27.12.20

εκλάμψεις στο σκοτάδι #12


[Έτσι θα γινόταν]

Είναι η ώρα που το κριθάρι θα έγερνε στην είσοδο των πρώτων θαμώνων της μπάρας της Καραϊσκάκη. Θα δούλευε ο Πρόμι κι η μουσική θα ήταν κάποιο lp El Jazzy Chavo. Κάποιος μόνος του πίσω από την μηχανή του καφέ θα είχε ήδη αργήσει. Άλλος ένας με περισσότερο χρόνο απάνω του θα έπινε καφέ κοιτώντας αδιάκοπα το κινητό του κάτω από την κούκλα του μουστακαλή ακροβάτη. Στα έξω τραπέζια τα πιτσιρίκια θα έρχονταν και θα φεύγαν με αυξανόμενη ταχύτητα. Εγώ μαζί με έναν ακόμα θα ανοίγαμε το βράδυ. Το φως ακόμη δυνατό θα τέντωνε τα λαρύγγια μας σε άσπρο πάτο ψηλού ποτηριού. Δυο τρεις κουβέντες, αναπάντητα ερωτήματα για τις δυνατότητες του αποψινού βραδιού κι επιστροφή στο παγωμένο μπουκάλι. Πάλι θα κοιτούσα το ρολόι μου και θα υπολόγιζα τον απαιτούμενο χρόνο της χαλάρωσης, του ακούσματος, της πιθανότητας να πάω κι από την Καραπαπά, όπως κι αυτήν να ανατραπούν όλα σε ένα βαθύ ξενύχτι με φίλους και κόσμο και δύο τρία ποιήματα στο τσεπάκι μου για αύριο. Εξάλλου θα είχα ήδη υποσχεθεί στο σπίτι μου πως θα βγω μόνο για μια μπύρα κι οι υποσχέσεις είναι αυτές που μας έφεραν εδώ που είμαστε. Υποσχέσεις για έναν καλύτερο κόσμο αρκεί να καταφέρεις να μείνεις ζωντανός. Θα ένιωθα ήδη τον πρώτο στίχο να πλάθεται. Σιγά σιγά το μαγαζί θα γέμιζε, θα ανταλλάζαμε αστεία και σιωπές και θα ψήναμε ο ένας τον άλλον να πιούμε λίγο ακόμη. Θα ‘ρχόταν κι αυτός, θα αράζαμε σε τραπεζάκι έξω, δίπλα στην σόμπα κι η νύχτα θα είχε σφραγιστεί ως τέτοια κι απόψε. Το μόνο που θα μας έμενε θα ήταν να μην την προδώσουμε σε ανέξοδες ηλιοφάνειες και μηρυκασμούς αχώνευτων προβλημάτων. Τη νύχτα πρέπει να την έχεις από κοντά, να την κανακεύεις και να την φροντίζεις αλλιώς θα σε πετάξει στο πρώτο τυχαίο πρωινό που θα βρει μες σε ατσαλάκωτα σεντόνια και σεταρισμένες πιτζάμες. Έπειτα, όπως είναι προδιαγεγραμμένο στους δρόμους αυτής της πόλης, θα πηγαίναμε κι από κει, να εισπράξουμε την απαραίτητη βουβαμάρα και σπίντα προκειμένου να φτάσει η ώρα του γυρισμού. Αν ήμασταν τυχεροί θα φωλιάζαμε ο ένας μες στον άλλον μέχρι οι ασυναρτησίες μας να αποκτήσουν νόημα κι αν όχι θα έφευγα σίγουρα πρώτος για να ανέβω σουζάτος ως την κυρά μου. Ναι, έτσι θα γινόταν, έτσι έχει γίνει χίλιες φορές και θα ξαναγίνει. Αρκεί να παν να γαμηθούν όλα, να σε πάρω τώρα τηλέφωνο, να βρεθούμε να πλακωθούμε στο πιώμα, γιατί έτσι μας αρέσει και τα ρέστα, γιατί το χρειαζόμαστε και το θέλουμε, γιατί τώρα, γιατί αύριο μάγκα μου· το αύριο είναι το πιο σίγουρο μέρος για να χαθούμε κι είναι κρίμα. Υγεία.

Σκίτσο-Κείμενο: ένα έτσι

21.12.20

εκλάμψεις στο σκοτάδι #10

[Ο καιρός της σιωπής]

Σιωπή
Η γενιά μας έχει εκπαιδευτεί στην σιωπή. Έχει συνηθίσει την απουσία της ελπίδας, έχει συνηθίσει να ελπίζει σε πράγματα που στ' αλήθεια ποτέ δεν πίστεψε. Σκορπισμένη κάπου στα αζήτητα, ανεπιθύμητη και άχρηστη, έχει δήθεν απογοητεύσει τους μεγάλους, τους μεγάλους που δεν είχαν μια στάλα αξιοπρέπεια να σπάσουν τους καθρέφτες τους και να αποχωρήσουν διά παντός απ' την κοινωνία. Κι όσο δεν αποχωρούν αυτοί, αποχωρούμε εμείς. Μειοψηφία κλεισμένη στην σιωπή, στην σιωπή αναπτύσσεται επικοινωνία, επικοινωνία που συμφωνεί να μείνουμε στην σιωπή, να κρύψουμε τα όνειρά μας στο σκοτάδι.

Μοναξιά
Κλεισμένος ο καθένας σε ένα διαμέρισμα, καθεμία να δίνει έναν ηρωικό ατομικό αγώνα να συνεχίσει να είναι εδώ, να είναι εδώ με μια μορφή που περιλαμβάνει την ελάχιστη δυνατή υποκρισία. Κι όσοι κατάλαβαν νωρίς πόσο ψεύτικος είναι ο κόσμος που μας φέραν, και πράγματι δεν είναι τόσο λίγοι, συχνά επιλέγουν την μοναξιά. Το να αρνείσαι τον κόσμο, ίσως να δηλώνει απλά περηφάνια, η κοινωνία κοιτάζει περίεργα αυτούς που δεν αποδέχτηκαν την φυλακή, τους κοιτάζει περίεργα μα στα κρυφά βλέπει και τη λάμψη τους, τη λάμψη του να επιλέγεις εσύ τα όρια της ελευθερίας σου, να τα κάνεις μέχρι και πιο στενά, για να μην αφήσεις να τα καθορίσουν οι άλλοι.

Μηδενισμός
Εν τέλει τί έχει νόημα, φυσικά τίποτα. Τίποτα από όλα όσα μας μεγάλωσαν μαζί τους. Επιλέξαμε μια θέση στην άκρη του κόσμου, κοντά σε μια ελέυθερη μειοψηφία, που κανείς ποτέ δεν κατάφερε να την ορίσει, που πάντα κρατούσε την θέση της υπόγεια, διάχυτη σε διαμερίσματα και νύχτες. Δεν έχουμε τίποτα να μας αφορά, μόνο τα πιο απλά και στοιχειώδη, δεν έχουμε τίποτα να μας αφορά, μόνο τη Μάχη. Τίποτα δεν θα πάει καλά, τα πάντα θα γκρεμίζονται γιατί αυτή είναι η μοίρα τους, κάθε ομορφιά θα είναι περιστασιακή, αλοίμονο όμως αν δεν την τιμήσουμε. Αλοίμονο αν δεν σταθούμε στο ύψος που πρέπει, αλοίμονο αν κυλήσουμε στην υποκρισία, αλοίμονο αν δεν λιώσουν τα δόντια μας προσπαθώντας να κόψουμε την αλυσίδα. Μάλλον δεν θα κοπεί ποτέ, μα αλοίμονο αν ενθουσιαστούμε άμα κοπεί.

1η Δεκέμβρη 2020

Κείμενο: C. Lupus

20.12.20

ενημέρωση για Μαμπέτι Δεκεμβρίου

Το Μαμπέτι ξεκίνησε με στόχο την απομάκρυνση από το διαδίκτυο και το πέρασμα σε πιο "χειροπιαστές" μορφές έκφρασης και επικοινωνίας. Έγινε μία και συγκεκριμένη εξαίρεση, με την διαδικτυακή δημοσίευση του τεύχους Μαρτίου στην πρώτη καραντίνα. Ωστόσο, όπως είχαμε πει και τότε, διαφωνούμε με τή σταδιακή (και όλο και συνολικότερη) μετατόπιση της καθημερινοτητάς μας στην οθόνη. Συνεπώς, δεν θα υπάρξει τεύχος Δεκεμβρίου και θα επιστρέψουμε στην κανονική ροή, όταν ανοίξουν οι χώροι διάθεσης.
Καλή συνέχεια και καλή δύναμη σε όλους!

18.12.20

Τ. Λειβαδίτης - Οι Τελευταίοι (video clip)

 

Σχεδόν 1 χρόνο μετά την ηχογράφηση της συλλογής "Τα Αντικλείδια" του Γ. Παυλόπουλου, η Ομάδα Ηχογραφήσεων του σλίτζι ανακοινώνει την κυκλοφορία της επόμενης ηχογραφημένης ποιητικής συλλογής. Πρόκειται για τους "Τελευταίους" (1966) του Τάσου Λειβαδίτη. 

Ένα ενιαίο έργο, το οποίο έχουμε χωρίσει σε 12 μέρη, σε απαγγελίες της Ελίσιας, του Κ.Κ., του Ψογκ και της Maboured ντυμένες με ρεμίξ κλασικής μουσικής. 

Η συλλογή θα δημοσιευτεί μέσα στις επόμενες μέρες.

Για τώρα, παρουσιάζουμε το βίντεο κλιπ που γυρίσαμε για ένα από τα 12 κομμάτια, με τα λίγα μέσα που διαθέταμε στα πλαίσια του δεύτερου lockdown. 

Καλή θέαση/ακρόαση.

