Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θάλασσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θάλασσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

30.9.16

Αιγαίο πέλαγος

Μαύρα πανιά τώρα λοιπόν σηκώνω στη ζωή μου
τέτοια καθώς μου έδειξε ο ορίζοντας μπροστά
ορίζοντας ανήλιαγος και μαυροφορεμένος
κουκουλοφόρος δήμιος, λεπίδα που βαστά

Δείτε Θεοί πώς ντύθηκαν οι γλάροι σαν κοράκια
οι ναύτες νέγροι βάφτηκαν από το Τζιμπουτί
κι ο Ποσειδώνας φόρεσε του Χάρου το μανδύα
και θύμισε το Σούνιο του Αχέροντα ακτή

Μ' αν είν’ τα σύννεφα απλώς μια φορεσιά του ήλιου
κι αν είν’ στ’ αλήθεια ο δήμιος κορίτσι τρυφερό
οταν θα δεις το πέλαγος βαμμένο στ’ όνομά μου
μάυρο θα δεις κατάμαυρο το κρύσταλλο νερό.

-ψ.ψ.


Υ.Γ.: Στο ποίημα μιλάει ο Αιγέας, πατέρας του Θησέα.

18.7.16

καλοκαίρι

Κάπου απ’ τα νότια κι ίσως απ’ τα παλιά
γλύφει ο μπάτης το φτερό μιας αλκυόνας
κι όπως το κύμα το γιαλό, το μέτωπό μας
μπλέκοντας λίγο καλοκαίρι στα μαλλιά

Να μας θυμίσει ότι στέκουμε γυμνοί
σε παραλία άδεια και σ’ αυγής το κρύο
και σαν ο ήλιος ξεδιπλώνεται στα δύο
μέν’ η γραμμούλα των βημάτων μας μονή

Ήσυχα σβήνουν η βραδιά και το κρασί
κι ο ήλιος δείχνει με το δάχτυλο τη γύμνια
μελαχρινή μου στα χειρότερα μπουρίνια
θα ‘ναι ζεστά αν είσαι ρούχο μου εσύ

Άραγε το ‘φερε στ’ αλήθεια η νοτιά
μαζί με κρίνων μυρωδιές το καλοκαίρι
ή μιας κοπέλας που μου άπλωσε το χέρι
η θαλασσιά της και η ντροπαλή ματιά;

-ψ.ψ.

28.4.16

Άγιε Νικόλα στ' αφήνω όλα

Για 'κείνους που ζαλίζονται όταν πιάνουνε στεριά
που δεν ζητήσανε ποτέ για το κολύμπι δάσκαλο
αφήνουν στο βυθό να στάξει απ' τη ματιά τους λίγο αίμα
κι αν τους ρωτάς που πάνε, σου λένε "μακριά".

Δείξε μου σε παρακαλώ στους χάρτες ωκεανούς
που αλμύρα να μη γεύτηκε του μπράτσου μου η γοργόνα
όλο λογιέμαι το ρεμέντζο μας να λύνω πριν την ώρα
και κλαίω τα χρόνια που έχασα με κωλοστεριανούς.

-C.Lupus

5.2.16

συμπληγάδες πέτρες

Μια ιστορία που ξεγέλασε τη λήθη
είπαν δυο μάτια σε δυο άλλα σιωπηλά
σαν πλησιάζανε μια νύχτα ντροπαλά
κι άσβηστο έμεινε αυτό το παραμύθι:

Κάποιον καιρό παλιό στου έρωτα τα χνάρια
στέκαν παράλυτοι δυο βράχοι μοναχοί
και δεν ακούει τη θλιμμένη τους ευχή
θαλάσσης κύμα που τους βρέχει τα ποδάρια

Άλμπατρος διάβαιναν, σκαριά και περιστέρια
μέσα στα χνώτα τους και σκίζαν την πνοή,
το μόνο χάδι που ‘χουν στείλει μια ζωή
τα μόνα που ‘μπλεξαν, με καρδιοχτύπι, χέρια

Και μια βραδιά που μόνο το χλωμό φεγγάρι
τούς χώριζε με μια, από ψηλά, βουτιά
σεισμός κρυφός δύο απόδημα πουλιά
που πλάγιαζαν ξυπνά κι έναν τρελό βαρκάρη

Και είπαν πως δεν είδαν κύμα να διπλώνει
και γη να έχει νιώσει θεϊκή δουλειά
μόνο δυο βράχους π’ αψηφούνε το ντουνιά
και ό,τι μπαίνει ανάμεσά τους κάνουν σκόνη

Στα βλέφαρα μπλαβές και αχανείς κοιλάδες
κι απομακρύνθηκαν τα στόματα ξανά
το παραμύθι τελειώνει σιγανά
κι απόηχος μένει από δυο πέτρες συμπληγάδες.

