Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιήματα (?). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιήματα (?). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

18.12.20

Τ. Λειβαδίτης - Οι Τελευταίοι (video clip)

 

Σχεδόν 1 χρόνο μετά την ηχογράφηση της συλλογής "Τα Αντικλείδια" του Γ. Παυλόπουλου, η Ομάδα Ηχογραφήσεων του σλίτζι ανακοινώνει την κυκλοφορία της επόμενης ηχογραφημένης ποιητικής συλλογής. Πρόκειται για τους "Τελευταίους" (1966) του Τάσου Λειβαδίτη. 

Ένα ενιαίο έργο, το οποίο έχουμε χωρίσει σε 12 μέρη, σε απαγγελίες της Ελίσιας, του Κ.Κ., του Ψογκ και της Maboured ντυμένες με ρεμίξ κλασικής μουσικής. 

Η συλλογή θα δημοσιευτεί μέσα στις επόμενες μέρες.

Για τώρα, παρουσιάζουμε το βίντεο κλιπ που γυρίσαμε για ένα από τα 12 κομμάτια, με τα λίγα μέσα που διαθέταμε στα πλαίσια του δεύτερου lockdown. 

Καλή θέαση/ακρόαση.

Ποίηση: Τάσος Λειβαδίτης 
Απαγγελία: Ψογκ, Ελίσια, Κ.Κ.
Μουσική: "Moonlight Sonata" remix by Solarfist
Ηχογράφηση-Μίξη: σλίτζι
Βίντεο (κάμερα-μοντάζ): Ψογκ
Συμμετέχουν: Δέρμι, Αγγέλας

*Δε μας ανήκουν τα πνευματικά δικαιώματα κειμένων και μουσικής. Οι ηχογραφήσεις δεν έγιναν για κερδοσκοπικούς λόγους.


13.11.20

Blanche

 


 Τη Blanche τη γνώρισα στο Amsterdam, τότε που δούλευα στο εργοστάσιο. Την είδα σ’ ένα υπόγειο πρώτη φορά, ήτανε κάτι Τούρκοι μαζεμένοι, οι πιο πολλοί δηλαδή ήτανε Τούρκοι, είχε κι άλλους, Έλληνες, Ιρανούς, λίγους μαύρους, τελοσπάντων, σε ένα υπόγειο ήτανε όλοι αυτοί και παίζανε μουσική ελεύθερα. Παίζανε ας πούμε ό,τι να ‘ναι ο καθένας, ό,τι του ‘ρχότανε, και έβγαινε μουσική κανονική. Τύμπανο είχανε, κιθάρα, ντέφι, κι άλλα που δεν τα ξέρω, άλλα τα φύσαγες, άλλα τα βάραγες• εγώ μουσικές δεν ήξερα τίποτε σχεδόν. Μες στους καπνούς, τσιγάρα άφιλτρα όλοι, πού να ξέραμε, κρασιά, πρέζα πολλή, σου λέω τότε δεν τα ξέραμε πόσο μας σκοτώνανε, ήταν παλιά. Κι ήμασταν εκεί, ξέρεις, όπως σου περιγράφω, πες κάπου δύο το πρωί, την άλλη μέρα πιάναμε δουλειά στις έξι, σηκώνεται η Blanche, δεν την ήξερα εγώ τότε, και πάει και κάθεται σ΄ ένα άδειο σκαμπό που ‘χανε δίπλα στους μουσικούς. Αρχίζει και τραγουδάει. Είκοσι χρονών κοπέλα, τα μαλλιά της φτάναν ως κάτω στη μέση, μαύρη φούστα φαρδιά, ξυπόλητη, στενό μπλουζάκι κι η κοιλιά της έξω, μ’ ένα σκουλαρίκι κρεμαστό στον αφαλό. Η φωνή της σε μάγευε, ήταν τα χρώματα όλα, σαν να την έφερε ο Θεός εκεί να τραγουδήσει για μας, να πάρουμε κουράγιο να ‘χουμε για μια ζωή. Έλεγε ό,τι της ερχόταν, δεν καταλάβαινα τίποτα, αλλά δεν είχε σημασία, γιατί τα καταλάβαινα όλα, ακριβώς όλα. Πήγα της μίλησα, μου λέει «Blanche», είχε χίλια δαχτυλίδια. Είχε έρθει στο Amsterdam γιατί τη διώξανε απ’ το Λίβανο, δυο χρόνια μείναμε μαζί στο δωμάτιό μου, κάθε νύχτα γυρνάγαμε την πόλη, κάθε στενό, πώς να σου λέω. Όταν ήταν να γυρίσω Ελλάδα, αυτή έκλαιγε για πέντε ώρες. Καθόλου ψέματα, πέντε ώρες ήτανε, στη σειρά, είκοσι χρονών κοπέλα, αλλά εγώ έπρεπε να γυρίσω, το ΄χα πει, δεν μ’ άρεσε εκεί. Την άφησα τη Blanche και ήρθα, ταξίδι ατέλειωτο με το τρένο, ξέρναγα κάθε βράδυ, όλοι βρωμούσαμε. Την έχω δει δυο φορές από τότε, λίγες κουβέντες, λίγα δάκρυα, λίγα φιλιά στο μάγουλο –μόνο τη Blanche φιλάω στο μάγουλο.