Ποίηση: Τάσος Λειβαδίτης 
Απαγγελία: Ψογκ, Ελίσια, Κ.Κ.
Μουσική: "Moonlight Sonata" remix by Solarfist
Ηχογράφηση-Μίξη: σλίτζι
Βίντεο (κάμερα-μοντάζ): Ψογκ
Συμμετέχουν: Δέρμι, Αγγέλας

*Δε μας ανήκουν τα πνευματικά δικαιώματα κειμένων και μουσικής. Οι ηχογραφήσεις δεν έγιναν για κερδοσκοπικούς λόγους.


15.12.20

εκλάμψεις στο σκοτάδι #8

[11220]

Το δίχως άλλο ο θάνατος καραδοκεί

Εμείς καιροφυλακτούμε τη ζωή

Πόνος σμιλεύει τη σοφία

Ανθρώπινο καλούπι ορισμένο απ' τους καιρούς κι από τις λέξεις- πανωφόρια

αναγνωρισμένο

Έχω ξεχάσει πως νιώθεται η συγκίνηση

Λείπει το συν- της κίνησης

Πόσο μου έχει λείψει

ένα αληθινό σπαρακτικό κλάμα,

ο ζωντανός ήχος του ακορντεόν και το τραγούδι με την απροετοίμαστη τρεμάμενη φωνή,
Η ζέστα της παρέας με τ αναμμένα πρόσωπα,
Ο χορός σε αγκαλιά και ο κοινός ιδρώτας.

Κείμενο: Μαρία Χατζημιχαήλ

13.12.20

εκλάμψεις στο σκοτάδι #7

[Κάτι που φωσφορίζει...]

Ένας επαναλαμβανόμενος χτύπος,

μια σταγόνα βροχής που ρίχνει τον εαυτό της πάνω σε μια τσιγκινη επιφάνεια.

υπάρχει μια τρομακτική επαναληψιμότητα.

κατι άλλαξε για λίγο και πριν προλάβεις να το συνειδητοποιήσεις έχει ήδη χαθεί.

Όλα γύρω είναι μπλε και γκρί.

Κι εγώ βασικά ακριβώς το ίδιο νιώθω.

Πλέω μέσα σε ένα μπλε σύννεφο, κοιτάζω από ψηλά και στριφογυρίζω για λίγο ανέμελη στον ουρανό.

Δεν θα κρατήσει το ξέρω, τίποτα δεν κρατάει, κι όμως ελπίζω, όπως ελπίζουν όλα τα όντα στην επόμενη μέρα που θα έρθει.

Θα ξημερώσει δεν μπορεί, σωστά?

Θα βλέπεις κάτι άλλο πέρα από μπλε σύννεφα και σκιές, σωστά?

Όλα είναι ίδια και όλα είναι ήδη αλλιώς.

Για μια μόνο στιγμή αντίκρισα κάτι που έκανε την ανάσα μου να σταματήσει, για λίγο ένιωσα ξανα ανυπομονησία και ενθουσιασμό. Για λίγο , τόσο λίγο που θα μπορούσα και να το φαντάστηκα.

Η ώρα του απολογισμού.

Η ώρα ενός θρήνου που δεν εξηγείται.

Η ώρα της θλίψης, σε έναν κόσμο που δεν έχει χρόνο για αυτά.

Ολα τα ανείπωτα, βαριά, οργανικά συναίσθηματα ο Κόσμος τα καταπίνει αμασητα σχεδόν, σαν ορεκτικό.

Καμία ιεροτελεστία, καμία τελετή αποδοχής ή συνύπαρξης.

Να αναμειχθεί η Τροφή με το σάλιο, να διασπαστεί, να εισέλθει ιερά στο σώμα.

Μια στιγμή Παύσης και Ένωσης με αυτό που έρχεται.

Μια στιγμή Παύσης και Ένωσης με αυτό που φεύγει…

Ετσι ολόκληρα, εισέρχονται τα συναισθήματα στο οξύ της πέψης, σαν μύγες παγιδευμένες στο νέκταρ-παγιδα. Έχουν έρθει να γλείψουν αυτό το γλυκό ζουμί, όμως αυτό γλιστράει γλιστράει γλιστράει και εκείνες κυλούν εν τέλει απαλά μέσα στην κοιλιά του λουλουδιού. Το οξύ τρυφερά τις διαλύει.

Είμαστε ολομόναχοι, κοιτάμε κάτι που φωσφορίζει και τρέχουμε απελπισμένοι πάνω του, μέχρι να μας καταπιεί κι αυτό.

και ξανά και ξανά και ξανά.

Και πάλι και πάλι και πάλι.

Να ρίχνουμε τον εαυτό μας στον ίδιο κενό ενθουσιασμό.

Και να καταλήγουμε το ίδιο κενοί.

Άδειοι.

Μην κοιτάς προς τα έξω, κοίτα μέσα.

Βαθιά εντός σου.

Υπάρχει κάτι εκεί που φωσφορίζει άραγε?


Κείμενο: Esther Taff

8.12.20

εκλάμψεις στο σκοτάδι #4

 [Ψάχνοντας αποχρώσεις στο λευκό ενός ακανόνιστου τοπίου]

Υπάρχει κάτι πίσω από αυτό το τοπίο;

Μέρες τώρα έχω το βλέμμα μου στην ίδια κατεύθυνση, στον ίδιο χώρο, στην ίδια παλέτα χρωμάτων, στη χωροταξία των πραγμάτων που έχω πια αποστηθίσει με τις κόρες των ματιών μου. Ένας άλλοτε φασαριόζικος δρόμος, το γέρικο δέντρο, η λευκή ταμπέλα του μαγαζιού με τα μεγάλα κεφαλαία μαύρα γράμματα, και, απέναντι, οι πολυκατοικίες, πιο νεκρικές από ποτέ. Ναι, βλέπω το τοπίο με αυτή την αίσθηση της όρασης, που αρχίζει να απαιτεί μεγαλύτερη ενέργεια για να διατηρήσουμε, ως αισθητικό αλλά ειδικά ως νοητικό εργαλείο αφύπνισης, προσπαθώντας να αντισταθούμε στο βάλσαμο του ύπνου, στην ζεστασιά της αποστασιοποίησης, στην υπνηλία των ημερών. Η ανία των ημερών αυτών, που σκιαγραφείται στα βλέφαρα που κλείνουν, στο μονότονο βάδισμά μας, και στις μοναχικές ανάσες της πόλης.

Μουνταμάρα.
Απλώνεται σα βαρύ πέπλο στην ατμόσφαιρα και κάνει ανιαρή την κάθε κίνηση, σκέψη και συναναστροφή. Είναι αυτή η πουτάνα που με κάνει κατατονική και γριά, που με φέρνει αντιμέτωπη με το χειρότερο φόβο: το τίποτα. Βιώνω την καθημερινότητά μου σαν ένα κατατονικώς σχιζοφρενικό ψάρι στη γωνιά του ενυδρείου, το οποίο είναι εξοπλισμένο με ηχοσυστήματα που παίζουν στη διαπασών ατονικές φρικαλεότητες και μινιμαλιστικές συχνότητες, που μου δημιουργούν οράματα και σκιές, στα αφρίσματα και τις μπουρμπουλήθρες της μονόλιτρης υδάτινης περιεκτικότητας στην οποία μας κλείσανε. Λες έτσι να σκοτώνουν την ώρα τους τα ψάρια που κλείνουμε στις γυάλες και στα ενυδρεία; Ίσως να παίζουν με την αντανάκλαση της φάτσας τους, με τη μεγέθυνση ή σμίκρυνση των σχημάτων που βλέπουν μέσα απ’ το γυαλί, ή κάνοντας ελεύθερο κολύμπι απ’ τη μια άκρη στην άλλη, μέχρι να κουραστούν και να τους πάρει ο ύπνος. Ξέρεις κάτι; Τώρα που γύρισε ο τροχός και μπήκα στη θέση τους, νιώθω πως τα κατανοώ κάπως. Να ξεκινήσουμε εκστρατεία για τη χορήγηση εικονικής πραγματικότητας σε όλα τα ενυδρεία του πλανήτη!

Μα τι είναι αυτό το τοπίο τέλος πάντων;
Πού πήγαν τα φεγγάρια με τα αλυχτίσματά μας στους δρόμους, πού πήγαν τα ξημερώματα που μας έβρισκαν κορεσμένους σε νυχτερινές τρέλες, αυθόρμητους έρωτες και μεθυσμένες συζητήσεις; Και ποιος θα μας επιστρέψει πίσω όλες αυτές τις χαμένες ώρες της νιότης; Μουνταμάρα και αναμονή. Αναμονή, για το δείκτη που θα σημάνει το τέλος της ώρας, και την έναρξη της επόμενης, αναμονή για τη σελίδα που θα δώσει τέλος στο κεφάλαιο αυτό, και θα γυρίσουμε σελίδα για ένα καινούριο. Η χρωματική μου παλέτα είναι ψυχρή και πλέω σε υδάτινη κυανοτυπία. Βρίσκω εύκολη την απογοήτευση τον τελευταίο καιρό. Είναι και το δεύτερο από τα πιο συνήθη συναισθήματα που σκιαγραφούνται πάνω στα πρόσωπα των περαστικών, μετά την ανία. Μερικές φορές έχει ωραίο φεγγάρι έξω, αλλά βαριέμαι να βγω και να το δω… Άλλωστε, μπορώ να δω όσες πανσελήνους θέλω μέσα απ’ την οθόνη του υπολογιστή μου, ανά πάσα στιγμή. Σήμερα έκανα βόλτα με ένα πολυτελές αμάξι στους δρόμους του Λονδίνου, του Παρισιού, του Άμστερνταμ, της Πράγας… σε πάει όπου θες, πρώτο πράμα. Ήθελα να φάω ένα παγωτό στη Χαβάη, αλλά η τεχνολογία της εποχής δεν μου το επιτρέπει ακόμα. Έτσι κι αλλιώς εμείς εδώ έχουμε χειμώνα. Έχω συνηθίσει και ξέρω πως το διαδίκτυο είναι πλέον ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου. Ειδικά, τώρα, που έχουμε οργανώσει όλη μας τη ζωή μέσα του, νιώθω μέρος μιας μαγικής διάστασης. Το ί ν τ ε ρ ν ε τ . Αν επαναλάβεις τη λέξη πολλές φορές θα αρχίσει να ακούγεται αλλόκοτη. Ίντερνετ, ίντερνετ, ίντερνετ, ίντερνετ. Εκπαίδευση, εργασία, διασκέδαση, τέχνη, πληροφόρηση, γνωριμία, βόλτα, ψώνια, επικοινωνία, λογαριασμοί, συναντήσεις, σεξ, κοινωνική ζωή. Τα έχει όλα, και δε σου κάνει εντύπωση. Ωστόσο, είναι ενδιαφέρον, το πώς μια κοινωνία τόσο βαθιά προσηλωμένη στο πνεύμα του υλισμού είναι ταυτόχρονα βαθιά εξαρτημένη από κάτι τόσο άυλο, το διαδίκτυο, σαν να είναι η απόλυτη ύλη, η πανάκεια, αλλά και πώς όλοι επιδίδονται σε αυτήν, για να αισθανθούν μια πλασματική υλική πραγμάτωση.

