20.9.15

τζιτζίκια σκοτεινά

ανώμαλα της πόλης τζιτζίκια
παράξενα τα βράδια τραγουδάτε
το δρόμο του βουνού δεν τον εβρήκατε;
‘δω πέρα το μυαλό σας διαλάτε

μα κάποιος άρχοντας θαρρώ, σας έχει χρηματίσει
και κάθεστε και ανέχεστε του μυρμηγκιού τη ζήση


-C. Lupus

9.9.15

το σκουλήκι

Ένα σκουλήκι έχει βαθιά μου
άνετη χτίσει φωλιά ζεστή
και σ’ έχει υπάκουο ξενιστή
σαπιοκαρδιά μου

Ονείρων πότη, γαλήνης κλέφτη
εμπόδιο στέκεις για τη μιλιά
και ροκανίζεις μες στην κοιλιά
μπρος στον καθρέφτη

Σαν το σαράκι μέσα στ’ αμπάρια,
τρως να μ’ αφήσεις σώμα κενό
και των δακρύων, όταν πονώ,
ψάχνεις τα χνάρια

Σκουλήκι, η σκέψη πώς με τρομάζει
μην παρατήσεις μες στη ματιά
στεγνή και άδεια τη μοναξιά
δίχως μαράζι

Και αν, σαράκι, φτάσεις στην πρύμνη
του σαπισμένου μου καραβιού
θα το βουλιάξεις μέσα στου νου
τη μαύρη λίμνη

Παράσιτό μου, για να γεμίσω
την κούφια, μόνο ζητώ, καρδιά
σε δύο χέρια, για μια βραδιά
να την αφήσω.
  -ψ.ψ.

31.8.15

νότος

31 Αυγούστου, χειρότερο και από Κυριακή. Πως πάει έτσι βιαστικά ο καιρός. Που φύγαν οι μέρες, στη Δονουσα, στην Κρήτη, το βράδυ στο Στρέφη, οι αποχαιρετισμοί στο Ηράκλειο, η ρακή στη Βάλια Κάλντα και τώρα, να, τέλος, στην άκρη της παραλίας, νύχτα αργά, στο Αγκίστρι, χρήματα δεν είχαν σωθεί, εδώ για λίγο, 8 ευρώ εισητήριο, να μείνουν μερικά, να υπάρχει έστω ελπίδα για τον Σεπτέμβρη.

Στεριά μικρή, βράχοι από πίσω, το φεγγάρι κρυμμένο, να κάτσω εδώ, μπα, όχι, καλύτερα εκεί, τι σημασία έχει, τελευταίο βράδυ, όπου κι αν κάτσω εγώ, το καλοκαίρι δε θα ξαποστάσει ακόμη λίγο, ο ήλιος θα βγει, μαύρη ανατολή, και θα βάλει τα σκούρα, εννιά μηνες, φύλλα πεσμένα και σκοτεινά απογεύματα.


Τσιγάρα άφιλτρα και κόκκινο κρασί, ήλιος κι αλμύρα, σμιγμένα κορμιά, να, αυτό ειν' το καλοκαίρι μας, πάρ' το, μη στέκεσαι, τα μάτια μας νερώσανε..




-C. Lupus

13.8.15

μυστικό

Ένα ρίγος στο άγγιγμα
τ’ ουρανού στο κορμί μου
των φερέγγυων άστρων
και σεντόνι τ’ αέρι

Απ’ αλάργο ο ψίθυρος
του κυμάτου η μπάντα
σα νανούρισμα μάνας
από άγνωστα μέρη

Η Κασσιόπη στο πλάι μου
και η Άρκτος παρέκει
μυστικά μουρμουρίζουν
κι ο Θεός μπεκροπίνει

Φυσαλίδα στο πέλαγος
μια στιγμή στους αιώνες
ο Θεός ζει μονάχα
μια στιγμή σαν εκείνη.

-ψ.ψ.