*από το βιβλίο "Μεσόγειος" του C. Lupus

Κείμενο: C. Lupus
Απαγγελία: Κ.Κ.
Ηχητικό: από τη "Βάρδια" του Ν. Καββαδία
Prod. by: Hanto
Ηχογράφηση-Μίξη: σλίτζι

3.10.20

σφιγμένα χείλη

 

Σαν πρώην που σ’ έγραψε στ’ αρχίδια της, κοιτάς τον χρόνο
και σαν, απ’ το περβάζι, αέρα που λυσσομανά.
Μες στα σφιγμένα χείλη σου, κλαψομουνιάζεις: «Κρυώνω».
Κανείς ποτέ δε σ’ άκουσε -κι εσύ ξανά μανά.

Πάντα σου φώναζε ο καιρός: «Γδύσου αν τολμάς! Ματώσου!»
Εσύ κουβέρτες έψαχνες, μπας κι απ’ τη ζωή κρυφτείς.
Φλώρε! Ποτέ δεν τόλμησες να μάθεις τον εαυτό σου.
Βολεύτηκες στις απαντήσεις μιας ματιάς κλεφτής.

Νιώθεις και, πόρνη αχόρταγη, τη μοναξιά να γλείφει.
Κι αράζεις μες στο στήθος της, το κρύο και μαλακό.
Η Πόρνη η  π ρ ο α ι ώ ν ι α. Τα βέρια με τη λήθη.
Η Πόρνη που ‘χεις για μαμά και φίλο καρδιακό.

Κι η ζωή, φασέα καγκούρισα σε GLX παπάκι,
κι ο κόσμος να σε προσπερνά, να τρως τη σκόνη του.
Σα στάσεις του μετρό περνούν οι μέρες σου, ανθρωπάκι,
εσύ που ξέμεινες ενός σταθμού σου ακλόνητου.

Και μες στην ανουσιότητα του δρόμου σου του τόσου,
που σε μπανίζει το Κενό κι ο Κόσμος δε σου αρκεί,
Φλώρε! Ποτέ δεν τόλμησες να αρέσεις στον εαυτό σου!
Βολεύτηκες στο κλαψομούνιασμά σου το γλυκύ.

Ομίχλη. 2021.


Ποίηση - Απαγγελία: Ψογκ
Prod. by Anabolic Beatz
Ηχογράφηση-Μίξη: σλίτζι

16.6.20

μια συνηθισμένη μέρα στην Αθήνα


Θοδωρή, το λεωφορείο
μας πηγαίνει σα φορείο.

Αντηχεί μες στην Αθήνα
μια τρομπέτα, Τζελσομίνα.