Φοβάμαι,
μόνο, μη συνηθίσουμε. Αυτό απ’ το οποίο κινδυνεύουμε περισσότερο είναι ο εγκλεισμός του νου. Με τον νου οργανώνουμε τις λέξεις σε ιδέες και έννοιες, με τον νου ανατρέχουμε στα συρτάρια των αναμνήσεων, με τον νου βουτάμε στα άδυτα της ψυχοσύνθεσής μας. Με τον νου επεξεργαζόμαστε την ακατέργαστη ύλη και την κάνουμε ιδέες, με τον νου εξεγειρόμαστε. Με τον νου μου βλέπω τώρα την κορύφωση της κοινωνικής διέγερσης και το κόκκινο της φωτιάς, εκεί που κυριαρχεί το λευκό της αδράνειας. Φοβάμαι μην αποκτήσουμε αντισώματα στα πάθη από τα όνειρα που γκρεμίζονται, τις προσδοκίες που μένουν ανεκπλήρωτες και τα συναισθήματα που μένουν μισά. Φοβάμαι, τέλος, μην ξεχάσουμε πώς να πετάμε, και απομονωθούμε, τελικά, στην ζεστασιά και την οικειότητα του τετραγωνικού μέτρου που καταλαμβάνουμε ως υπάρξεις.

Υπάρχει τελικά κάτι πίσω από αυτό το τοπίο;
Έχω καιρό να κοιτάξω τον ήλιο. Είπαμε πως δε θα τον αφήσουμε να σβήσει, αλλά έχουμε σταματήσει πια να κρατάμε ημερολόγια. Κατέληξαν όλες οι μέρες μας αποστήθιση ενός ανιαρού μονόπρακτου. Μόνες αποχρώσεις της ημέρας είναι οι εκάστοτε κυβερνητικές -θεατρικές- πράξεις, στο παλκοσένικο της «έννομης τάξης». Είναι σαν να χάνουμε απ’ τα χέρια μας το μελάνι της ιστορίας μας. Αλλά θα συναρμολογήσουμε τα σκόρπια μέλη μας και θα ξεφύγουμε από το «θέατρο του παραλόγου». Θα έρθει η ώρα να συνειδητοποιήσουμε, πως τα όνειρα και οι αναπαραστάσεις της φαντασίας μας δεν είναι ένα απλό συναισθηματικό καταφύγιο, ούτε χίμαιρες, αλλά τεμαχισμένα καρέ απ’ τον ρου της ζωής που εμείς θα βάλουμε σε κίνηση, είναι εκρήξεις χρωμάτων απ’ τις οποίες θα αντλήσουμε μπογιές και θα ζωγραφίσουμε το δικό μας τοπίο, και θα του δώσουμε νόημα και μορφή, σάρκα και οστά.

Αποφάσισα να κοιτάξω τον ήλιο. Τον κοιτάζω, μα δεν καταλαβαίνω σε ποιο σημείο βρίσκεται…σε μια προηγηθείσα ανατολή, ή στην επικείμενη δύση; Παρ’ όλ’ αυτά, μετά από τόσο καιρό, βλέπω ένα πουλί να πετάει, και να διασχίζει με τα φτερά του τον νωχελικό ουρανό.


Πρόλαβα το ηλιοβασίλεμα.
Τελικά είναι μια δύση που θα οδηγήσει σε μια νέα ανατολή. Δεν ξέρω τι μας περιμένει πίσω από αυτό το τοπίο, αλλά, ξέρω πως κάθε φορά που σκοτεινιάζει, μοιάζει να προστίθεται ένα ακόμη κομμάτι στο μουντό παζλ της δυστοπίας. Κάθε φορά που μια ανάσα κόβεται, κάθε φορά που το κερί σβήνει και μια ιδέα πεθαίνει. Ωστόσο, αν βγεις έξω τη νύχτα, θα δεις μερικά εναπομείναντα αστέρια να στέκουν στωικά και να φωτίζουν το σκοτεινό θόλο. Αφουγκράσου, δες τα πώς ουρλιάζουν, έτσι, άναρχα μέσα στο μικρό κομμάτι από το άπειρο του σύμπαντος που γευόμαστε. Όταν θα αρχίσουμε κι εμείς να κοιτάμε ψηλά, όταν πάψουμε πια να γέρνουμε στο έδαφος παραιτημένοι στη μοίρα της αποσύνθεσης, τότε θα δούμε πως έτσι αιώνιοι είμαστε κι εμείς και οι ιδέες μας. Παρ’ όλ’ αυτά, λένε πως ο ουρανός που αντικρίζεις τώρα, αντιστοιχεί σε μια παρελθοντική του εικόνα. Άραγε, πόσα αστέρια έχουν μείνει στον ουρανό μας σήμερα;

Κείμενο: Βανέσα Σελε

5.12.20

εκλάμψεις στο σκοτάδι #2

[Δόξα σ' αυτούς]

Δόξα σ' αυτούς
που στον άψυχο κόσμο
ανακαλύψανε
το άπειρο του ονείρου
την απόχρωση της φωτιάς
τη μυρωδιά του παραδείσου.

Δόξα σ' αυτούς
που στα έγκατα της κόλασης
χορέψανε
τον πιο τρελό τους χορό.

Κείμενο: C. Lupus

1.12.20

ανοιχτό κάλεσμα για καλλιτεχνικό υλικό σχετικά με την κατάσταση που βιώνουμε

Στα πλαίσια της ανακοίνωσης που είχαμε κάνει για το Εκλάμψεις στο Σκοτάδι, ξεκινάμε ένα νέο πρότζεκτ με βάση τις συνθήκες των τελευταίων μηνών.

Κάνουμε λοιπόν ανοιχτό κάλεσμα για κείμενα-ποιήματα-σκίτσα-μουσική-φωτογραφίες-βίντεο-οποιοδήποτε εκφραστικό μέσο, με θέμα την κατάσταση που βιώνουμε, ό,τι μπορεί αυτό να σημαίνει για τον καθένα (εγκλεισμός, απομόνωση, κρατική επιβολή εξουσίας, προβλήματα οικονομικής επιβίωσης, το ζήτημα της υγείας ως αφορμή για καταπάτηση της ελευθερίας, κυβερνητικός εμπαιγμός και επικίνδυνοι χειρισμοί, η παράνοια κι ο παραλογισμός των συνθηκών, δυσκολία των σχέσεων κοινότητας/συντροφικότητας και προώθηση της αποστασιοποίησης/ατομικισμού κ.λπ. κ.λπ. κ.λπ.).

Όλο το υλικό που θα μαζευτεί θα δημοσιεύεται σταδιακά ονλάιν (στο μπλογκ του σλίτζι, youtube, social) σαν ενιαίο πολυμορφικό πρότζεκτ. Οι δημοσιεύσεις θα ξεκινήσουν άμεσα, με ό,τι έχουμε ήδη συγκεντρώσει.

Αναλόγως με το υλικό που θα έχει μαζευτεί στο τέλος, υπάρχει μια σκέψη να φτιαχτεί είτε ένα συνοδευτικό βίντεο για όλα αυτά, είτε κάποια έντυπη έκδοση, είτε κάτι αντίστοιχο συνδυαστικό. Την περίπτωση αυτή βέβαια, θα την δούμε όλοι μαζί όταν έρθει η ώρα.

Ως τότε, καλή δύναμη και αναμένουμε ό,τι θέλετε να στείλετε.

24.11.20

εκλάμψεις στο σκοτάδι: ανακοίνωση για την δημιουργία κοινότητας

 *Κάλεσμα για την δημιουργία κοινότητας με αφορμή τις νέες συνθήκες. Σε περίπτωση που κάποιος ενδιαφέρεται για συμμετοχή, ας επικοινωνήσει μαζί μας.

----

ΕΚΛΑΜΨΕΙΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

Έγινε πια λόγος η δραπέτευση μας-
τη σχεδιάζουμε
τη συζητάμε
αλλά
δεν την αποφασίζουμε.
Μα , ο σκοπός είναι να δραπετεύσεις εγκαίρως προτού εκτίσεις ολόκληρη την ποινή σου στο κάτεργο.

[Στ. Γεράνης]

Πολλά από αυτά που συμβαίνουν το τελευταίο διάστημα, έχουμε την αίσθηση ότι πιθανότατα είναι αρκετά πιο κρίσιμα απ' όσο μπορούμε να αντιληφθούμε τώρα. Από τη μία, η ολοφάνερη πλέον απουσία σοβαρού σχεδίου για την αντιμετώπιση του κορονοϊού θέτει σε κίνδυνο τις ζωές αρκετών ανθρώπων, ενώ από την άλλη η αστική τάξη μαζί με το κράτος εκμεταλλεύονται την πανδημία προκειμένου να σκληρύνουν ακόμη περισσότερο την κυριαρχία τους πάνω στις ζωές μας.

