Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στίχοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στίχοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

19.8.17

τζιτζί

Ρόδες που στις ράγες σκούζουν.
Λόγια που στα χείλια τσούζουν:
«Δεσποινίς δε ζητιανεύω,
χθεσινό ψωμί γυρεύω».
Δε μ’ ακούει η δεσποινίδα
που ‘χει μάθει μες στη χλίδα-
να χαλούσε το 3G!
Τόσα βλέμματα τριγύρω
αχ να κάναν ένα γύρο
κι όλα θα ‘τανε τζιτζί!

Λίγο απόξερο κουλούρι
να το μασουλάω για γούρι
και γυρίζω μ’ άδεια χέρια
στης Αθήνας τα λημέρια.
Στραβοκοίταγμα ενός μπάτσου.
Παρακάτω, στίχοι Γκάτσου.
στην υγειά σου λαφτατζή!
Να ‘χα μόνο μια δεκάρα
για να σου ‘δινα, ή τσιγάρα
κι όλα θα ‘τανε τζιτζί!

Πλάι στου λεωφορείου τη στάση,
-τρία τέταρτα να φτάσει-
και στο φως μιας νέον ταμπέλας
η σιλουέτα μιας κοπέλας.
Τι να ακούει στ’ ακουστικά της;
Στο mp3 τα μυστικά της!
«Να καθίσουμε μαζί;»
Νέον ο φωτισμός και γκλίτερ
να ‘χαμε ένα headphone splitter
κι όλα θα ‘τανε τζιτζί!

-Θοδωρής. Εσύ; -Σορένα.
Απ’ το πρωί ψαλίδι-χτένα
για δυο τάλιρα, ως τις δέκα,
και μια μπύρα, η γυναίκα.
Εδώ πέρα κατεβαίνω.
Τρία στενά πιο κάτω μένω
κι από δω θα πάω πεζή.
Να ‘χες μόνο ένα αναπτήρα
για να μου άνοιγες τη μπύρα
κι όλα θα ‘τανε τζιτζί!

Κλαψουράει το λεωφορείο
σα βρυχώμενο θηρίο.
Μια μπασκέτα στο ημίφως.
Έφηβα αλητάκια μ’ ύφος.
Σ’ ένα δέντρο ένα μπαλόνι.
Το παράθυρο θολώνει.
Το μπαλόνι κρεμεζί.
Να ‘φτανα για να πηδήσω
στο παγκάκι να τ’ αφήσω
κι όλα θα ‘τανε τζιτζί!

Γκύζη, Νεάπολη, Πανόρμου.
Mp3 η βοή του δρόμου.
Βρώμα κι αστική σαπίλα.
Όνειρό μου σιγοκύλα!
Στα βρωμόνερα αυτά τσάρκα
με το λεωφορείο για βάρκα-
βίρα ασφάλτου γεμιτζή!
Να ‘χαμε άλλη μία ωρίτσα
όρεξη για κουβεντίτσα
και στο ράδιο Μπακιρτζή!

Μπακιρτζή ή κανά ρεμπέτη,
οδηγέ μου μπερεκέτι!
Μόνο ακόμα κάμποση ώρα
να γυρίζουμε τη χώρα,
να μη φτάσουμε στο τέρμα,
στα σμπαράλια μου τα έρμα-
κάνε αργά λεωφορειατζή!
Κι αν τα βλέφαρά μου κλείνω
αχ δεν έχω πού να μείνω
μα εδώ μέσα όλα τζιτζί!
-ψ.ψ.

18.4.17

ο δρόμος

Εμπρός ο δρόμος σιωπηλός, δεν περπατούν διαβάτες
Μονάχα εγώ τον περπατώ, με τη σιωπή στις πλάτες

Αντί πλακών, ο δρόμος μου έχει παλιά ρολόγια
Τι ωροδείκτες βιαστικοί κι ατέλειωτα ανηφόρια

Κοιτάζω στον ορίζοντα, πού βγάζει διερωτάμαι
χαλί που ξετυλίγεται όσο το περπατάμε

Με κιμωλία ένα παιδί κάτι χαράζει κάτω
Κι άμα το δεις στο δρόμο σου, παίζει κουτσό κεφάτο.

-ψ.ψ.

