου κορδόνια


Τα παπούτσια μου, καλοκαιρινά και χειμωνιάτικα, πάντα με κορδόνια λυμένα.
''Θα τα πατήσεις και θα πέσεις'' μου φωνάζαν μικροί μεγάλοι.
''Θα τα λερώσεις, θα τα ξεφτίσεις''.
''Τα παπούσια σου θα φαίνονται βρώμικα''.
Δεν κατάλαβαν ποτέ.
Δεν είναι θέμα άνεσης μαμά, Δεν είναι θέμα αντίδρασης παππού.
Δεν είναι η μόδα, μπαμπά.
Είναι λυμένα, γιατί οι κόμποι με τρομάζουν, μου θυμίζουν αυτό το σφίξιμο στο στομάχι, της ενοχής.
Είναι λυμένα, γιατί μου θυμίζουν την ζωή.
Καθαρά κορδόνια, καινούρια κορδόνια,  καθαρή ζωή αμόλυντη, με το πέρασμα του χρόνου λερωμένη, στιγματισμένη, ένας χάρτης με μουτζούρες. Τα κορδόνια μου με ακολουθούν, ζουν όσα ζω, περνάνε απ' όπου περνώ.
Λερωμένα στην εξώπορτα τα κοιτώ και μου θυμίζουν τους δρόμους που περπάτησα, με δένουν με αναμνήσεις χωρίς να είναι δεμένα τα ίδια.
Τα λυμένα μου κορδόνια, είναι όμορφα κι ας είναι λερωμένα.
Κι αν τα πατήσω και πέσω, θα σηκωθώ, δεν θα κλάψουν που τα πάτησα, ούτε εγώ που έπεσα, θα σηκωθώ αμέσως και θα συνεχίσω να περπατώ και εκείνα να σέρνονται στον δρόμο, ήσυχα, πιστοί συνοδοιπόροι.
Όταν ξεφτίσουν, δεν θα λυπάμαι, ήταν άξιοι φίλοι.
Ξέρετε, αλήθεια λέω ότι ήταν άξιοι φίλοι, όταν κανείς δεν έπαιζε μαζί μου, εκείνα ήταν πάντα εκεί να μου κρατούν παρέα πάνω στο παγκάκι, τρελαίνοντας τα με τα δαχτυλά μου. Ακόμη και στην τάξη τότε, που δεν είχα διαβάσει, εκείνα δεν με μάλωσαν, ούτε γέλασαν ποτέ.
Τα λυμένα μου κορδόνια, με κάναν ατρόμητη, δεν ξεγλύστρησαν όταν φοβήθηκα.


My shoe laces are (NOT) tied, and I know how far I can run not to stumble
My shoe laces are (NOT) tied, my cap fits on my head
My shoe laces are (NOT) tied, and I know how far I can run not to stumble
My shoe laces are(NOT) tied, and my cap fits so well

(beng beng cocktail, My shoe laces)

-Ευθυμία-Ειρήνη Λαζαρίδου
Υ.Γ.: Μας στάλθηκε από το μπλογκ: Torat Namow

12.12.19

μπουγάδα


όλο μαζεύει το σκοινί μέσα στα χέρια μου
κι οι κεραίες ξεμακραίνουν μέχρι που τρυπούν τα σύννεφα
έχω απλώσει ένα μπουφάν, τρία μαγιό
μια αλληγορία και τα κόμπλεξ μου
αφού τρώγομαι στα ρούχα μου όταν ξεμένω από ανθρώπους
ή από νύχια

αράζω τώρα τελευταία μόνο με ηλιακούς
άντε και πιάτα νόβα αν έρθω μες στα κέφια μου
καλά παιδιά, λίγο μαλάκες, μα η θέα είναι θέα όπως και να 'χει
δυο ματιές και λες μωρέ ποιος τη γαμάει τη ναυτία
άμα τρως εδώ τις ώρες σου αγνοώντας πια το χάος
ή τα χάλια σου;

δύο, τρεις γύρους γύρω γύρω από τα κάγκελα
κοιτώ στις τσέπες μέσα μπας και μου 'πεσε το θάρρος
οι απέναντι κοιτούν απ' τις κουρτίνες και γελούν
ίσως σαρδόνια, ίσως όχι, όχι ότι παίρνω κι όρκο
θάρρος γιοκ- μόνο ψιλά, δυο μανταλάκια και αφορμές
ή μάλλον τύψεις