Παράλληλα, στρώνεται το χαλί για να υποδεχθούμε ένα μέλλον ιδιαιτέρως δυστοπικό, πνιγμένο στον έλεγχο, την εκμετάλλευση, την απομόνωση και την απελπισία. Φυσικά, από την μεριά μας, δεν θα μπορούσαμε να μείνουμε σιωπηλοί μπροστά στην επέλαση της δυστυχίας και της παράνοιας, αλλά ούτε και απλά να "διαμαρτυρόμαστε".

Σε ό,τι μας αναλογεί, λοιπόν, οργανωνόμαστε και ενωμένοι αντιστεκόμαστε στην παραίτηση, προσπαθώντας να προσεγγίσουμε όσο γίνεται τις επιθυμίες μας, ακόμη και στο σήμερα.

Δεν έχουμε αυταπάτες ή υπερβολικές απαιτήσεις από τα σχέδιά μας, δεν θα μπορούσε άλλωστε να είναι ούτε υποχρέωσή μας, ούτε καν ικανότητά μας, για την ώρα τουλάχιστον, να πετύχουμε πράγματα που φτάνουν πολύ πέρα από εμάς και τους γύρω μας. Κάνουμε απλά ό,τι μπορούμε, αντί να μην κάνουμε τίποτα. Μες στην ξηρασία που απλώνεται παντού, προσπαθούμε να κρατήσουμε ανθισμένο ένα περιβόλι.

Δημιουργούμε μια ευρύτερη κοινότητα με εξαρχής πρακτικό χαρακτήρα και ορισμένα συγκεκριμένα πλάνα ως ξεκίνημα (κείμενα, αυτοκόλλητα, πολύμορφο καλλιτεχνικό πρότζεκτ σχετικά με τις νέες συνθήκες κ.α.) Παράλληλα, θα συνεχίζουν να κατατίθενται ιδέες και από εμάς και από όποιον και όποια το επιθυμεί, πράγμα που είναι όχι απλά θεμιτό, μα αναγκαίο για να συνεχίσουμε.

Δεν σκοπεύουμε να μείνουμε απλοί θεατές και να αποδεχθούμε την δυστυχία που μας επιβάλλεται, αντιθέτως επιλέγουμε να αναζητήσουμε την -ελάχιστη- συμμετοχή μας στην εξέλιξη των πραγμάτων.

13.11.20

Blanche

 


 Τη Blanche τη γνώρισα στο Amsterdam, τότε που δούλευα στο εργοστάσιο. Την είδα σ’ ένα υπόγειο πρώτη φορά, ήτανε κάτι Τούρκοι μαζεμένοι, οι πιο πολλοί δηλαδή ήτανε Τούρκοι, είχε κι άλλους, Έλληνες, Ιρανούς, λίγους μαύρους, τελοσπάντων, σε ένα υπόγειο ήτανε όλοι αυτοί και παίζανε μουσική ελεύθερα. Παίζανε ας πούμε ό,τι να ‘ναι ο καθένας, ό,τι του ‘ρχότανε, και έβγαινε μουσική κανονική. Τύμπανο είχανε, κιθάρα, ντέφι, κι άλλα που δεν τα ξέρω, άλλα τα φύσαγες, άλλα τα βάραγες• εγώ μουσικές δεν ήξερα τίποτε σχεδόν. Μες στους καπνούς, τσιγάρα άφιλτρα όλοι, πού να ξέραμε, κρασιά, πρέζα πολλή, σου λέω τότε δεν τα ξέραμε πόσο μας σκοτώνανε, ήταν παλιά. Κι ήμασταν εκεί, ξέρεις, όπως σου περιγράφω, πες κάπου δύο το πρωί, την άλλη μέρα πιάναμε δουλειά στις έξι, σηκώνεται η Blanche, δεν την ήξερα εγώ τότε, και πάει και κάθεται σ΄ ένα άδειο σκαμπό που ‘χανε δίπλα στους μουσικούς. Αρχίζει και τραγουδάει. Είκοσι χρονών κοπέλα, τα μαλλιά της φτάναν ως κάτω στη μέση, μαύρη φούστα φαρδιά, ξυπόλητη, στενό μπλουζάκι κι η κοιλιά της έξω, μ’ ένα σκουλαρίκι κρεμαστό στον αφαλό. Η φωνή της σε μάγευε, ήταν τα χρώματα όλα, σαν να την έφερε ο Θεός εκεί να τραγουδήσει για μας, να πάρουμε κουράγιο να ‘χουμε για μια ζωή. Έλεγε ό,τι της ερχόταν, δεν καταλάβαινα τίποτα, αλλά δεν είχε σημασία, γιατί τα καταλάβαινα όλα, ακριβώς όλα. Πήγα της μίλησα, μου λέει «Blanche», είχε χίλια δαχτυλίδια. Είχε έρθει στο Amsterdam γιατί τη διώξανε απ’ το Λίβανο, δυο χρόνια μείναμε μαζί στο δωμάτιό μου, κάθε νύχτα γυρνάγαμε την πόλη, κάθε στενό, πώς να σου λέω. Όταν ήταν να γυρίσω Ελλάδα, αυτή έκλαιγε για πέντε ώρες. Καθόλου ψέματα, πέντε ώρες ήτανε, στη σειρά, είκοσι χρονών κοπέλα, αλλά εγώ έπρεπε να γυρίσω, το ΄χα πει, δεν μ’ άρεσε εκεί. Την άφησα τη Blanche και ήρθα, ταξίδι ατέλειωτο με το τρένο, ξέρναγα κάθε βράδυ, όλοι βρωμούσαμε. Την έχω δει δυο φορές από τότε, λίγες κουβέντες, λίγα δάκρυα, λίγα φιλιά στο μάγουλο –μόνο τη Blanche φιλάω στο μάγουλο.

*από το βιβλίο "Μεσόγειος" του C. Lupus

Κείμενο: C. Lupus
Απαγγελία: Κ.Κ.
Ηχητικό: από τη "Βάρδια" του Ν. Καββαδία
Prod. by: Hanto
Ηχογράφηση-Μίξη: σλίτζι

28.10.20

Σκάντζα Λάντζα: Ραδιοφωνική εκπομπή


Σκάντζα, η: αλλαγή (βάρδιας) (από ποιήματα του Καββαδία)
Λάντζα, η: η λάντζα. Αυτό.

Για τους λαντζιέρηδες ποιητές και τους λούμπεν λογίους που μετά τη βραδινή βάρδια πίνουν ουίσκια ή περιπτερόμπιρες, καπνίζουν πίπες ή χύμα καπνό και θέλουν το σάουντρακ του νυχτερινού τους αράγματος να ακούγεται τσαχπίνικα σκοτεινό, σκαλωμένα υπαρξιακό ή ίσως απλά νυσταγμένο.

Ή, όπως το θέτει ο Ν. Λαπαθιώτης: 
"Ζινώντας αποβίδονο σαβίνι
κι απονιβώντας ερομιδαλιό,
κουμάνισα το βίρο τού λαβίνι
με σάβαλο γιδένι τού θαλιό".


Τετάρτες 23:00-01:00 στο https://strayvibes.com/radio/
με τους Ψογκ και Kosto


H playlist της πρώτης εκπομπής:

Οι playlist όλων των εκπομπών εδώ.

23.10.20

για τις εξελίξεις σχετικά με τον κορονοϊό (Μαμπέτι #12)



Πάντοτε ξεκινάμε με μια δυσπιστία προς αποφάσεις που παίρνονται πίσω από κλειστές πόρτες, πόσο μάλλον όταν δεν βασίζονται σε κάποια λογική σειρά, πόσο μάλλον όταν δηλώνεται πως οι αποφάσεις αυτές "είναι για το καλό μας", το οποίο εμείς δήθεν δεν γνωρίζουμε.

Φυσικά και δεν αρνούμαστε την ύπαρξη του κορονοϊού και την επικινδυνότητά του, αμφισβητούμε όμως τον βαθμό αυτής της επικινδυνότητας. Και, κυρίως, δεν εμπιστευόμαστε ούτε στο ελάχιστο την πολιτική του κράτους και των παγκόσμιων ελίτ, που έχουν δείξει πολλές φορές ότι μεταξύ των σκοπών τους, είναι και ο όλο και πιο ολοκληρωτικός έλεγχος του πληθυσμού. Η εμφάνιση του κορονοϊού λοιπόν, αποτέλεσε μια θαυμάσια ευκαιρία ώστε να κάνουν αρκετά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Αυτό δεν μπορεί να το διαψεύσει κανείς.

Δεν θα μπούμε στην διαδικασία να παραθέσουμε στοιχεία ή έρευνες προκειμένου να "αποδείξουμε" κάτι, μιας και δεν έχουμε την απαραίτητη κατάρτιση για κάτι τέτοιο. Γνωρίζουμε όμως ότι η όλη διαχείριση του ζητήματος από το κράτος ήταν άστοχη, ύποπτη αναφορικά με τον ποιoν εξυπηρετούσε και, εν τέλει, επικίνδυνη. Γνωρίζουμε επίσης ότι ο ιός δεν είναι δυνατόν να κολλάει με μια απλή βόλτα στην παραλία χωρίς μάσκα, τη στιγμή που "δεν κολλάει" στα κλαμπ στη Μύκονο και στη Σαντορίνη με τους χιλιάδες τουρίστες.

Τέλος, το ότι πολλοί ακροδεξιοί και φασίστες κάνουν κινητοποιήσεις "κατά του κορονοϊού" που συνοδεύονται από ποικίλα παραληρήματα, δεν σημαίνει ότι προκειμένου να τους αντιπαρατεθούμε πρέπει να καταλήγουμε να γινόμαστε απολογητές του κράτους και μαχητικοί υποστηρικτές της πολιτικής του.

Αν κάτι λοιπόν πρέπει να διαφυλάξουμε στο σήμερα και στις εποχές που έρχονται είναι η κριτική σκέψη, η αντίσταση στην προπαγάνδα των ΜΜΕ, η υπόστασή μας ως ελεύθεροι άνθρωποι και οχι ως υπηρέτες του καπιταλισμού που απλώς θα κάνουν ό,τι τους λένε.

