Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κατάθλιψη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κατάθλιψη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15.3.17

κυριακή μεσημέρι

Βρήκε την άκρη του αχανούς κρεβατιού του
και τώρα με τη μαχαίρα του σκίζει
του σπιτιού την πυκνή αδειανότητα.

Οι κρότοι των βημάτων του
σφαίρες στο αλεξίσφαιρο γιλέκο της σιωπής.

Το παράθυρο τραβά το βλέμμα του σαν τηλεόραση:

χρώμα και κίνηση που στάζουν
στις αυστηρές γκρι γραμμές των τετράγωνων τοίχων.

Μα
πίσω από το γυαλί
είναι εκείνος που βρίσκεται σε ένα κουτί εγκλωβισμένος.

-ψ.ψ.

13.12.16

το καλοκαίρι του σκουληκιού

Κι όταν έρχεται καλοκαίρι, με τις πολλές ζέστες, το σκουλήκι κουλουριάζεται αναπαυτικά σε μια σκιά των σωθικών μου και το ρίχνει στον ύπνο.

Μα με ξέρει καλά.

Ξέρει

πως δε θα προδώσω το σχέδιό του.

Και με αφήνει γελαστό μέσα στις γελαστές παρέες μου

μέχρι να γίνω εγώ το παράσιτο που ροκανίζει αυτό το συλλογικό σώμα από μέσα.

-ψ.ψ.

9.9.15

το σκουλήκι

Ένα σκουλήκι έχει βαθιά μου
άνετη χτίσει φωλιά ζεστή
και σ’ έχει υπάκουο ξενιστή
σαπιοκαρδιά μου

Ονείρων πότη, γαλήνης κλέφτη
εμπόδιο στέκεις για τη μιλιά
και ροκανίζεις μες στην κοιλιά
μπρος στον καθρέφτη

Σαν το σαράκι μέσα στ’ αμπάρια,
τρως να μ’ αφήσεις σώμα κενό
και των δακρύων, όταν πονώ,
ψάχνεις τα χνάρια

Σκουλήκι, η σκέψη πώς με τρομάζει
μην παρατήσεις μες στη ματιά
στεγνή και άδεια τη μοναξιά
δίχως μαράζι

Και αν, σαράκι, φτάσεις στην πρύμνη
του σαπισμένου μου καραβιού
θα το βουλιάξεις μέσα στου νου
τη μαύρη λίμνη

Παράσιτό μου, για να γεμίσω
την κούφια, μόνο ζητώ, καρδιά
σε δύο χέρια, για μια βραδιά
να την αφήσω.
  -ψ.ψ.

14.6.15

ο στιχουργός


Κάποιο Σαββατόβραδο ψυχρό
ή μια Δευτέρα ενός Αυγούστου
ημίφως και κλεισούρα και ποτό
κι ο στιχουργός πεθύμησε να γράφει τους καημούς του

Θυμήθηκε ξανά το χθες
μετά από μήνες ή χρονιές
σε μια στενή σανίδα
και δες τον αντιμέτωπο
μονάχο του στο μέτωπο
με τη λευκή σελίδα

Πρέπει να ‘φτασε Παρασκευή
γύρω στα μέσα Οκτωβρίου
Ακόμα η σελίδα του κενή
κι αυτός στην αποπνικτική οσμή του δωματίου

Απ’ την αδράνεια για να βγει
κείνο το κάτασπρο χαρτί
είχε νομίσει λύση
μα πλέον ο ακατάστατος
ο χώρος ο δυσδιάστατος
τον είχε φυλακίσει

Κόντευε να φτάσει Κυριακή
με άνοιξης θερμοκρασία
κι από το σπίτι αυτός χωρίς να βγει
να κυνηγάει μια φτηνή ομοιοκαταληξία

Οι μέρες πώς περνούσανε
και σ’ όσους τον ρωτούσανε
για την παλιά δουλειά του
έλεγε πως ωρίμαζε
η τέχνη του κι ετοίμαζε
το αριστούργημά του

Σαν να επιταχύνουν οι καιροί
και στο αυτί να του φωνάζουν
ούτε Δευτέρα ούτε Κυριακή
οι μέρες λίγες ώρες μέχρι τ’ αύριο φαντάζουν

Μα στίχος δεν του ‘ρχότανε
να γράψει τι σκεφτότανε
και ένιωσε μια θλίψη
κι ευθύς ενθουσιάστηκε
γιατί ξανααισθάνθηκε
κι αυτό του είχε λείψει

Κι έρχεται ξανά στο λογισμό
παλιά που της ζωής τον τοίχο
σκαρφάλωνε το κάθε δειλινό
κι από την άλλη έβρισκε τον πιο βαθύ του στίχο

Όμως η σκέψη της ζωής
τον τρόμαξε και είπ’ ευθύς
“γω τη ζωή την είδα”
και τις αφέλειες άφησε
κι αμέσως ξανακάθισε
μπρος στη λευκή σελίδα.

-ψ.ψ.