Κι ένα λαούτο από τα πέρα,
γερο-Λαέρτη, στον αέρα.

Τάλα, Χομαγιούν, Βακάρ
και Νικόλα μας, καφάρ.

Ξέρει ο Λατσεζάρ: μεράκ.
Κι ο Μεσίρ από το Ιράκ.
Βίβες! Τσικουδιά κι αράκ.

Δόση ψάχνει ο φτωχο-Τσίου
Αύγουστο στη Βαλτετσίου

κι εξουσία πουλάει μ’ υφάκι
στη γωνιά ρομπότ-Στρουμφάκι.

Άσπρη ρόμπα και μορφίνη
εξαρχειώτη Γκαντολφίνι

κι εκλεγόμενοι Σοπράνος!
Αντί μπάλας, μπατσοκράνος

να κλωτσάνε τα παιδιά μας!
Να το πούμε απ’ την καρδιά μας
στους τρελούς κι αλήτες: γεια μας!


-Ψογκ
(σχέδιο: Ειρήνη)

*Τζελσομίνα: η ηρωίδα της ταινίας “La Strada” (1954) του F. Fellini
*Τάλα, Χομαγιούν, Βακάρ: γνωστοί πρόσφυγες
*Νικόλας: ο Καββαδίας
*καφάρ (γαλ. cafard): θλίψη, μελαγχολία & ποίημα του Καββαδία
*Λατσεζάρ: Βουλγάρικο όνομα
*μεράκ (мepak): “μεράκι” στα βουλγάρικα
*Μεσίρ: Αραβικό όνομα
*αράκ: είδος ρακής τών αραβικών χωρών της Αν. Μεσογείου (Γ. Τράπαλης)
*Τσίου: ο ήρωας της ταινίας “Τσίου” (2005) του Μ. Παπαδημητράτου
*Γκαντολφίνι, Σοπράνος: από τη μαφιόζικη σειρά “The Sopranos”


Υ.Γ.: Από την επετειακή έκδοση για τα 5 χρόνια του σλίτζι "Ό,τι κι αν σημαίνει, το γνήσιο δεν πεθαίνει".

13.5.19

Sandman

Καριόλη Sandman.
Είδες εμένα να έρχομαι στο κρεβάτι σου,
να ανοίγω το κεφάλι σου στα δύο,
να ψαχουλεύω με τα βρωμόχερά μου κάθε ανάμνηση που είχες ποτέ
-ακόμα κι αυτές που δε θυμάσαι πια-,
να φτάνω στο σκοτεινότερο υπόγειο του μυαλού σου,
σ’ εκείνο το μικρό κουτί με την ταινία σήμανσης:
«ΠΡΟΣΟΧΗ: ΕΥΘΡΑΥΣΤΟ! ΜΗΝ ΑΚΟΥΜΠΑΤΕ!»,
-να τη γράφω στ’ αρχίδια μου-,
να το ανοίγω,
να καβατζώνω τις βαθύτερες επιθυμίες σου και τις σημαντικότερες εμπειρίες που δεν        έζησες ποτέ,
και, χαϊδεύοντας τα μαλλιά σου χαιρέκακα,
να στις κάνω όλες πραγματικότητα;
Δε με είδες.
Καριόλη. Ε καριόλη.


-Ψογκ

Υ.Γ.1: Ο Sandman είναι ο μυθικός, φολκλορικός άρχοντας των ονείρων, κατά τις ευρωπαϊκές παραδόσεις.

Υ.Γ.2: Το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στο τελευταίο Μαμπέτι (#6)

7.4.19

Ροδόπη (Playlist & ποίημα)



Της Ροδόπης η πλαγιά είναι πάντοτε ανθισμένη
γιατί σπόρο έχει νεαρή κοπελιά στη γη θαμμένη.

Στης Ροδόπης τις πηγές, κόκκινο νερό αναβλύζει.
Τούρκοι, Βούλγαροι, Γραικοί, το βουνό δεν ξεχωρίζει.