Όσο οφείλουμε να προστατέψουμε την υγεία μας, άλλο τόσο οφείλουμε να προστατεύσουμε και την ελευθερία μας.


*το κείμενο περιλαμβάνεται ως editorial στο Μαμπέτι #12

3.10.20

σφιγμένα χείλη

 

Σαν πρώην που σ’ έγραψε στ’ αρχίδια της, κοιτάς τον χρόνο
και σαν, απ’ το περβάζι, αέρα που λυσσομανά.
Μες στα σφιγμένα χείλη σου, κλαψομουνιάζεις: «Κρυώνω».
Κανείς ποτέ δε σ’ άκουσε -κι εσύ ξανά μανά.

Πάντα σου φώναζε ο καιρός: «Γδύσου αν τολμάς! Ματώσου!»
Εσύ κουβέρτες έψαχνες, μπας κι απ’ τη ζωή κρυφτείς.
Φλώρε! Ποτέ δεν τόλμησες να μάθεις τον εαυτό σου.
Βολεύτηκες στις απαντήσεις μιας ματιάς κλεφτής.

Νιώθεις και, πόρνη αχόρταγη, τη μοναξιά να γλείφει.
Κι αράζεις μες στο στήθος της, το κρύο και μαλακό.
Η Πόρνη η  π ρ ο α ι ώ ν ι α. Τα βέρια με τη λήθη.
Η Πόρνη που ‘χεις για μαμά και φίλο καρδιακό.

Κι η ζωή, φασέα καγκούρισα σε GLX παπάκι,
κι ο κόσμος να σε προσπερνά, να τρως τη σκόνη του.
Σα στάσεις του μετρό περνούν οι μέρες σου, ανθρωπάκι,
εσύ που ξέμεινες ενός σταθμού σου ακλόνητου.

Και μες στην ανουσιότητα του δρόμου σου του τόσου,
που σε μπανίζει το Κενό κι ο Κόσμος δε σου αρκεί,
Φλώρε! Ποτέ δεν τόλμησες να αρέσεις στον εαυτό σου!
Βολεύτηκες στο κλαψομούνιασμά σου το γλυκύ.

Ομίχλη. 2021.


Ποίηση - Απαγγελία: Ψογκ
Prod. by Anabolic Beatz
Ηχογράφηση-Μίξη: σλίτζι

1.10.20

κάλεσμα σε συλλογή ειδών πρώτης ανάγκης για τη Δομή Φιλοξενίας Προσφύγων του Ελαιώνα

Είμαστε μία ομάδα φοιτητριών/τών από το Τμήμα Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία (ΤΕΑΠΗ, ΕΚΠΑ), η οποία δραστηριοποιείται από το 2015 μέχρι σήμερα στην πραγματοποίηση εκπαιδευτικών δράσεων στη Δομή Φιλοξενίας Προσφύγων του Ελαιώνα.

Καθώς λόγω των συνθηκών η διαβίωση στις δομές έχει γίνει ακόμα πιο δύσκολη, η ομάδα μας κινητοποιείται για τη συλλογή κάποιων ειδών που γνωρίζουμε ότι βρίσκονται σε έλλειψη στη δομή του Ελαιώνα:

-Είδη πρώτης ανάγκης (κυρίως κρέμες μωρών, πάνες, μωρομάντιλα, σερβιέτες)

-Σχολικές τσάντες (παλιές και καινούργιες ευπρόσδεκτες!)

-Ξυλομπογιές, ξύστρες, μπλοκ, στυλό, τετράδια σπιράλ 3 θεμάτων

-Φάρμακα (απλά τύπου Depon, κλπ.)

Σας καλούμε τη Δευτέρα 5/10 στην είσοδο του ΤΕΑΠΗ, στην Ναυαρίνου 13α (Eξάρχεια) να συμμετέχετε στη συλλογή.

* Όσες-οι δεν είναι εύκολο να έρθετε τη συγκεκριμένη ώρα/μέρα, μπορείτε να καλέσετε στα παρακάτω τηλέφωνα ώστε να κανονιστεί άλλη μέρα/σημείο συνάντησης.

6980081941 (Ναυσικά) / 6951165350 (Αλέξης)


Περισσότερα στη σελίδα της εκδήλωσης στο facebook.

Άυπνη πόλη (playlist)



Μα αν κανείς τα μάτια κλείσει
Μαστιγώστε τον αδέρφια
Μαστιγώστε τον για να `χει
Να `χει ορθάνοιχτα τα μάτια


*playlist: Ψογκ
*Όλες οι πλέιλιστ του σλίτζι εδώ.

25.9.20

Μαμπέτι, τέυχος 12

 


Περιεχόμενα:

Editorial: Για τις εξελίξεις σχετικά με τον κορονοϊό
Τζιτζί - Ψογκ
Η περιφρόνηση του οικείου - Esther Tats
Κι αν η κριτική μας αγγίζει και την κοινωνία, η ελπίδα μας βρίσκεται στον λαό - C. Lupus
Ηρεμία - C. Lupus
Άλτερ έγκο - Βανέσα Σελε

*φωτογραφία εξωφύλλου: maboured


Άλλα μέρη:


Όλα τα τεύχη είναι δωρεάν.

Αν θέλετε να σας στείλουμε αντίτυπα για να μοιράσετε στη περιοχή σας, επικοινωνήστε στο slitzi.info@gmail.com.

14.9.20

Νικολής

  Στα μελιά τα μάτια, στο κατάσκουρο δέρμα και στα καστανά μαλλιά. Στο μεσσαίο μπόι και στο γερό του σώμα, στα βρώμικα νύχια, στο ζαρωμένο μέτωπο και στ' αραιά μουστάκια, 'κει πάνω στηρίζει την καρδιά. Τα καλοκαίρια σπαρταρά κι όλο γυρίζει, κι όταν χειμώνας πιάσει και οι καιροί τον διώξουνε, τα κρύα 'κείνος χαϊδεύει, τους τραγουδά γλυκά και τα μαγεύει. Με το κρασί και με της θάλασσας τα γλέντια, τραβάν τα χρόνια και ήλιοι σβήνουνε, μα το κουπί πάντα κυλά και σπρώχνει, σε ξένα μέρη σε γνωστά, όπου καλούν οι άνεμοι, τη λευτεριά δεν τη στριμώχνει. Στη βάρκα χάραμα νωρίς, στο καφενείο πιο ύστερα, στάζει βυθό η μιλιά του, για τις γοργόνες που συνάντησε και τόπο μυστικό κρατά, για δίχτυα, παραγάδια, πουνέντες δυνατούς και πυροφάνια, για μακρινά ξερά νησιά, για αστέρια, για λιμάνια. Περνάν απ' τις παλάμες του οι αγάπες, χορεύουνε, ματώνουνε και σιγοτραγουδάνε, κι αυτός ο απονήρευτος, ο αλμυροθρεμμένος, μπαρκάρει και τις παρατά, την πρώτη την αληθινή ζητάει, να τρέχει μες την μπλε την αγκαλιά.

*το κείμενο περιλαμβάνεται στην Μεσόγειο

-C. Lupus

15.7.20

Playlist από το Dj set του σλίτζι στο Κομπρεμί (11/01/20)



Η playlist του Ψογκ από το Dj set του σλίτζι στο Κομπρεμί, που έγινε τον Ιανουάριο στο πλαίσιο του διήμερου για τα 5 χρόνια του σλίτζι.

Τα λέμε στα επόμενα.


*Όλες οι πλέιλιστ του σλίτζι εδώ.

4.7.20

Σε κάποια Βέρα τελοσπάντων...


Ξεπεσμένοι, ξοφλημένοι. Φάρμακα, φόβος, φρίκη. Τεμπέληδες, τρελοί, τελειωμένοι. Βάρος, βία, βάσανο. Βέρα! Άσπροι τοίχοι, άσπρα ρούχα. Μορφίνη. Δεν πάει άλλο, τέρμα. Ο γιατρός είπε ότι δεν έχω ελπίδες. Ότι όσο ζήσω θα είναι σκατά. Η χημεία σαν επιστήμη δεν έχει προοδεύσει αρκετά για να με κάνει να νιώθω ικανοποιητικά αλλιώς απ’ το πραγματικό. Είναι δύσκολη η περίπτωσή μου. Ο φύλακας μου είπε ότι δεν μπορώ να βγω στο δρόμο. Και ότι έχουν περάσει εφτά χρόνια απ’ το τελευταίο μου επισκεπτήριο. Και να βγω, πού θα πάω; Όταν έτρεξα έξω με βάρεσε, με έδεσε στην καρέκλα και μου έκανε την ένεση. Εκεί έχει προοδεύσει η χημεία. Τους δίνω λευκές κόλλες και τους λέω αυτό σκέφτηκα να ζωγραφίσω. Γιατί έχει αδειάσει η ψυχή μου. Αλλά δεν σκέφτονται ότι μπορεί να εννοώ και χιόνια. Ευτυχώς την τελευταία φορά ήρθε καλός κουρέας και με άφησε να τα κόψω μοϊκάνα. Της αρέσαν έτσι της Βέρας. Μου έλεγε: γιατί δεν τα κάνεις μοϊκάνα; Ορίστε ρε Βέρα, τα έκανα. Κι εσύ πουθενά. Αγαπάω τις νύχτες γιατί οι εφιάλτες διώχνουν τη μοναξιά μου.
*από το βιβλίο "Μεσόγειος" του C. Lupus

Ποίηση: C. Lupus Απαγγελία: Κ.Κ. Prod. by KTKA Ηχογράφηση-Μίξη: σλίτζι


30.6.20

Μαμπέτι, τεύχος 11



Περιεχόμενα:

Editorial: Τίποτα στον κόσμο
Η μοίρα - Ευγενία Σ.
Το καλοκαίρι συμβαίνει τις νύχτες - C. Lupus
Support art / Απάντηση - C. Lupus / Ψογκ
Οι ρίζες μου - Βανέσα Σέλε
Τα μικρά - Ψογκ

*φωτογραφία εξωφύλλου: maboured


Άλλα μέρη:

Βιβλιοπωλείο Αναλόγιο, Ρούσου Χούρδου 8, Ηράκλειο Κρήτης
Βιβλιοπωλειο Πολύγραφος, Χάνδακος 8, Ηράκλειο Κρήτης
Συεργατικό καφενείο Το Χαλικούτι, Κατεχάκη 3, πεζόδρομος Φορτέτσα, Ρέθυμνο
Συνεταιρισμός Τζεπέτο, Κατεχάκη και Χειμάρας, πεζόδρομος Φορτέτσα, Ρέθυμνο
Καφενείο π, Σάμου 2, Μυτιλήνη

Όλα τα τεύχη είναι δωρεάν.