17.2.17

κοιτάζει απ’ το παράθυρο της φυλακής του έξω

Κοιτάζει απ’ το παράθυρο της φυλακής του έξω:
δυο περιστέρια ψάχνουνε για φαγητό τα έρμα
οι αμυγδαλιές νανούρισαν στο χώμα τα παιδιά τους
της μάνας Γης και κλέβουνε τα δυο πτηνά το σπέρμα

Τους σπόρους τούς ταΐζουνε στα νεογέννητά τους
τ’ αυγά να παρατήσουν και να φύγουν για τον ήλιο
κι αν τα φτερά του απρόσεκτου πιλότου θα καούνε
τ’ αδέλφια του θα ξέρουν να μην πάθουνε το ίδιο

Τα δόντια του θηρίου μες στο αίμα κολυμπούνε
ένα συντρόφι του θρηνεί το πένθιμο κοπάδι
το αίμα στάζει στην καρδιά του δολοφόνου μέλι
φαΐ στο πιάτο θα ‘χουν τα μικρά του για το βράδυ

Ο εμπρηστής του Φοίνικα την ευζωία του θέλει
κι ο δολοφόνος του Ίκαρου είν’ της ζωής ο φάρος 
ο Θεός άμα πεινάσει καταπίνει ένα παιδί του
κι ο πιο μεγάλος θαυμαστής της ζήσης είν’ ο Χάρος

Στα ξαφνικά θυμάται τι μικρό που ειν’ το κελί του
και Πλάτωνα πως φώναζαν τον συγκρατούμενό του
πως κάποια μέρα εκείνος του ‘πε «φεύγω, πάω να παίξω»
και πως η φυλακή του ήταν απλώς το σπήλαιό του.

-ψ.ψ.

10.1.17

απόκληρος

Πάλι τα μάτια μας δακρύσαν άθελά μας
πάλι τα πόδια μας αφήσανε το χώμα
πάλι μας ξέχασε στη φτωχογειτονιά μας
κι άδειο από εμάς ξεμάκρυνε, μονάχο του, το σώμα

Περνούν οι τόποι μας μπροστά μας σαν ταινία
πρόσωπα, θύμισες, στιγμές που δεν θα ‘ρθούνε
κοιτάμε πίσω μας σα φεύγουν μία-μία
τις τρώει ο ορίζοντας κι απ’ την αχλή κοιτούνε

Τα πόδια μας αλλού, αλλού οι συνειρμοί μας
τα βρύα στο δεντρί δεν ξέρουν πού να βγούνε
ένα μας όνειρο θαμπό στη διαδρομή μας
τ’ ακολουθούν οι σόλες μας, μα να το βρουν αργούνε

Κι όσο επιπλέουμε σαν αδειανό καράβι
χαμένα γράμματα στο δρόμο οι αγκάλες
που ο παραλήπτης τους ποτέ δε θα τα λάβει
κι ας κουβαλούνε τις μικρές, των βλέφαρών μας στάλες.

-ψ.ψ.

28.10.16

αμφιλύκη

Mε δυο τρένα δυο αγόρια
δυο κορίτσια με βαπόρια
φτάνουνε τέλη του μήνα
και θα σμίξουν στην Αθήνα.

Δυο οι αγκαλιές των φίλων
τα χαμόγελα ως τ’ αυτιά τους
δυο φιλιά των ερωτύλων
κι οι χειμώνες μακριά τους.

Tα χαμόγελα ως τ’ αυτιά τους
οι χειμώνες μακριά τους
χαραυγή, στο μάτι τσίμπλα
και οι άνθρωποί τους δίπλα.

Μήνες τρεις κοντά περάσαν
κι ούτε καταλάβαν πότε.
Τα ματόκλαδα σκουριάσαν,
πρώτο δείλι από τότε.

Τι να πρόλαβαν να ζήσουν;
-πώς μετριέται η ζωή σου;-
Μια ζωή στου Φιλοπάππου
έρημη ταράτσα κάπου

μια καρέκλα σ’ έναν κέδρο
Αμοργού ρακή ψημένη
άλλη μια ζωή στον Κέδρο
και μισή στην Αμιένη

Τέσσερις ζωές στην Κρήτη
μια ταινία σ’ ένα σπίτι
το Σαλό ή το Λα Νότε;
Πρώτο δείλι από τότε.