-ψ.ψ

29.11.15

η πρόσφυγας

Στου ουρανού το υπόγειο, που κείτεται αιχμάλωτη,
μια μάνα άνιφτη ολοβραδίς αναστενάζει
κι ένας θεός που ίσως ν' άκουσε τη μητρική ευχή,
βουρκώνει απ’ το μαράζι της και ρίχνει μαύρο δάκρυ
μπροστά στου οριζόντου το φρεσκοβαμμένο άλικο.

Μα στης μητέρας την καρδιά, την ανοιχτή κι ευάλωτη,
της ζωγραφίζει χαρακιές το θεϊκό χαλάζι.
Μόνο οι γοργόνες μεσοπέλαγα είδανε μια ψυχή
που διέσχισε του ορίζοντα τη ρουσογάλανη άκρη
κι ένα μικρού μεγέθους, να επιπλέει, κοντομάνικο.


-ψ.ψ.


(Υ.Γ.: Οι στίχοι είναι βασισμένοι σε αληθινή ιστορία, την οποία μας μετέφερε από δική του εμπειρία ο Αγγέλας: «Σε μια κατάληψη για τους πρόσφυγες υπήρχε μια γυναίκα από τη Συρία, της οποίας τα 3 από τα 4 παιδιά πνίγηκαν στην προσπάθειά τους να φτάσουν στην Ελλάδα. Η γυναίκα έκτοτε φοβάται το νερό, αφού την παραπέμπει σ' αυτό το γεγονός, σε σημείο να μην μπορεί καν να κάνει μπάνιο. Τα μωρομάντηλα ήταν η μόνη λύση που μπορέσαμε να βρούμε»)

8.11.15

πειρατικό


Αδειάζουν βίρα τα κρασιά, βαρέλια όλο στερεύουν
τον τρόπο μάθανε μικροί, τον έχουν χαραγμένο
σαλπάρουνε και φεύγουνε με πλοίο σαπισμένο
το γέλιο της καρδιάς, στην όστρια το σμιλεύουν.

Στου καταρτιού απάνω την κορφή, σημαία μαύρη κυματίζει
ολόσκιστη και γερασμένη απ’ τους πολλούς αγέρες
να κουβαλάει πάνω της του “Κάπτεν-Τζακ” τις μέρες
μ’ άσπρο κρανίο στο κέντρο της, τα κύματα γκρεμίζει.

Κι αν βρούνε κάπου μια στεριά, μια σκουριασμένη πλάση
τις κοπελιές γυρεύουνε, τραγούδι κάνουνε παλιές τους αμαρτίες
όλο το βράδυ μπλέκουνε κορμιά και ιστορίες
πριν φύγουν πάλι μακριά, δεν είν’ γι’ αυτούς τα δάση.

Στο κέντρο όλης της θάλασσας, μες τ’ άγριο παιχνίδι
πιάνουν τα χέρια τους σφιχτά, στήνουν αλάνικο χορό
τρίζουν τ’ αμπάρια κι οι γοργόνες στο βυθό
τινάζουνε την άγκυρα για το μακρύ ταξίδι.

«Κανείς να μη φοβάται, ψυχή να μη δειλιάζει
έτσι διαλέξαμε τα χρόνια μας, ζωσμένα φασαρίες
τρέχουμε και ρουφάμε της Γης τις μελωδίες
κι αν έρθει νύχτα αφέγγαρη, ύστερα αυγή χαράζει.»


-C. Lupus

13.8.15

μυστικό

Ένα ρίγος στο άγγιγμα
τ’ ουρανού στο κορμί μου
των φερέγγυων άστρων
και σεντόνι τ’ αέρι

Απ’ αλάργο ο ψίθυρος
του κυμάτου η μπάντα
σα νανούρισμα μάνας
από άγνωστα μέρη

Η Κασσιόπη στο πλάι μου
και η Άρκτος παρέκει
μυστικά μουρμουρίζουν
κι ο Θεός μπεκροπίνει

Φυσαλίδα στο πέλαγος
μια στιγμή στους αιώνες
ο Θεός ζει μονάχα
μια στιγμή σαν εκείνη.

-ψ.ψ.