Αν θέλετε να σας στείλουμε αντίτυπα για να μοιράσετε στη περιοχή σας, επικοινωνήστε στο slitzi.info@gmail.com.

16.6.20

μια συνηθισμένη μέρα στην Αθήνα


Θοδωρή, το λεωφορείο
μας πηγαίνει σα φορείο.

Αντηχεί μες στην Αθήνα
μια τρομπέτα, Τζελσομίνα.

Κι ένα λαούτο από τα πέρα,
γερο-Λαέρτη, στον αέρα.

Τάλα, Χομαγιούν, Βακάρ
και Νικόλα μας, καφάρ.

Ξέρει ο Λατσεζάρ: μεράκ.
Κι ο Μεσίρ από το Ιράκ.
Βίβες! Τσικουδιά κι αράκ.

Δόση ψάχνει ο φτωχο-Τσίου
Αύγουστο στη Βαλτετσίου

κι εξουσία πουλάει μ’ υφάκι
στη γωνιά ρομπότ-Στρουμφάκι.

Άσπρη ρόμπα και μορφίνη
εξαρχειώτη Γκαντολφίνι

κι εκλεγόμενοι Σοπράνος!
Αντί μπάλας, μπατσοκράνος

να κλωτσάνε τα παιδιά μας!
Να το πούμε απ’ την καρδιά μας
στους τρελούς κι αλήτες: γεια μας!


-Ψογκ
(σχέδιο: Ειρήνη)

*Τζελσομίνα: η ηρωίδα της ταινίας “La Strada” (1954) του F. Fellini
*Τάλα, Χομαγιούν, Βακάρ: γνωστοί πρόσφυγες
*Νικόλας: ο Καββαδίας
*καφάρ (γαλ. cafard): θλίψη, μελαγχολία & ποίημα του Καββαδία
*Λατσεζάρ: Βουλγάρικο όνομα
*μεράκ (мepak): “μεράκι” στα βουλγάρικα
*Μεσίρ: Αραβικό όνομα
*αράκ: είδος ρακής τών αραβικών χωρών της Αν. Μεσογείου (Γ. Τράπαλης)
*Τσίου: ο ήρωας της ταινίας “Τσίου” (2005) του Μ. Παπαδημητράτου
*Γκαντολφίνι, Σοπράνος: από τη μαφιόζικη σειρά “The Sopranos”


Υ.Γ.: Από την επετειακή έκδοση για τα 5 χρόνια του σλίτζι "Ό,τι κι αν σημαίνει, το γνήσιο δεν πεθαίνει".

10.6.20

εφιάλτης


απόψε
μόλις η καμπάνα του χωριού σημάνει μεσάνυχτα,
ξόμπλιασε τις λέξεις τούτες
πάνω στο λευκό σου φόρεμα
και ύστερα ψυθίρισέ του ένα φιλί
για να νιώσεις κάθε κλωστή του να σκίζεται με δύναμη
από τα χλωμά χέρια του φεγγαριού.



  
 *από την ποιητική συλλογή "Hex" των Μ. Καλοκαιρινού και Θ. Μελετέα.
  
Ποίηση: Θωμάς Μελετέας
Απαγγελία: Ψογκ
Prod. by ANex BEATS Production
Ηχογράφηση-Μίξη: σλίτζι

13.5.20

τί κατάφερε η καραντίνα - Μιχάλης Μαυρόπουλος




Αγαπητέ φίλε η πρώτη περίοδος κρίσης που γνώρισα στη ζωή μου, στα δεκαοκτώ μου χρόνια, στη Φλωρεντία φοιτητής στο πρώτο έτος, το μακρινό ’73, η πετρελαϊκή.

Μες τη ζαλάδα τους οι ιταλιάνοι, επιβάλλουν στο weekend ολοκληρωτική απαγόρευση κυκλοφορίας. Ήμουν πολύ νεαρός τότε για να αντιληφθώ και να εκτιμήσω το μέγεθος της ομορφιάς της πόλης δίχως αυτοκίνητα, πράγμα που με γοήτευσε αυτή τη φορά, κι ας μην ήταν ολοκληρωτική!

Δίχως καυσαέριο, ηχορύπανση, με πεζοδρόμια καθαρά από τραπεζοκαθίσματα, και το τραγούδι των πουλιών να γίνεται ακουστό και να αρέσει, μιας που τώρα πέσαμε πάνω στην Άνοιξη. Σε κάποιους φαίνεται μικρό πράγμα αυτό, στα μάτια μου τεράστιο!!

Καθημερινά διεξάγεται μια μάχη ανάμεσα σε υποτελείς και Κυρίους για το ποιος θα καταφέρει να πραγματοποιήσει σχέδια και επιθυμίες. Όταν, σε κάποιες στιγμές της Ιστορίας οι υποτελείς αποφασίζουν να χρησιμοποιήσουν την μεγάλη ποσοτική δύναμη που έχουν, μαζί με την ανεξάντλητη φαντασία κάποιων από αυτούς, τα αποτελέσματα είναι θαυμαστά και η ζυγαριά γέρνει προς την πλευρά τους.

Φτάνει να τολμήσουν. Είναι οι ίδιοι που φταίνε όταν ζουν εν υπνώσει, έρμαια της προπαγάνδας των αφεντικών, όπως συμβαίνει αυτή τη στιγμή.

Χειρότερος σύμβουλος του ανθρώπου ο κακός εγωισμός. Έτσι λοιπόν οι Κύριοι καταφέρνουν να παλουκώσουν τον υποτελή στον καναπέ του, διαχωρίζοντας τον από τον φυσικό του σύμμαχο, τον διπλανό, τον γείτονα υποτελή, λες και τα συμφέροντα τους είναι διαφορετικά! Βλέπουμε λοιπόν αντί για τάξη, πολλά κομμάτια αυτής, να στρέφονται πολύ συχνά το ένα ενάντια στο άλλο. Φίλους να γίνονται εχθροί για μια γυναίκα και αδέλφια να αλληλοσκοτώνονται για μια πατέντα.

Οι »πιστοί» να θέλουν να τρέξουν στις εκκλησίες, οι γυναίκες στα κομμωτήρια και στα ινστιτούτα καλλονής και οι άλλοι.. κι εγώ δεν ξέρω που! Αντί να στρέφονται όλοι μαζί κόντρα σε αυτούς που τους κλέβουν καθημερινά το όνειρο και τον ιδρώτα. Ίσως γιατί τις περισσότερες φορές, αν όχι πάντα, θέλουν να τους μοιάσουν, να γίνουν »κύριοι» κι αυτοί για να εκμεταλλεύονται αλλότριους ιδρώτες!

Από την φύση μου είμαι άνθρωπος αισιόδοξος. Πως να μην είμαι άλλωστε, χειμώνα καλοκαίρι τριγυρνώντας στη φύση, τόσο κοντινή στις πόλεις που κατοικούμε στην Ελλάδα. Αυτή τη στιγμή γράφω σ’ένα μπλοκάκι, μες το πράσινο των λόφων που περιβάλουν την Καβάλα. Λουλούδια, αρώματα, πουλάκια, την γαλήνια φασαρία της φύσης που πεθαίνει και ξαναγεννιέται διαρκώς. Εδώ γύρω δεν γίνεται να είσαι απαισιόδοξος!

Ας βγούμε λοιπόν απ’το καβούκι μας να δούμε τι έχει να μας Πει η Φύση! Πολύ την θυμόμαστε τελευταία λόγω του φόβου της επερχόμενης καταστροφής της, πάντα μες απ’τα καβούκια μας όμως. Μάλλον θεωρητική είναι η ανησυχία μας.

Δίπλα μας στέκει η εξοχή και η θάλασσα, κι έχουν τόσα να μας πουν για το που και πως να βαδίσουμε. Μόνο όταν την επισκεπτόμαστε, αφήνοντας πίσω κι έξω τις φασαρίες της πόλης απ’ το μυαλό μας, ήμαστε αληθινοί.

Η καραντίνα, [για μένα δεν ήταν τέτοια μιας και στην καθημερινότητα μου δεν άλλαξε απολύτως τίποτα] πέρα από την τρομοκρατία των Μέσων, που κι αυτή μπορέσαμε να αποφύγουμε, καθάρισε πόλεις θάλασσες αέρα φύση από το καυσαέριο – μας έδωσε δε την δυνατότητα να κοιτάξουμε μέσα μας, να αφουγκραστούμε το μέσα και το έξω. Ας είναι τα συμπεράσματα που θα γεννηθούν όμορφα και θαρραλέα!!

Έτσι κι αλλιώς η κανονικότητα στην οποίαν επιστρέφουν οι πολλοί ποτέ δεν μας άρεσε, κακοφτιαγμένη γαρ!!!

Υστερ. 1: Εδώ, περπατώντας ανάμεσα σε παπαρούνες πασχαλίτσες χαμομήλι, τάξεις δεν υπάρχουν! Ούτε στα βράχια και την αμμουδιά, εξισώνουν τους πάντες, δίχως ρούχα και μπιχλιμπίδια, μ’ένα μαγιό όσοι θέλουν να κρύψουν τη γύμνια τους, λίγο ψωμοτύρι και νεράκι, όλοι είναι όμοιοι!