Σε στρατώνες με τη Μπέλλου
με το Νίκο στο καΐκι
μυστικό του οινομέλου:
η ζωή μιαν αμφιλύκη.

Μήνες τρεις κοντά περάσαν
πρώτο σούρουπο από τότε.
Τα ματόκλαδα σκουριάσαν,
πότε βράδιασε, για πότε;

Απαρχές του μαύρου μήνα
φεύγουν τώρα απ’ την Αθήνα
δυο κορίτσια με βαπόρια
με δυο τρένα δυο αγόρια. 
-ψ.ψ.

30.9.16

Αιγαίο πέλαγος

Μαύρα πανιά τώρα λοιπόν σηκώνω στη ζωή μου
τέτοια καθώς μου έδειξε ο ορίζοντας μπροστά
ορίζοντας ανήλιαγος και μαυροφορεμένος
κουκουλοφόρος δήμιος, λεπίδα που βαστά

Δείτε Θεοί πώς ντύθηκαν οι γλάροι σαν κοράκια
οι ναύτες νέγροι βάφτηκαν από το Τζιμπουτί
κι ο Ποσειδώνας φόρεσε του Χάρου το μανδύα
και θύμισε το Σούνιο του Αχέροντα ακτή

Μ' αν είν’ τα σύννεφα απλώς μια φορεσιά του ήλιου
κι αν είν’ στ’ αλήθεια ο δήμιος κορίτσι τρυφερό
οταν θα δεις το πέλαγος βαμμένο στ’ όνομά μου
μάυρο θα δεις κατάμαυρο το κρύσταλλο νερό.

-ψ.ψ.


Υ.Γ.: Στο ποίημα μιλάει ο Αιγέας, πατέρας του Θησέα.

2.9.16

yūgen

Τον ουρανό τα χνώτα μας
έφτασαν κι ακουμπήσαν
δροσοσταλίδες γίνηκαν
και τη νυχτιά στολίσαν

Της γριάς πηγής οι χούφτες της
γεμίσαν πεφταστέρια
και στ’ άδειο ρέμα τα πετά
σα βόλους με τα χέρια

Κι από τις όχθες τ’ άτακτο
κρυφά τ’ αστροκοπάδι
γλιστράει στην αιώρα μου
κουβέρτα για το βράδυ.

-ψ.ψ.

18.7.16

καλοκαίρι

Κάπου απ’ τα νότια κι ίσως απ’ τα παλιά
γλύφει ο μπάτης το φτερό μιας αλκυόνας
κι όπως το κύμα το γιαλό, το μέτωπό μας
μπλέκοντας λίγο καλοκαίρι στα μαλλιά

Να μας θυμίσει ότι στέκουμε γυμνοί
σε παραλία άδεια και σ’ αυγής το κρύο
και σαν ο ήλιος ξεδιπλώνεται στα δύο
μέν’ η γραμμούλα των βημάτων μας μονή

Ήσυχα σβήνουν η βραδιά και το κρασί
κι ο ήλιος δείχνει με το δάχτυλο τη γύμνια
μελαχρινή μου στα χειρότερα μπουρίνια
θα ‘ναι ζεστά αν είσαι ρούχο μου εσύ

Άραγε το ‘φερε στ’ αλήθεια η νοτιά
μαζί με κρίνων μυρωδιές το καλοκαίρι
ή μιας κοπέλας που μου άπλωσε το χέρι
η θαλασσιά της και η ντροπαλή ματιά;

-ψ.ψ.

30.5.16

αμυγδαλιά

Αμυγδαλιά που ντύθηκες
απόψε στα καλά σου
και στων μεγάλων τη γιορτή
σαν κοριτσιού το κομφετί
σκορπίζεις τη χαρά σου

Είδες και δε θυμήθηκες
δυο μάτια κουρασμένα
πως η ποδιά σου η λευκή
είχε μια θέση μαλακή
κάποτε και για μένα.

-ψ.ψ.