Στης Ροδόπης τους γκρεμούς, τώρα αιώνες μια μητέρα
το λεβέντη της θρηνεί, κι η καλή του για μια μέρα.

Στης Ροδόπης τις σπηλιές, για μια προβατίνα κλαίει
ο βοσκός και στο καβάλ την κρυφή αμαρτία του λέει.

Της Ροδόπης οι καημοί θρόισμα της ερυθρελάτης
και Πομακικός σκοπός, στον ντουνιά λαθρεπιβάτης.

Της Ροδόπης η κορφή σ’ έναν μουσικό ανήκει.
«Αχ Ρουφίνκα, Πέτκο αχ, αχ Ρογκούσα, αχ Ευρυδίκη!»

Της Ροδόπης ο άνεμος σαν τον άσκαυλο σφυρίζει
και περήφανα μεμιάς, κάθε σύνορο γκρεμίζει.

-Ψογκ


Υ.Γ.1: Το ποίημα είναι μερικώς εμπνευσμένο από τα Βουλγάρικα παραδοσιακά τραγούδια της πλέιλιστ.
Υ.Γ.2: Όλες οι πλέιλιστ του σλίτζι εδώ.
Υ.Γ.3: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Μαμπέτι #5.

18.2.19

-χωρίς τίτλο-

Προλαβαίνουμε
Προλαβαίνουμε, φώναζε -σχεδόν ως τρελός
καθώς έτρεχε
για να προλάβει το τρένο
για τον επόμενο αιώνα.

Ο δύστυχος
ποτέ δεν είδε
πως το ρολόι
δε λειτουργούσε
Σταματημένο τα
τελευταία 99 χρόνια
(πειραγμένο από μέσα).

Ποτέ δεν κοιμήθηκε
σκεπασμένος με τεράστια
τσιμεντένια σεντόνια,
αυτά που κρέμονται απλωμένα
στις μπουγάδες των ταρατσών
δίπλα απ' τα ρούχα
όχι της δουλειάς ή της βόλτας
της επιβίωσης.

Δεν έχει δει πόσο
ψεύτικα χαμογελούν οι άγιοι στις εκκλησίες
και πόσο λογικοί είναι
οι τρελοί αυτής της πόλης
όσο για τους αλήτες
κρυμμένοι πίσω από μεγάλες διάφανες τζαμαρίες
"προς πώληση", η επιγραφή.

Επιτέλους, δε γνωρίζει
πώς είναι να μην κοιμάσαι
αιώνια υπερδιεγερμένος
σημαδεύοντας την τύχη
με αέρα, δάκρυα, βρισιές.

Λίγο ανησύχησε
και
ψάχνει το νέο
αιώνα.

-Κ.Κ.

(το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στο Μαμπέτι #2)

13.11.18

τελεία

Η ομορφιά στο νερό είναι όταν φεύγει απ’ τη χούφτα
στο χώμα όταν πατήσεις στο πλοίο
στον ήλιο την ώρα που δύει
και στις ματιές σαν τις παίρνει το τραίνο

Συμπέρασμα εδώ δεν υπάρχει
-μόνο στιγμές-
το ποίημα συνεχίζεται για πάντα
γι’ αυτό δε θα βρεις ομορφιά εδώ

-Ψογκ 

(το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στο Μαμπέτι #3)

13.7.18

ελιές, αμπέλια και καράβια

Σου τα ‘χαν πει τ’ αφρόψαρα για του Αίολου το διάβα,
θαλασσοπούλι ορφανό, με μάνα την αλμύρα
«Ξερό κεφάλι ο καιρός και πεισματάρα η μοίρα»
Κι απ’ τον Πειραιά ξεκίνησες και βγήκες στο Μολδάβα

Σε γέφυρα του Τάμεση πίνεις φτηνό μηλίτη
και σλιβοβίτσα τσέχικη κάτω από του Καρόλου
και πριν χαθείς ταξιδευτή μες στο πετσί του ρόλου
Na zdravi και μουρμούρισες απόφθεγμα του Ελύτη

Στάζουν τα καραβόσκοινα όλο σκουριά κι αλάτι
Μα είναι πικρή στο ράμφος σου η γλύκα η ποταμίσια
Κι αν ίδια γεύση έχουν παντού τα βραδινά μεθύσια
Δεν έχετε άγκυρα, ζωή και χρόνε κωπηλάτη!