Υστερ. 2: πριν λίγο πέρασε δίπλα μου, στα είκοσι μέτρα, ένα νεαρό γεράκι, πήγε και στάθηκε στο απέναντι πεύκο. Πριν λίγες μέρες νωρίτερα, πάντα στον ίδιο λόφο, πάνω απ’το κεφάλι μου πετούσε μια παρέα πελαργοί, απ’ την ανατολή έρχονταν,στα εκατό μέτρα από την πόλη όλα αυτά λαμβάνουν χώρα.

Πέρσι δε, στο ίδιο μέρος, θυμάμαι το αλεπουδάκι να τριγυρνά αμέριμνο μέχρις που σχεδόν έπεσε επάνω μας, είχα και τον σκυλαράκο μαζί μου, τον Ερνέστο, μόλις μας πήρε χαμπάρι χάθηκε μες τα πουρνάρια. Τα δεν σκιουράκια κάνουν πάρτι ανεβοκατεβαίνοντας τα πεύκα!

Υστερ. 3: όλα αυτά φυσικά είναι γραμμένα από έναν 65άρη. Δεν έχω την απαίτηση να τα συμμερίζεται ο νεαρός, σου το είπα φυσικά και στην αρχή αυτής της επιστολής.

Η καραντίνα ήταν μακρά κι αχρείαστη πλέον. Δεν κλείνεις στα σπίτια τους υγιείς επειδή δεν μπορείς να τους τεστάρεις. Ξόδεψες εκατομμύρια στα Μέσα για να μαυρίζουν τις ψυχές μας αντί σε τεστ και πρόληψη. Πρόληψη πρόληψη πρόληψη κύριοι. Δεν μπορείς στο νέο να απαγορεύεις να συνευρίσκεται, να αγκαλιάζεται, να κάνει έρωτα, να παρτάρει, να φιλιέται. Μήνες τώρα αγύρτες έχετε την απαίτηση να στεκόμαστε μακριά ο ένας από τον άλλο γιατί έτσι λέει δεν κινδυνεύουμε.

Δεν είναι ζωή αυτή, είναι αργός θάνατος, οπότε, προτιμούμε να πεθάνουμε όρθιοι.

Δεν μπορείς να φέρεσαι στη νεολαία όπως στα γερόντια. Εσύ κύριε, όπως κι αν σε λένε, που τα ίδια σου τα λόγια αναιρείς την επομένη. Όταν ζητάτε ομοψυχία μοναχά στα δικά σας κελεύσματα οι νέοι θα αντιδρούν, διαφορετικά δεν θα είναι νέοι.

Αφήστε τους νέους ν’ανθίσουν, κι εμάς να τους κάνουμε παρέα, άφοβα. Φτάνει με την τρομοκρατία σας.

Αυτά τα ολίγα είχα να σου πω φίλε μου, πάψε να τους ακούς, Στ/αγώνα έχουμε ανάγκη, καθημερινό. Πολλά φιλιά.

Σε χαιρετώ χαρούμενος και γελαστός μιαν όμορφη ημέρα….
Μιχάλης Μαυρόπουλος

8.5.20

support art


Ενώθηκαν λοιπόν οι καλλιτέχνες, ήρθε αυτή η ώρα. Ενώθηκαν όμως για ποιό λόγο; Για να περάσουν ένα μήνυμα δημιουργίας και αισθητικής, για να καταδικάσουν την απόλυτη και πολύπλευρη παρακμή της εποχής μας, για να πολεμήσουν μια κατάφωρη αδικία, για να υπερασπιστούν έναν πολιτισμό που συνεχώς αλλοτριώνεται και χάνει την αυθεντικότητά του; Όχι, ενώθηκαν για να διεκδικήσουν επιδόματα από τον Μητσοτάκη...

Τί σημαίνει όμως "art worker"; Η τέχνη είναι καταρχήν ένα μέσο ατομικής έκφρασης, ίσως και ένα μέσο διακριτικής κοινωνικής παρέμβασης. Σίγουρα δεν είναι ένα μέσο για να βγάλεις χρήματα, άσχετα που σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να προκύψουν και αυτά. Κανένα πρόβλημα, το πρόβλημα είναι όταν ο πρωταρχικός στόχος μετατοπίζεται από την ατομική έκφραση στο οικονομικό κομμάτι. 

Αναμφίβολα υπάρχουν διάφοροι εργαζόμενοι σε ζητήματα γύρω από την τέχνη, οι οποίοι ειδικά την συγκεκριμένη περίοδο αντιμετωπίζουν μεγάλο πρόβλημα με τα οικονομικά τους και οφείλουμε να τους στηρίξουμε.

Το λάθος όμως στην καμπάνια που γίνεται αυτό τον καιρό, είναι ότι αντιμετωπίζει την τέχνη εξαρχής ως εμπόρευμα και με αυτό τον τρόπο την απαξιώνει. Η τέχνη, ένα μέρος της τελοσπάντων, είναι από τα λίγα πράγματα που ακόμη δεν έχουν απορροφηθεί από τον καπιταλισμό, που δεν έχουν γίνει άλλο ένα γρανάζι της αστικής Μηχανής, που ακόμη τα κάνεις "για να τα κάνεις", τα κάνεις γιατί απλά σου αρέσουν και σε ικανοποιούν, χωρίς να αποσκοπείς σε κανενός είδους κέρδος.

Είναι -ή, για μένα, θα έπρεπε να είναι- έσχατος τρόπος έκφρασης των απόκληρων, των ευαίσθητων, των ταπεινών και των ρομαντικών. Όχι ακόμη ένας τρόπος διασκέδασης των βολεμένων.


Υ.Γ.: Μην ξεχνάμε τους εργαζόμενους στα νοσοκομεία και τα σουπερμάρκετ, τους υπαλλήλους στην καθαριότητα, τους ντελιβεράδες, τους ταχυδρόμους και όλους όσους αυτό το διάστημα εργάστηκαν πολύ παραπάνω, συνήθως με τα ίδια χρήματα.

-C. Lupus

16.4.20

μετάφραση από τα ιταλικά: Fabrizio de Andrè - Khorakhanè (Α forza di essere vento)




Στον τελευταίο του δίσκο "Anime Salve", o Fabrizio de Andrè μίλησε για τη μοναξιά. Μια μοναξιά -μοναχικότητα καλύτερα- που βιώνουν όσοι επιλέγουν να "ταξιδεύουν προς μία κατεύθυνση επίμονη και αντίθετη", αντίθετη προς αυτό που η πλειονότητα επιβάλλει. Η μοναχικότητα εδώ είναι πλήρως συνειδητή, είναι επιλογή αποξένωσης από το κοινωνικά "ορθό" εφόσον αυτό δεν τους εκφράζει. Μόνο στην απομόνωση θα καταφέρουν να συνειδητοποιήσουν, να διαμορφώσουν και να εκφράσουν εντέλει το δικό τους σύστημα αξιών, το δικό τους πιστεύω.

Μιλάει όμως και για τη μοναξιά που πηγάζει από την περιθωριοποίηση. Αυτό που υφίστανται όσοι δεν ανταποκρίνονται σε αυτό που η κοινωνία ορίζει ως "κανονικό", λόγω κάποιων έμφυτων χαρακτηριστικών. Έτσι, μια Princesa, που στεγάζει την θηλυκή της ψυχοσύνθεση και αυτοαντίληψη σε ένα αντρικό σώμα, θα αντιμετωπίσει την κοινωνική κατάκριση και την απομόνωση μέχρι το σημείο της ακραίας επίθεσης, της δολοφονίας.

Την ίδια κοινωνική απομόνωση υφίστανται και οι πρωταγωνιστές του τραγουδιού "Khorakhanè" (=οι αναγνώστες του Κορανίου) , τα μέλη, δηλαδή, μιας πολυπληθούς φυλής μουσουλμάνων Ρομά που μετακινήθηκε προς την Ιταλία κατά την περίοδο 1991-1993 στην κορύφωση του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία, με ρίζες από τη Σερβία και το Μαυροβούνιο, ιδίως από την περιοχή του Κοσσυφοπεδίου . Ήδη από τον υπότιτλο του τραγουδιού "A forza di essere vento" (=Η δύναμη του να είσαι άνεμος) θέτει το βασικότερο ίσως χαρακτηριστικό των Ρομά, το γεγονός πως πρόκειται για νομαδικό λαό με το σύνδρομο της "δρομομανίας", όπως ο De Andrè λέει, της συνεχούς μετακίνησης και της άρνησης μόνιμης εγκατάστασης σε έναν τόπο. Πρόκειται για έναν λαό που δεν συγκροτεί ποτέ αυτό που σήμερα ονομάζουμε οργανωμένο κράτος. Οι Ρομά μετακινούνται συνεχώς, ταξιδεύουν χωρίς ποτέ να στεριώνουν σ' ένα σπίτι, ακριβώς σαν τον άνεμο. Η εγκατάστασή τους στα εδάφη των χωρών τα τελευταία χρόνια δεν μπορεί να συγκριθεί με το μακραίωνο ταξίδι τους που έχει διαρκέσει πάνω από 2000 χρόνια, καθώς μαρτυρούνται ήδη από τον Ηρόδοτο ως νομαδικός λαός. Το ταξίδι τους δεν αποβλέπει σε καμιά Ιθάκη, δεν έχει σκοπό, δεν έχει προορισμό, ούτε καν τέλος. "Ταξιδεύουν για την ίδια την ουσία του ταξιδιού" κουβαλώντας μαζί τους όχι χρήματα, αλλά πολύτιμα αντικείμενα, "ένα διαμάντι κρυμμένο στο ψωμί". Γι’ αυτό άλλωστε, όποια κλοπή διαπράττουν αφορά τον χρυσό ή οποιοδήποτε άλλο, πολύτιμο ἠ μη, μέταλλο, καθώς η πώληση και η επεξεργασία μετάλλων αποτελεί το συνηθέστερο επάγγελμα των Ρομά. Σπάνια θα κλέψουν χρήματα, εφόσον στον πολιτισμό τους αντιμετωπίζονται ως πηγή κακού. Ο ίδιος ο Fabrizio παραδέχεται, χωρίς βέβαια να το επικροτεί, πως η κλοπή είναι μεν συνήθης πρακτική του λαού, αλλά ποτέ δεν έχουν διαπράξει κλοπή μέσω του τραπεζικού συστήματος, υπαινισσόμενος τους εμπλεκόμενους σε μεγάλα οικονομικά σκάνδαλα που ως επί το πλείστον ανήκουν στην παγκόσμια πολιτική και οικονομική ελίτ.