από την άλλη τα ρολά κρύβουν πια τα χα χα χα
μα λίγο που με κόφτει πια, βουτάω μια αντένα για ακόντιο
κι από κάτω οι ρωσοπόντιοι- σαν ακορντεόν- με βρίζουν
ή που γέμισε η τηλεόραση για μια στιγμή με στάτικ
ή που μ' είδανε κι αυτοί να τρώω τα μούτρα μου
έξι ορόφους κάτω μπρούμυτα με τα χέρια μου θαμμένα μες στις τσέπες

-Κόμμον Άλεξ

Υ.Γ.: Το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στο Μαμπέτι #7.
Υ.Γ.2: Το μπλογκ του Κόμμον Άλεξ: Atenas

16.8.19

χρώματα

Οι αλήτες στη ζωή
δεν ξαπλώνουν ποτέ
και ούτε περπατάνε
τρέχουν
η εισπνοή τους καυσαέριο
κι η εκπνοή τους χρώματα
δέκα ζωές σε μια μέρα
το κορίτσι που ανασταίνει τους λύκους
δεν φοβούνται το γκρίζο
γιατί η καρδιά τους είναι μαύρη
σα τη σημαία που κρατάνε στην πρώτη γραμμή.

Όλα
για δυο λόγους γίνονται
για την περηφάνεια
για τη μαγεία.
Κι ο πιο σίγουρος δρόμος για το Χρώμα
είναι η επιμονή στο ατόφιο μαύρο.


-C. Lupus

23.7.19

ερημοκλήσια

Θυμάστε, αράζαμε και δε μιλούσαμε
κι ήταν του σουβλατζίδικου το νερωμένο,
το σάπιο, το φτηνό κρασί όρκος σιωπής,
προσκυνητάρι, εικόνισμα, λάδι αγιασμένο-
μπρος στο σταμάτημα του χρόνου τι να πεις;
Τα λόγια τι ν’ αξίζουν μπρος στο τσούγκρισμα;

Θυμάστε, σε ποια θεία να προσκυνούσαμε
να βάλουμε στης σκέψης τ’ άλογο καπίστρι
και στον ξιφία της μοναξιάς του διπλανού
του κυρ Σαντιάγο να πετάξουμε το αγκίστρι,
να κάνουμε τον φάλτσο τζίτζικα του νου
νυχτοτριζόνι και γλυκό νανούρισμα…

Θυμάστε, δε μας ένοιαζαν χρήματα κι ώρα:
θάψαμε τα ρολόγια μας στη Μεσογείων
κι εν πλω: «Το να χαρίζεις είναι», είπες, «παλιά
παλιά και ξεχασμένη πράξη των αγίων!
Κι είναι το τσούγκρισμα ισάξιο μ’ αγκαλιά!
Κι είναι η αγκαλιά ισάξια με κοσμογονία!»

Λοιπόν, αδέλφια μου, μη με ξεχνάτε τώρα
που είν’ το ποτήρι του ακριβού κρασιού μονάχο
κι είναι σβησμένα στο ξωκλήσι τα κεριά
ξωκλήσια που ‘γιναν οι φίλοι μας στο βράχο
και βίρα η μνήμη, σκούνα, σάλπαρε μακριά
κι έχει ραγίσει ο άθεος κόσμος στη γωνία…


-Ψογκ

*δημοσιεύτηκε στο Μαμπέτι #6

13.5.19

Sandman

Καριόλη Sandman.
Είδες εμένα να έρχομαι στο κρεβάτι σου,
να ανοίγω το κεφάλι σου στα δύο,
να ψαχουλεύω με τα βρωμόχερά μου κάθε ανάμνηση που είχες ποτέ
-ακόμα κι αυτές που δε θυμάσαι πια-,
να φτάνω στο σκοτεινότερο υπόγειο του μυαλού σου,
σ’ εκείνο το μικρό κουτί με την ταινία σήμανσης:
«ΠΡΟΣΟΧΗ: ΕΥΘΡΑΥΣΤΟ! ΜΗΝ ΑΚΟΥΜΠΑΤΕ!»,
-να τη γράφω στ’ αρχίδια μου-,
να το ανοίγω,
να καβατζώνω τις βαθύτερες επιθυμίες σου και τις σημαντικότερες εμπειρίες που δεν        έζησες ποτέ,
και, χαϊδεύοντας τα μαλλιά σου χαιρέκακα,
να στις κάνω όλες πραγματικότητα;
Δε με είδες.
Καριόλη. Ε καριόλη.


-Ψογκ

Υ.Γ.1: Ο Sandman είναι ο μυθικός, φολκλορικός άρχοντας των ονείρων, κατά τις ευρωπαϊκές παραδόσεις.

Υ.Γ.2: Το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στο τελευταίο Μαμπέτι (#6)