24.7.15

γαλάζια χάντρα


Τούτος ο τόπος
μονάχος όπως στέκει στις θάλασσες
απόμακρος απ΄τις κακές φασαρίες
ξεκομμένος σχεδόν απ' τον υπόλοιπο κόσμο
τέτοιους ανθρώπους διαλέγει κοντά του
εκείνους κρατά, που του μοιάζουν.

Αυτούς, που κάθονται στην άκρη του καφενείου
μοναχοί τους
και περιμένουν μήπως περάσει κάποιο αλήτικο παιδί
να πούνε ένα 'γεια' και μια μικρή κουβέντα
να δουν πως τίποτα δεν έχει πεθάνει
και που ξέρεις, ίσως μια μέρα γίνουν και φίλοι.

Αυτούς, που μια το πρωί και μια τ' απόγευμα
βουτάνε στα παγωμένα νερά του Σταυρού
και όπως το κρύο γλείφει το κορμί τους
νιώθουνε το νησί ολόκληρο να τους αγκαλιάζει.

Έτσι 'ναι εδώ, νησί πειρατικό
απάνω σ' ένα μαύρο κομπολόι
μια χάντρα αλλιώτικη, γαλάζια.

Nα σου θυμίζει όταν την κοιτάς
πως όπου και αν πας
εκείνη θα σε καρτερά
στα δύσκολά της τα νερά
γι' ακόμη μια βουτιά
μα, αρκεί να πας βαθιά.

-cA.lu

18.3.15

μαζί


Ταξιδέψαμε μαζί. Ναυαγήσαμε μαζί.

Τα κύματα μας μαστίγωσαν. Τα κύματα μας ψιθύρισαν καλημέρα.

Μας τράβηξαν μέσα τους για να μας καταβροχθίσουν. Μας έσπρωξαν φιλικά όπως ένα παιδί που παίζει.

Αυτά μας κινούν ακόμη. Αυτά γκρεμίσαν το κάστρο μας στην αμμουδιά.

Παντού μπλε –πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά, κοντά, μακριά- έξω. Βαθύ κόκκινο μέσα.

Δύο κόκκινες πινέζες σε ένα γαλάζιο χαρτόνι. Εκατομμύρια λευκά ίχνη κιμωλίας σε έναν μαυροπίνακα.

Ένα αστέρι πέφτει από πάνω προς τα κάτω. Από κάτω προς τα πάνω.

Εγώ το είδα. Εσύ κάνεις μια ευχή.

Να μη βουλιάξουμε ποτέ. Να βουλιάξουμε μαζί.

Ταξιδέψαμε μαζί. Ναυαγήσαμε μαζί.

Μια ξύλινη σχεδία στον ωκεανό. Μια χάρτινη βαρκούλα στην μπανιέρα.

Μαζί.

-ψ.ψ.

28.11.14

μπλε

Με τη μικρή βαρκούλα μου θάλασσες ταξιδεύω
Σε τρικυμίες και σε βροχές, πάντοτε στο κουπί
Τούτο το μπλε αγάπησα, τούτο έχω μισήσει
Μία ζωή ολόκληρη στεριά δεν έχω δει

Τα μπλε νερά τη βάρκα μου θέλουν στο μπλε να θάψουν
Και θα ’λεγες θανάσιμα ο βοριάς πως τη μισεί
Μα κι αν ο μπάτης μου σφυρά κι η θάλασσα μου ψάλλει
Ο ήλιος ο αλύπητος τώρα με απειλεί

Όμορφο μπλε της θάλασσας, του ουρανού γαλάζιο
δεν σας ζητώ στεριά να βρω, μόνο να σας κοιτάζω

Κι είναι φορές που συναντώ, τα κύματα να σκίζουν,
Πλοία θεριά με πλήρωμα δεκάδες ναυτικούς
Με γκρι φουγάρα για πανιά πλέουνε και νομίζουν
Ότι σ’ αυτούς που θέλουνε θα βγούνε τους γιαλούς

Κι αν η πυξίδα μου νωρίς στη διαδρομή είχε σπάσει
Εγώ ποτέ δε γύρευα του ορίζοντα νησί
Μονάχ’ άλλη μια ήθελα να βρω μικρή βαρκούλα
Κοντά της να ‘χω δύναμη για να τραβώ κουπί

Όμορφο μπλε της θάλασσας, του ουρανού γαλάζιο
δεν σας ζητώ στεριά να βρω, μόνο να σας κοιτάζω


-ψ.ψ.