Πρόκειται για έναν λαό χωρίς συγκεκριμένη θρησκεία, που δεν διστάζει να πάρει στοιχεία από τον πολιτισμό της χώρας την οποία διαβαίνει, και του οποίου τα παιδιά "φέρουν το όνομα όλων των βαπτισμένων και το κάθε όνομα είναι σφραγίδα από μία άδεια εισόδου". Οι Ρομά διασώζουν την αρχέγονη σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο του οποίου "το βιβλίο μπορούν να διαβάσουν ενώ οι λέξεις ιριδίζουν" στο χαρτί, εφόσον δεν υπάρχει στη σκέψη τους η συμβατική άποψη για την παιδεία και την εκπαίδευση, με πρώτο βήμα την ανάγνωση και τη γραφή. Διαβάζουν, όμως, μέσα από μονοπάτια της παλάμης τα μυστικά του ριζικού, το βέβαιο μέλλον. Αντίθετα η έννοια του ιστορικού παρελθόντος, της μνήμης δεν υφίσταται για τους Ρομά, ο άνεμος που τους συνοδεύει τη διασπά και τη διασπείρει, και όπως ο Fabrizio λέει, δεν θα τους ακούσεις να μιλούν για τη μαζική εξόντωσή τους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου τουλάχιστον μισό εκατομμύριο άνθρωποι αφανίστηκαν, ή την καταδίωξη και τον εκτοπισμό τους κατά τον πόλεμο στην Γικουγκοσλαβία. Φυσικά ούτε τα οργανωμένα δυτικά κράτη θα μιλήσουν για αυτούς καθώς η Ιστορία γράφεται για να υπηρετήσει αυτούς που τη γράφουν και αποκλείει από τις σελίδες της αλλά και από το οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό παρόν τους λαούς που επιλέγοντας το ταξίδι κουβαλούν στην πλάτη τους μόνο πολιτισμό, όχι συγκεκριμένη εδαφική έκταση, και σίγουρα ποτέ όπλα, ούτε τη θέληση να υποτάξουν. Γι' αυτό και "είναι ο μοναδικός λαός που αξίζει το Νόμπελ Ειρήνης". Γι' αυτό πριν ο τραγουδοποιός δώσει τον λόγο στους ίδιους, διακηρύσσει πως κανείς δεν έχει το δικαίωμα να κρίνει τα παιδιά του ανέμου, ούτε για τις μικρές νυφούλες, ούτε για την επαιτεία μέσω της οποίας διεκδικούν την επιβίωσή τους, ούτε για την άγνωστη στον πολιτισμό της δύσης επιθυμία και ανάγκη του ταξιδιού χωρίς προορισμό. Τον τελευταίο λόγο θα τον δώσει στον Ρομά ποιητή Giorgio Bezzecchi που θα ονειρευτεί ένα καινούργιο ταξίδι μέσα από τη θάλασσα και τη φωτιά, που θα τον κάνει να αναζητήσει το πραγματικό του σπίτι, τον άνεμο, και να πετάξει μαζί με τα υπόλοιπα πουλιά, ελεύθερος στα χέρια του ανέμου.

Η ίδια ελευθερία που οι Ρομά ακολουθούν με το ταξίδι τους, αγγίζει και τους πρωταγωνιστές των υπόλοιπων τραγουδιών του δίσκου: την Princesa, την ερωτευμένη μεχρι σημείου τρέλας Dolcenera, αυτόν που πεισματικά ταξιδεύει προς την αντίθετη κατεύθυνση, το λευκό περιστέρι που πέταξε από το παράθυρο, τη Νίνα που πέταξε μασώντας μέλι και κερί, όλες τις ταραγμένες ψυχές που είναι πλέον ασφαλείς. Πώς; Απαρνούμενες κάτι που δεν τις εκφράζει και καταφεύγοντας στην απομόνωση, διαφυλάσσουν τη μοναδικότητά τους, "το δικαίωμα", όπως το λέει, "να ομοιάζουν με τον εαυτό τους". Και η προάσπιση της μοναδικότητας είναι ο μοναδικός δρόμος προς την ελευθερία.

-----------------------

Khorakhanè (Α forza di essere vento)

Khorakhanè (Η δύναμη του να είσαι άνεμος)  


Il cuore rallenta la testa cammina
In quel pozzo di piscio e cemento
A quel campo strappato dal vento
A forza di essere vento

Η καρδιά αγκομαχά και ο νους ταξιδεύει
μέσα σ' αυτό το πηγάδι από κάτουρο και τσιμέντο
μέσα σ' αυτόν τον καταυλισμό, τον ξεσκισμένο από τον άνεμο
που αναγκαστικά γίνεται άνεμος

Porto il nome di tutti i battesimi
Ogni nome il sigillo di un lasciapassare
Per un guado una terra una nuvola un canto
Un diamante nascosto nel pane

Φέρω το όνομα όλων των βαφτισμένων
κάθε όνομα (είναι) μια σφραγίδα από μια άδεια εισόδου
για ένα πέρασμα, μια χώρα, ένα σύννεφο, ένα τραγούδι,
ένα διαμάντι κρυμμένο μέσα στο ψωμί

Per un solo dolcissimo umore del sangue
Per la stessa ragione del viaggio viaggiare
Il cuore rallenta e la testa cammina
In un buio di giostre in disuso

Για μία και μόνη γλυκύτατη αίσθηση μες στο αίμα
Για την ίδια την ουσία του ταξιδιού, να ταξιδεύεις
Η καρδιά αγκομαχά και ο νους ταξιδεύει
γύρω από ένα σκοτεινό, παρατημένο γύρω-γύρω-όλοι

Qualche rom si è fermato italiano
Come un rame a imbrunire su un muro
Saper leggere il libro del mondo
Con parole cangianti e nessuna scrittura

Μερικοί Ρομά κατέληξαν ως Ιταλοί
σαν τον χαλκό που σκουριάζει στο τοίχο
Να ξέρεις να διαβάζεις το βιβλίο του κόσμου
χωρίς καθόλου γραφή, με τις λέξεις να τρεμοπαίζουν

Nei sentieri costretti in un palmo di mano
I segreti che fanno paura
Finché un uomo ti incontra e non si riconosce
E ogni terra si accende e si arrende la pace

ανάμεσα στα στενά μονοπάτια της παλάμης ενός χεριού
τα μυστικά που προκαλούν τρόμο
μέχρι ενας άνθρωπος να σε συναντήσει και να μην μπορεί να αναγνωρίσει πια τον εαυτό του
και η κάθε χώρα να παίρνει φωτιά και να παραδίδεται η ειρήνη.

I figli cadevano dal calendario
Yugoslavia Polonia Ungheria
I soldati prendevano tutti
E tutti buttavano via

Τα παιδιά έπεφταν από το καλεντάρι
Γιουγκοσλαβία, Πολωνία, Ουγγαρία
οι στρατιώτες τούς μάζευαν όλους
και τους πετούσαν όλους μακριά

E poi Mirka a San Giorgio di maggio
Tra le fiamme dei fiori a ridere a bere
E un sollievo di lacrime a invadere gli occhi
E dagli occhi cadere

Και μετά η Μίρκα τον Μάιο, του Αγίου Γεωργίου
ανάμεσα στα φλογισμένα λουλούδια, να πίνει και να γελάει
και μια ανακούφιση με τη μορφή δακρύων να πλημμυρίζει τα μάτια
κι απ'τα μάτια να κυλά

Ora alzatevi spose bambine
Che è venuto il tempo di andare
Con le vene celesti dei polsi
Anche oggi si va a caritare

Σηκωθείτε τώρα μικρές νυφούλες,
γιατί ήρθε η ώρα να φύγετε
με τις γαλάζιες φλέβες στους καρπούς σας
ακόμα και σήμερα πρέπει να ζητιανέψετε

E se questo vuol dire rubare
Questo filo di pane tra miseria e sfortuna
Allo specchio di questa kampina
Ai miei occhi limpidi come un addio

Κι αν αυτό κάποιοι το ονομάζουν "κλοπή"
αυτό το λιγοστό ψωμί, κάτι μεταξύ μιζέριας και τύχης
μέσα στον καθρέφτη αυτού του τσαντιριού
μέσα στα υγρά μάτια μου, σαν ένα "αντίο"

Lo può dire soltanto chi sa di raccogliere in bocca
Il punto di vista di Dio

έχει το δικαίωμα να το ονομάσει έτσι
μόνο όποιος στο στόμα του κατέχει την άποψη του θεού.

Cvava sero po tute
I kerava
Jek sano ot mori
I taha jek jak kon kasta

«Θ' ακουμπήσω το κεφάλι στον ώμο σου
ένα θαλασσινό όνειρο απόψε να δω
κι αύριο μια φωτιά με ξύλα
μεχρι που ο γαλανός αέρας
να γίνει το σπίτι μου».

Vasu ti baro nebo
Avi ker
Kon ovla so mutavia
Kon ovla
Ovla kon ascovi
Me gava palan ladi
Me gava
Palan bura ot croiuti

«Kαι ποιος θα το διηγηθεί
ποιος θα είναι;
Θα είναι όποιος μείνει πίσω
εγώ θ’ ακολουθήσω αυτήν την αποδημία
θ' ακολουθήσω
αυτά τα φτερωτά κύματα».

-Ελίσια