11.4.16

κύκλος


Εκεί που δίνει ο ανθός τα χέρια με το Χάρο
και οι πνοές που γίνονται καπνός από τσιγάρο
στην ασταθή των σκοτεινών αβύσσων γέφυρα
παρένθεση φωτός κι ανοίξανε τα βλέφαρα

Και βλέπει απέναντι ψηλό, που τον καλούσε, όρος
μα τον κρατάει δέσμιο μακρύς ομφάλιος λώρος
Πρωτόγονα γρυλίσματα και δάκρυα παιδιού
την αλυσίδα κόβουνε τα δόντια του θεριού

Γυμνός και άοπλος προχωρά για το μακρύ ταξίδι
το πρώτο αίμα χύθηκε πριν ξεκινήσει ήδη
και πάνω στις μπορντό, που παρατά, πατημασιές
με τον καιρό φυτρώσανε λιγνές τριανταφυλλιές

Στα βράχια τα απόκρημνα, το στέρνο του ιδρώνει
για να γευτείς τα σύννεφα δε σ’ οδηγούν οι δρόμοι
Βουίζοντας, μια μέλισσα του μουρμουράει στ’ αυτί
τη διώχνει με το χέρι του. τον ρώταγε «γιατί;»

Πίνει λοιπόν τα δάκρυα και τις πληγές του θάβει
και κοκκινίσαν οι πλαγιές και μύρισαν θειάφι
μερόνυχτα στοιβάχτηκαν στα πόδια του πολλά
απάνω τους που πάταγε να φτάσει πιο ψηλά

Οι ουρανοί κουράστηκαν ν’ αλλάζουνε στολίδια
για τ' αφελή τα μάτια του. του μοιάζαν όλα ίδια
Και σαν ο ήλιος κίναγε για μια στερνή στροφή
περήφανα το πόδι του πατά στην κορυφή

«Τα σύννεφα είν’ το κάστρο μου, τ’ άστρα τ’ ασημικά μου,
οι γέφυρες και οι ανθοί και τα βουνά δικά μου»
καυχιότανε κοιτάζοντας τον κόσμο το μικρό
ώσπου έφτασε απρόσκλητο το βρόχινο νερό

Ξεπλένοντας τη σκόνη του, τ’ αρχαίο μυστικό του
να του το πει αποφάσισε το πορφυρό βουνό του
γυμνά και του ‘δειξε τα βράχια του τα κόκκινα
κι ήταν σωρός απ’ άψυχα κορμιά ανθρώπινα

Ο ήρωάς μας άφωνος κοιτάζει προς τη δύση
μαντήλι ο ήλιος του κουνά, για να τον χαιρετήσει
Mία σπηλιά στενή βρίσκει και μέσα κρύβεται
στο σκότος κουλουριάζεται και συλλογίζεται

«Χαλίκια θέλουν οι αμμουδιές, λουλούδια τα λιβάδια
στάλες νερού η θάλασσα κι η άβυσσος σκοτάδια
Χαλίκι και λουλούδι κι ήρθε ώρα να γενώ
και στάλα και σκοτάδι για το ύπουλο βουνό»

Ο ανθός κι ο Χάρος ξέρουνε πως είναι τ’ όρος ψέμα
και του σπηλαίου το τοίχωμα είναι βαμμένο μ’ αίμα
με αλυσίδα δένεται αυτός με τη σπηλιά
στ’ αφεντικά τους γύρισαν στο τέλος τα σκυλιά

Έληξε το ταξίδι του, κάποιο άλλο θα αρχίσει
τσιγάρο νέο θ’ αναφτεί μόλις ετούτο σβήσει
Γέρνει λοιπόν τα βλέφαρα, σε στάση εμβρυακή,
και όταν τα ξανάνοιξε, δεν ήταν πια εκεί.
-ψ.ψ.

10.3.16

στο γλέντι

Στο γλέντι ξεφαντώνανε
δυο νέοι μεθυσμένοι
τα ντέρτια τους τελειώνανε
κανένα δεν ξεμένει

Ο ένας μ’ ούζο και ρακή
αδιάλυτα κεφάλι
μον’ έκανε κι ο παρακεί
με βότκα πορτοκάλι

Ο πρώτος έπαιρνε τ’ αλκοόλ
έβηχε και γελούσε
κι ο άλλος μ’ αναψυκτικό
τη γεύση ξεγελούσε

Κι οι δύο μια τρελή βραδιά
ποθούσανε να ζήσουν
κι ίσως με κάποια κοπελιά
το γλέντι να τ’ αφήσουν