Ούτε σε ρώτησ’ ο άνεμος αν θέλεις καλοκαίρι
ούτε στο χώμα κοίταξε τις ρίζες σου από ξύλο
μονάχα σ’ είδε στα κλαδιά κιτρινισμένο φύλλο
κι έτσ’ οι εποχές σε τράβηξαν με βία από το χέρι

Σαν ποταμόπλοιο ζεις, λοιπόν, σε μπόρες και σε χιόνια
και του πελάγου το άνοιγμα μες στα όνειρά σου σκιάχτρο
πια δεν κοιτάς πριν κοιμηθείς προς το βορρά για το άστρο
μ’ αν τα ‘χεις τσούξει το ρωτάς: «Πώς πέρασαν τα χρόνια;»
-Ψογκ

Υ.Γ.1: Na zdravi = "Στην υγειά μας" στα Τσέχικα.
Υ.Γ.2: Το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στο Μαμπέτι #2

20.5.18

τικ τοκ


Τικ.

Και περπατάμε.
Πάνω απ’ τα κύματα,
τους πεινασμένους καρχαρίες
και τις γυμνόστηθες γοργόνες,
οι πειρατές μάς ανέβασαν στη σανίδα-
και περπατάμε.
Αναζητούμε την άκρη της
και το πλοίο πίσω μας έχει χαθεί
Και περπατάμε.
Το να νιώθεις το ξύλο
να ταλαντεύεται κάτω από τα πόδια σου
είναι η μόνη ένδειξη ότι ζεις ακόμα.
Και-
Να
Φτάνουμε στο τέλος της
Έχει βραδιάσει
Και η μυτερή άκρη της
να δείχνει προς ένα πελώριο
‘12’.

Τοκ.

-Ψογκ

23.4.18

μιας νύχτας

Μιας νύχτας την ψιλή βροχή / στη μέση του Ιουλίου
και μια θαλασσοταραχή / στη διαδρομή του πλοίου

Μιας νύχτας ένα χτύπημα / κι απόηχο στην πόρτα
της ησυχίας το τρύπημα / και πατημένα χόρτα

Μιας νύχτας, κάποιας Κυριακής / λίγο κακό χασίσι
την κάψα μιας φτηνής ρακής / μιας νύχτας το γαμήσι

Όσο για τούτα προσκυνώ / ολονυχτίς στη ζάλη
και στου τσιγάρου τον καπνό / νά σου, χαράζει πάλι.

-Ψογκ

Υ.Γ.: Γραμμένο στη Μεσογείων, κατά την επιστροφή σπίτι με τα πόδια (έχοντας χάσει το μετρό) κάποια νύχτα του Σεπτεμβρίου 2016.

7.10.17

ματωμένα γόνατα


το διαλυμένο γόνατο του R. Baggio πριν το τελευταίο του παιχνίδι


Αρχές του 2000, πρώτες καρτές Panini
Με το ‘4’ στην πλάτη, Paolo Maldini
Πίσω από την επίθεση είχε το Rui Costa
Ό,τι έχεις από Milan όλα σε μένα δώσ’ τα

Βάλε Pavel Nedved, να 'χεις ήσυχο κέντρο
Το ‘να δοκάρι τσάντα και τ’ άλλο ένα δέντρο
Το φαινόμενο ο Ronaldo από μάγο Βραζιλιάνο
Δύο γκολ με Γερμανία και την κούπα απολαμβάνω