Ένας τους πίνει και μεθά
τ’ ανιαρό μυαλό του
όμως ποτέ του δεν ξεχνά
το άψογο τανγκό του

Ο άλλος κάπως άσκοπα
μεθάει για να μπορέσει
σ’ άγρια κίνηση άρρυθμα
ό,τ’ ένιωθε να τρέψει

Γνωρίσανε δυο κοπελιές
τους πρώτους τους θαυμάζαν
«μα τι ωραίοι χορευτές»
τους άλλους τους χλευάζαν

Οι πρώτοι φύγαν από κει
και προς το σπίτι οδεύουν
Οι άλλοι μόνοι στην ακτή
αδιάκοπα χορεύουν

Στο σπίτι εκείνος τη μικρή
σαν τρόπαιο καμαρώνει
και ρίχνει αυλαία η γιορτή
μόλις εκσπερματώνει

Κι αυτοί στην άμμο την αυγή
που ‘χε σβηστεί το βήμα
είχανε πια ερωτευτεί
τους ίδιους και το κύμα

Μαντέψτε τώρα από τους δυο
το ποιος είχε μεθύσει
με τη ρακή και ποιος χυμό
στη βότκα του είχε ρίξει

-ψ.ψ.

5.2.16

συμπληγάδες πέτρες

Μια ιστορία που ξεγέλασε τη λήθη
είπαν δυο μάτια σε δυο άλλα σιωπηλά
σαν πλησιάζανε μια νύχτα ντροπαλά
κι άσβηστο έμεινε αυτό το παραμύθι:

Κάποιον καιρό παλιό στου έρωτα τα χνάρια
στέκαν παράλυτοι δυο βράχοι μοναχοί
και δεν ακούει τη θλιμμένη τους ευχή
θαλάσσης κύμα που τους βρέχει τα ποδάρια

Άλμπατρος διάβαιναν, σκαριά και περιστέρια
μέσα στα χνώτα τους και σκίζαν την πνοή,
το μόνο χάδι που ‘χουν στείλει μια ζωή
τα μόνα που ‘μπλεξαν, με καρδιοχτύπι, χέρια

Και μια βραδιά που μόνο το χλωμό φεγγάρι
τούς χώριζε με μια, από ψηλά, βουτιά
σεισμός κρυφός δύο απόδημα πουλιά
που πλάγιαζαν ξυπνά κι έναν τρελό βαρκάρη

Και είπαν πως δεν είδαν κύμα να διπλώνει
και γη να έχει νιώσει θεϊκή δουλειά
μόνο δυο βράχους π’ αψηφούνε το ντουνιά
και ό,τι μπαίνει ανάμεσά τους κάνουν σκόνη

Στα βλέφαρα μπλαβές και αχανείς κοιλάδες
κι απομακρύνθηκαν τα στόματα ξανά
το παραμύθι τελειώνει σιγανά
κι απόηχος μένει από δυο πέτρες συμπληγάδες.

-ψ.ψ

29.11.15

η πρόσφυγας

Στου ουρανού το υπόγειο, που κείτεται αιχμάλωτη,
μια μάνα άνιφτη ολοβραδίς αναστενάζει
κι ένας θεός που ίσως ν' άκουσε τη μητρική ευχή,
βουρκώνει απ’ το μαράζι της και ρίχνει μαύρο δάκρυ
μπροστά στου οριζόντου το φρεσκοβαμμένο άλικο.

Μα στης μητέρας την καρδιά, την ανοιχτή κι ευάλωτη,
της ζωγραφίζει χαρακιές το θεϊκό χαλάζι.
Μόνο οι γοργόνες μεσοπέλαγα είδανε μια ψυχή
που διέσχισε του ορίζοντα τη ρουσογάλανη άκρη
κι ένα μικρού μεγέθους, να επιπλέει, κοντομάνικο.


-ψ.ψ.


(Υ.Γ.: Οι στίχοι είναι βασισμένοι σε αληθινή ιστορία, την οποία μας μετέφερε από δική του εμπειρία ο Αγγέλας: «Σε μια κατάληψη για τους πρόσφυγες υπήρχε μια γυναίκα από τη Συρία, της οποίας τα 3 από τα 4 παιδιά πνίγηκαν στην προσπάθειά τους να φτάσουν στην Ελλάδα. Η γυναίκα έκτοτε φοβάται το νερό, αφού την παραπέμπει σ' αυτό το γεγονός, σε σημείο να μην μπορεί καν να κάνει μπάνιο. Τα μωρομάντηλα ήταν η μόνη λύση που μπορέσαμε να βρούμε»)

9.9.15

το σκουλήκι

Ένα σκουλήκι έχει βαθιά μου
άνετη χτίσει φωλιά ζεστή
και σ’ έχει υπάκουο ξενιστή
σαπιοκαρδιά μου

Ονείρων πότη, γαλήνης κλέφτη
εμπόδιο στέκεις για τη μιλιά
και ροκανίζεις μες στην κοιλιά
μπρος στον καθρέφτη

Σαν το σαράκι μέσα στ’ αμπάρια,
τρως να μ’ αφήσεις σώμα κενό
και των δακρύων, όταν πονώ,
ψάχνεις τα χνάρια

Σκουλήκι, η σκέψη πώς με τρομάζει
μην παρατήσεις μες στη ματιά
στεγνή και άδεια τη μοναξιά
δίχως μαράζι

Και αν, σαράκι, φτάσεις στην πρύμνη
του σαπισμένου μου καραβιού
θα το βουλιάξεις μέσα στου νου
τη μαύρη λίμνη

Παράσιτό μου, για να γεμίσω
την κούφια, μόνο ζητώ, καρδιά
σε δύο χέρια, για μια βραδιά
να την αφήσω.
  -ψ.ψ.

13.8.15

μυστικό

Ένα ρίγος στο άγγιγμα
τ’ ουρανού στο κορμί μου
των φερέγγυων άστρων
και σεντόνι τ’ αέρι

Απ’ αλάργο ο ψίθυρος
του κυμάτου η μπάντα
σα νανούρισμα μάνας
από άγνωστα μέρη

Η Κασσιόπη στο πλάι μου
και η Άρκτος παρέκει
μυστικά μουρμουρίζουν
κι ο Θεός μπεκροπίνει

Φυσαλίδα στο πέλαγος
μια στιγμή στους αιώνες
ο Θεός ζει μονάχα
μια στιγμή σαν εκείνη.

-ψ.ψ.

14.6.15

ο στιχουργός


Κάποιο Σαββατόβραδο ψυχρό
ή μια Δευτέρα ενός Αυγούστου
ημίφως και κλεισούρα και ποτό
κι ο στιχουργός πεθύμησε να γράφει τους καημούς του

Θυμήθηκε ξανά το χθες
μετά από μήνες ή χρονιές
σε μια στενή σανίδα
και δες τον αντιμέτωπο
μονάχο του στο μέτωπο
με τη λευκή σελίδα

Πρέπει να ‘φτασε Παρασκευή
γύρω στα μέσα Οκτωβρίου
Ακόμα η σελίδα του κενή
κι αυτός στην αποπνικτική οσμή του δωματίου

Απ’ την αδράνεια για να βγει
κείνο το κάτασπρο χαρτί
είχε νομίσει λύση
μα πλέον ο ακατάστατος
ο χώρος ο δυσδιάστατος
τον είχε φυλακίσει

Κόντευε να φτάσει Κυριακή
με άνοιξης θερμοκρασία
κι από το σπίτι αυτός χωρίς να βγει
να κυνηγάει μια φτηνή ομοιοκαταληξία

Οι μέρες πώς περνούσανε
και σ’ όσους τον ρωτούσανε
για την παλιά δουλειά του
έλεγε πως ωρίμαζε
η τέχνη του κι ετοίμαζε
το αριστούργημά του

Σαν να επιταχύνουν οι καιροί
και στο αυτί να του φωνάζουν
ούτε Δευτέρα ούτε Κυριακή
οι μέρες λίγες ώρες μέχρι τ’ αύριο φαντάζουν

Μα στίχος δεν του ‘ρχότανε
να γράψει τι σκεφτότανε
και ένιωσε μια θλίψη
κι ευθύς ενθουσιάστηκε
γιατί ξανααισθάνθηκε
κι αυτό του είχε λείψει

Κι έρχεται ξανά στο λογισμό
παλιά που της ζωής τον τοίχο
σκαρφάλωνε το κάθε δειλινό
κι από την άλλη έβρισκε τον πιο βαθύ του στίχο

Όμως η σκέψη της ζωής
τον τρόμαξε και είπ’ ευθύς
“γω τη ζωή την είδα”
και τις αφέλειες άφησε
κι αμέσως ξανακάθισε
μπρος στη λευκή σελίδα.