Τέλικος Champions League κι ο Ronaldinho χαλαρά
Γιατί ακριβώς το πίστευε: η μπάλα είναι χαρά
Στην κερκίδα απ’ τα κορίτσια θες δυνατή φωνή
Arsenal, Dennis Bergkamp, Pires, Thierry Henry

Τιμή για τον Inzaghi, ένας ήρεμος εργάτης
Και στον Roberto Baggio που έπαιζε σακάτης
Deco, Veron και Ballack αλώνιζαν στη σέντρα
Όλοι την προσκυνήσαμε την στρογγυλή αφέντρα

Για μπάλα ένα μπουκάλι και για δαιητητή το ξύλο
Claude Makelele, που ‘τρεχε σαν το σκύλο
Τα γάντια της ομάδας δώσε στον Oliver Khan
Εδώ είν’ το γήπεδό μας κι οι μεγάλοι δε περνάν

Teletext το πρωί πριν φύγεις απ’ το σπίτι
Άμυνα Roberto Carlos, με πόδι δυναμίτη
Πάμε και στα πιο πρόσφατα, Robert Lewandowski
Πέντε γκολ σ’ εννιά λεπτά, πολωνικό Swarovski

Για τον Andrea Pirlo, τον πιο μεγάλο αρτίστα
Μένω για την εκπομπή και δεν με νοιάζει η νύστα
Εικοσιπέντε χρόνια Roma έκατσε ο Totti
Όσοι μείνανε πιστοί, θα ‘ναι για πάντα πρώτοι

Riquelme, Mascherano κι Αργεντίνικη σημαία
Την μπάλα εκεί στο νότο την ξέρουνε ωραία
Αλήτικη επίθεση Falcao και Forlan
Το δέος όλου του κόσμου στην κουτουλιά του Zidane

Anrdiy Shevchenko ο πιο γλυκός φονιάς
Ένα γκολ τη βραδιά, δαίμονας της γειτονιάς
Τσιμεντένιο γήπεδο με λίγη κατηφόρα
Κοίτα που είμασταν τότε και που είμαστε τώρα

-C.Lupus

30.8.17

ραπ

Είν' η σφιχτή γροθιά.
Το να 'σαι απλός, με λέξεις δυνατές και πράξεις.
Να φτύνεις ισχυρούς και μπράβους.
Τα σύνορα να σπας κι αδέρφια να γεννάς.
Δυο μάτια ορθάνοιχτα και καθαρά να κουβαλάς.


(Για αυτούς που πήγανε μόνοι τους σε άκυρο live απλά επειδή ήτανε hiphop, σταθήκανε στην πίσω γωνία, φύγανε νωρίς γιατί είχε τύπους που βγάζανε σέλφι και γιατί αυτοί που 'ταν στη σκηνή πιάνανε συνέχεια τ' αρχίδια τους ,γυρίσανε σπίτι και οργανώσανε αυτοσχέδια νύχτα με απανωτά cd στο κασετοφωνάκι).

-C. Lupus

19.8.17

τζιτζί

Ρόδες που στις ράγες σκούζουν.
Λόγια που στα χείλια τσούζουν:
«Δεσποινίς δε ζητιανεύω,
χθεσινό ψωμί γυρεύω».
Δε μ’ ακούει η δεσποινίδα
που ‘χει μάθει μες στη χλίδα-
να χαλούσε το 3G!
Τόσα βλέμματα τριγύρω
αχ να κάναν ένα γύρο
κι όλα θα ‘τανε τζιτζί!

Λίγο απόξερο κουλούρι
να το μασουλάω για γούρι
και γυρίζω μ’ άδεια χέρια
στης Αθήνας τα λημέρια.
Στραβοκοίταγμα ενός μπάτσου.
Παρακάτω, στίχοι Γκάτσου.
στην υγειά σου λαφτατζή!
Να ‘χα μόνο μια δεκάρα
για να σου ‘δινα, ή τσιγάρα
κι όλα θα ‘τανε τζιτζί!

Πλάι στου λεωφορείου τη στάση,
-τρία τέταρτα να φτάσει-
και στο φως μιας νέον ταμπέλας
η σιλουέτα μιας κοπέλας.
Τι να ακούει στ’ ακουστικά της;
Στο mp3 τα μυστικά της!
«Να καθίσουμε μαζί;»
Νέον ο φωτισμός και γκλίτερ
να ‘χαμε ένα headphone splitter
κι όλα θα ‘τανε τζιτζί!

-Θοδωρής. Εσύ; -Σορένα.
Απ’ το πρωί ψαλίδι-χτένα
για δυο τάλιρα, ως τις δέκα,
και μια μπύρα, η γυναίκα.
Εδώ πέρα κατεβαίνω.
Τρία στενά πιο κάτω μένω
κι από δω θα πάω πεζή.
Να ‘χες μόνο ένα αναπτήρα
για να μου άνοιγες τη μπύρα
κι όλα θα ‘τανε τζιτζί!

Κλαψουράει το λεωφορείο
σα βρυχώμενο θηρίο.
Μια μπασκέτα στο ημίφως.
Έφηβα αλητάκια μ’ ύφος.
Σ’ ένα δέντρο ένα μπαλόνι.
Το παράθυρο θολώνει.
Το μπαλόνι κρεμεζί.
Να ‘φτανα για να πηδήσω
στο παγκάκι να τ’ αφήσω
κι όλα θα ‘τανε τζιτζί!

Γκύζη, Νεάπολη, Πανόρμου.
Mp3 η βοή του δρόμου.
Βρώμα κι αστική σαπίλα.
Όνειρό μου σιγοκύλα!
Στα βρωμόνερα αυτά τσάρκα
με το λεωφορείο για βάρκα-
βίρα ασφάλτου γεμιτζή!
Να ‘χαμε άλλη μία ωρίτσα
όρεξη για κουβεντίτσα
και στο ράδιο Μπακιρτζή!

Μπακιρτζή ή κανά ρεμπέτη,
οδηγέ μου μπερεκέτι!
Μόνο ακόμα κάμποση ώρα
να γυρίζουμε τη χώρα,
να μη φτάσουμε στο τέρμα,
στα σμπαράλια μου τα έρμα-
κάνε αργά λεωφορειατζή!
Κι αν τα βλέφαρά μου κλείνω
αχ δεν έχω πού να μείνω
μα εδώ μέσα όλα τζιτζί!
-ψ.ψ.

8.7.17

αντάρτισσα

Στη βραδινή τη βάρδια, μονάχη στέκει
στο πλάι σκέτα τ’ όπλο της βαστά γερά.
Απ’ του βουνού τις ξερολιθιές, ακέραια κρατά
στη γη βαθιά, πέτρα χωμένη να θυμίζει
λίγο που ξεπροβάλλει, τον ήλιο ν’ αντικρίζει.

Σε τούτους τους βουβούς καιρούς
που τα μυρμήγκια βασιλεύουν
εκείνη αρπάζει τη θαμμένη λεβεντιά
να φυλαχτεί από της σήψης την πολιορκία.

Από οικοδομές χορταριασμένες δραπετεύει
κι απάνου στης κορφής τις αγριάδες
τους λύκους κάνει φίλους της
βγάζουν τα ρούχα τους μαζί
και χτίζουν αγκρέμιστα καταφύγια.

Με μάτια που ξέρουν
με μάτια φουντωμένα
μια σκούρα σκοτεινή βραδιά
μπάρκο σκαρώνει τολμηρό
μονάχη στα βουνά να περπατά
της λευτεριάς αποζητά τις χάρες.
Τη μάχη, λέει, θα τη συνεχίσει
φράχτες, παλάτια θα γκρεμίσει
περήφανη αντάρτισσα, κάποτε θα γυρίσει.

Στην τελευταία τους βραδιά
στερνό τραγούδι αντηχεί
όρκος γι’ αντάμωμα σφιχτός.

Πριν φύγει η πρώτη σφαίρα από την κάννη
θα είναι σίγουροι καλά
στης μάχης τ’ αλμυρά νερά
κανείς δικός τους μην πεθάνει.