-ψ.ψ.

12.5.15

το σταυροδρόμι


Σαν το χωριό μου άφησα πίσω μου και διαβήκα
δρόμο μακρύ, συνάντησα πελώριο σταυροδρόμι
χιλιάδες δρόμοι τέμνονταν με δίχως πινακίδες
μεμιάς αναρωτήθηκα κι αναρωτιέμαι ακόμη

Κάποια απ’ τα μονοπάτια του είχαν για χώμα αγκάθια
και άλλα που στο βάθος τους έλαμπε ένας θρόνος
ήταν σαν πίσσα σκοτεινά και δίπλα σε φαράγγια
και ρώτησα ένα γέροντα που περπατούσε μόνος

Τι ‘ναι γέροντα η ζωή;
Ποια να πάρω διαδρομή;

Κι ο γέρος μού αποκρίθηκε
το βλέμμα του παμπόνηρο
Ανθρώποι δεν τα λεν’ αυτά
πάνε και ρώτα τ’ όνειρο.

Όμως μακρές οι διαδρομές που η ζωή χαράζει
και να διακρίνω αν στ’ όνειρο λήγανε δε μπορούσα
μα εγώ τι φταίω ο μικρός, που πάντα στο χωριό μου
για τ’ όνειρο που ήθελα μονάχα τραγουδούσα;

Εκεί μόλις ξεκίνησα να τραγουδάω στ’ άστρα
αυτά κι εγώ ν’ ακούσουμε ξανά το όνειρό μου
το άκουσε μια μάγισσα που βγήκε από το χώμα
και μου ‘δωσε τη σφαίρα της να πω τον καημό μου

Τι ‘ναι μάγισσα το όνειρο;
Τ’ άστρο το κακόμοιρο;

Κι η σφαίρα μού αποκρίθηκε
Τ’ όνειρο είν’ δικό σου
κανένας άλλος μην στο πει
μονάχα ο εαυτός σου.

Η μάγισσα μού ζήτησε λεφτά κι ευθύς εχάθη
κι απόμεινα σε σύγχυση και δίχως απαντήσεις
σε μία γη ερημική, ξένη και ομιχλώδη
και στο ποτάμι έκατσα, να ψάξω εξηγήσεις

Μες στο νερό αντίκρισα εμένανε τον ίδιο
και έσκυψα κοντύτερα για να μου ψιθυρίσει
πριν μια σειρήνα ποταμού, μισόγυμνη κι ωραία
σπάσει το διάφανο νερό, το είδωλο διαλύσει

Τι 'μαι γω, και πού πάω;
Τι μπορώ και τι ζητάω;

Κι η γοργόνα απάντησε
Τούτο δεν το έχει δει
ανθρώπου μάτι πριν διαβεί
της ζωής τη διαδρομή.
-ψ.ψ.

16.4.15

ετούτο το τραγούδι

Θέλω να σας πω ένα μικρό τραγούδι
Στιχάκια ενός χαρτιού που ‘χε για χρόνια ξεχαστεί
Στην τσέπη ενός ονείρου που λησμόνησε η ζωή
Ακούστε το λοιπόν ετούτο το τραγούδι

Είναι ο σκοπός ξεκούρδιστης κιθάρας
Λαούτου που του κόπηκε η μία του χορδή
Χορός μιας μπαλαρίνας που ‘ταν πάντοτε κουτσή
Ακούστε το λοιπόν ετούτο το τραγούδι

Αναστεναγμός από παλιό δοξάρι
Που ζει κάπου μακριά από τ’ ωραίο του βιολί
Κωφάλαλο αμανέ του γράφει ‘δω και μια ζωή
Κι ίσως του ‘χει γράψει κι ετούτο το τραγούδι

Στίχοι μια φορά που σβήσαν απ’ το δάκρυ
Συνθέτη που λησμόνησε να γράφει μουσική
Τενόρου που του βράχνιασε η καθαρή φωνή
Και δάκρυ από τ’ άτυχο ετούτο το τραγούδι

Τ’ όνειρο ποτέ αν τη ζωή αψηφήσει
Και το βιολί με το δοξάρι σμίξουνε μαζί
Οι στίχοι απ’ το σχισμένο μες στην τσέπη το χαρτί
Ίσως και να γενούν ετούτο το τραγούδι.