-C. Lupus


*η "αντάρτισσα" εχει πρωτοδημοσιευτεί στον "Ψεύτικο Ντουνιά"

17.6.17

φεγγάρι φεγγαράκι


Ολημερίς ο ήλιος γυρεύει να κρυφτεί
του φεγγαρόφωτου, να μην τονε προφτάσει.
Γιατί δεν κοντοστέκει για μια βραδιά, γιατί;

Φεγγάρι φεγγαράκι, που πας γιαλό γιαλό
αυτόν που βούτηξε στη λίμνη να σε πιάσει
τον είδαν οι διαβάτες, τον είπαν πελελό

Της χάρτινης γαλέρας φουσκώνει το πανί
στο μαύρο πέλαγος να βρει μαργαριτάρι
στη θάλασσα πατάει, τη δέχοντ’ οι ουρανοί

Ο ήλιος θα την κάψει τη χάρτινη Αργώ
κι ύστερα θα πατώ το χώμα σου φεγγάρι
εγώ ο καπετάνιος και ο τρελός εγώ.

-ψ.ψ.

Υ.Γ.: Το ποίημα είναι εμπνευσμένο από την ταινία μικρού μήκους We need to get to the moon.

26.5.17

V_1

You’re a thorn in my heart 
Spicular as is steel, cold as of grave 
Elusive, delusional like mist 
And the thought of you so tender,
so soft as the spring wind through the newborn wild roses.

Είσαι ένα αγκάθι στην καρδιά μου
Αιχμηρό όπως το μέταλλο, κρύο ωσάν από τάφο 
Ανεπαίσθητο,παραληρητικό σαν ομίχλη 
Και η σκέψη για εσένα τόσο τρυφερή,
τόσο απαλή όσο ο άνεμος της άνοιξης διάμεσα στα νεογέννητα άγρια τριαντάφυλλα.

-V


*Το μπλογκ της V: La Sirene Soupe

18.5.17

ανθογραφία

Το μερονύχτι τη σελήνη στέφει αρχόντισσά του
Κι αστέρι αν βαφτείς και νυχτολούλουδο ντυθώ
Ο ήλιος ανελέητος φονιάς του χαραμάτου
Σε βρίσκει απόδημο πουλί κι εμέ χειμωνανθό.

-ψ.ψ.

30.4.17

σόλες

Μακάρι, δυο φορές πιο πολύ να πηγαίνουμε στον τσαγκάρη.
Να μας φτιάχνει τις σόλες μας που θα λιώνουνε.
Γιατί τα ίδια παπούτσια θα φοράμε πάντα.
Φτιαγμένα ξανά και ξανά.
Γιατί όταν αφήσουμε τα λόγια και τις πολλές κουβέντες
δυο φορές πιο πολύ θα λιώνουν οι σόλες.
Κι όσο λιώνουν, εμείς θα τις φτιάχνουμε πιο καλές, με καινούρια υλικά.
Και θα φτάνουμε πιο κοντά
σε κείνο που δεν ξέραμε πώς να το πούμε.

-C. Lupus

*οι "σόλες" είχαν πρωτοδημοσιευτεί στον "Ψεύτικο Ντουνιά"

18.4.17

ο δρόμος

Εμπρός ο δρόμος σιωπηλός, δεν περπατούν διαβάτες
Μονάχα εγώ τον περπατώ, με τη σιωπή στις πλάτες

Αντί πλακών, ο δρόμος μου έχει παλιά ρολόγια
Τι ωροδείκτες βιαστικοί κι ατέλειωτα ανηφόρια

Κοιτάζω στον ορίζοντα, πού βγάζει διερωτάμαι
χαλί που ξετυλίγεται όσο το περπατάμε

Με κιμωλία ένα παιδί κάτι χαράζει κάτω
Κι άμα το δεις στο δρόμο σου, παίζει κουτσό κεφάτο.

-ψ.ψ.