-ψ.ψ.

2.1.15

ο Λαέρτης με το λαούτο

Σ' ένα χωριό μίαν αυγή με βρήκε
Που ‘χει στο κέντρο του έναν καφενέ
Και κάποιος γέρος με θλιμμένα μάτια
Μιας ζήσης τραγουδάει τον αμανέ

Με το βουνίσιο αγέρι στα μαλλιά
Και τ’ ουρανού τον πλούτο
Δυο λέξεις είναι πάντα συντροφιά
Λαέρτης και λαούτο

Από τον καφενέ τις μελωδίες
Μέχρι τον παραδιπλανό γκρεμό
Τις σιγομουρμουράει το αγέρι
Και τα πουλιά σφυρίζουν το ρυθμό

Και λένε πως οι λύκοι ηρεμούν
Και τα πλατάνια γέρνουν
Ν’ ακούσουν κάθε που ο σκοπός ηχεί
Και οι πλαγιές τον φέρνουν

Οι νέοι πλέον το χωριό ξεχάσαν
Για πάντοτε τ’ αφήσαν οι παλιοί
Κάθε πρωί στον καφενέ φωτίζει
Τραπέζια αδειανά η ανατολή

Για όνειρα που έχουν ξεχαστεί
Κι αγάπες που τελειώσαν
Στα δέντρα ο Λαέρτης τραγουδά
Και οι συκιές βουρκώσαν

Μα ανθρώπου χέρι χρόνια ‘χει να κάτσει
Στον ώμο του γερο-τραγουδιστή
Και του λαούτου οι χορδές μονάχα
Θυμίζουν μακριών μαλλιών υφή

Και μια συννεφιασμένη χαραυγή
Για τον γκρεμό ετούτο
Άφησε ο Λαέρτης το χωριό
Κι έμεινε το λαούτο.

Τα μέρη εκείνα κάποτε διαβάτης
Αν τύχει και στο δρόμο του τα βρει
Πώς σιγοτραγουδάει το αγέρι
Με προσοχή εάν αφουγκραστεί

Κι αν δει εκεί που δείχνουν οι συκιές
Και το πλατάνι ετούτο
Μπορεί ν’ ακούσει το μοναχικό
Σκοπό απ’ το λαούτο.


-ψ.ψ.

28.11.14

μπλε

Με τη μικρή βαρκούλα μου θάλασσες ταξιδεύω
Σε τρικυμίες και σε βροχές, πάντοτε στο κουπί
Τούτο το μπλε αγάπησα, τούτο έχω μισήσει
Μία ζωή ολόκληρη στεριά δεν έχω δει

Τα μπλε νερά τη βάρκα μου θέλουν στο μπλε να θάψουν
Και θα ’λεγες θανάσιμα ο βοριάς πως τη μισεί
Μα κι αν ο μπάτης μου σφυρά κι η θάλασσα μου ψάλλει
Ο ήλιος ο αλύπητος τώρα με απειλεί

Όμορφο μπλε της θάλασσας, του ουρανού γαλάζιο
δεν σας ζητώ στεριά να βρω, μόνο να σας κοιτάζω

Κι είναι φορές που συναντώ, τα κύματα να σκίζουν,
Πλοία θεριά με πλήρωμα δεκάδες ναυτικούς
Με γκρι φουγάρα για πανιά πλέουνε και νομίζουν
Ότι σ’ αυτούς που θέλουνε θα βγούνε τους γιαλούς

Κι αν η πυξίδα μου νωρίς στη διαδρομή είχε σπάσει
Εγώ ποτέ δε γύρευα του ορίζοντα νησί
Μονάχ’ άλλη μια ήθελα να βρω μικρή βαρκούλα
Κοντά της να ‘χω δύναμη για να τραβώ κουπί

Όμορφο μπλε της θάλασσας, του ουρανού γαλάζιο
δεν σας ζητώ στεριά να βρω, μόνο να σας κοιτάζω


-ψ.ψ.