Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καλοκαίρι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καλοκαίρι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

1.6.18

92 μέρες

Πλατείες, πάρκα, θάλασσες και πλοία.
Τα βράδια να γυρνάτε αργά.
Παγωμένη μπύρα και καμμένα δέρματα.
Αυτά έτσι πρόχειρα.

Ένα είναι σίγουρο.
Το βιώνουμε ξανά και ξανά.
Κανείς και τίποτα δεν μπορεί να εμποδίσει το καλοκαίρι να ‘ρθεί.

28.10.16

αμφιλύκη

Mε δυο τρένα δυο αγόρια
δυο κορίτσια με βαπόρια
φτάνουνε τέλη του μήνα
και θα σμίξουν στην Αθήνα.

Δυο οι αγκαλιές των φίλων
τα χαμόγελα ως τ’ αυτιά τους
δυο φιλιά των ερωτύλων
κι οι χειμώνες μακριά τους.

Tα χαμόγελα ως τ’ αυτιά τους
οι χειμώνες μακριά τους
χαραυγή, στο μάτι τσίμπλα
και οι άνθρωποί τους δίπλα.

Μήνες τρεις κοντά περάσαν
κι ούτε καταλάβαν πότε.
Τα ματόκλαδα σκουριάσαν,
πρώτο δείλι από τότε.

Τι να πρόλαβαν να ζήσουν;
-πώς μετριέται η ζωή σου;-
Μια ζωή στου Φιλοπάππου
έρημη ταράτσα κάπου

μια καρέκλα σ’ έναν κέδρο
Αμοργού ρακή ψημένη
άλλη μια ζωή στον Κέδρο
και μισή στην Αμιένη

Τέσσερις ζωές στην Κρήτη
μια ταινία σ’ ένα σπίτι
το Σαλό ή το Λα Νότε;
Πρώτο δείλι από τότε.

Σε στρατώνες με τη Μπέλλου
με το Νίκο στο καΐκι
μυστικό του οινομέλου:
η ζωή μιαν αμφιλύκη.

Μήνες τρεις κοντά περάσαν
πρώτο σούρουπο από τότε.
Τα ματόκλαδα σκουριάσαν,
πότε βράδιασε, για πότε;

Απαρχές του μαύρου μήνα
φεύγουν τώρα απ’ την Αθήνα
δυο κορίτσια με βαπόρια
με δυο τρένα δυο αγόρια. 
-ψ.ψ.

18.7.16

καλοκαίρι

Κάπου απ’ τα νότια κι ίσως απ’ τα παλιά
γλύφει ο μπάτης το φτερό μιας αλκυόνας
κι όπως το κύμα το γιαλό, το μέτωπό μας
μπλέκοντας λίγο καλοκαίρι στα μαλλιά

Να μας θυμίσει ότι στέκουμε γυμνοί
σε παραλία άδεια και σ’ αυγής το κρύο
και σαν ο ήλιος ξεδιπλώνεται στα δύο
μέν’ η γραμμούλα των βημάτων μας μονή

Ήσυχα σβήνουν η βραδιά και το κρασί
κι ο ήλιος δείχνει με το δάχτυλο τη γύμνια
μελαχρινή μου στα χειρότερα μπουρίνια
θα ‘ναι ζεστά αν είσαι ρούχο μου εσύ

Άραγε το ‘φερε στ’ αλήθεια η νοτιά
μαζί με κρίνων μυρωδιές το καλοκαίρι
ή μιας κοπέλας που μου άπλωσε το χέρι
η θαλασσιά της και η ντροπαλή ματιά;

-ψ.ψ.

17.6.16

καρπούζι


Ζέστες καυτές
ξυπόλυτα πόδια
αλμυρισμένα σεντόνια
ιδρωμένα μεσημέρια
παγωμένα νερά.

Γαλάζιες χάντρες και γαλάζιες θάλασσες, κόκκινα μάγουλα και κόκκινοι ουρανοί.

Το πρώτο απόγευμα στο πλοίο
τα τραγούδια κάθε νύχτα
οι Ιταλοί από πέρσι που 'ναι ακόμα εδώ.

Κι όλοι μαζί, καθισμένοι σε κάποιο πεζούλι, βουτάμε τις μούρες μας σε ένα τεράστιο καρπούζι και φτύνουμε τα κουκούτσια στα μούτρα του χειμώνα.

Κάθε Ιούνιο γεννιούνται χίλοι κόσμοι.

-C. Lupus

18.1.16

κάτω από την ελιά της γιαγιάς

Κάθε καλοκαίρι πήγαινα στο δάσος. Καθόμουν ώρες ατελείωτες κάτω από τα δέντρα. Έπαιζα με τα ζώα και περπατούσα. Θυμάμαι, ακόμη και μετά από τόσο καιρό, πόσο υπέροχο ήταν το συναίσθημα να βουτάς κατάκοπος στο παγωμένο ποτάμι, να κολυμπάς παρέα με τα ψάρια και όταν βγαίνεις να σκουπίζεσαι με τα βρώμικα και σκισμένα ρούχα σου.

Το δάσος απείχε μόνο λίγα βήματα από το σπίτι της γιαγιάς. Μετά το παιχνίδι με περίμενε κέικ βανίλιας και βαθύς ύπνος, μέχρι το απόγευμα. Και μετά πάλι βόλτα στο δάσος μέχρι να βραδιάσει και ζεστό φαγητό παρέα με παραμύθια. Είχα τέλεια βιβλία. Όταν δεν είχα μάθει να διαβάζω ακόμη, κοίταγα μόνο τις εικόνες και έφτιαχνα την ιστορία στο μυαλό μου. Όλες μου οι ιστορίες είχαν χαρούμενο τέλος. Αν οι εικόνες δεν ταίριαζαν με αυτό, απλά τις παρέλειπα και αργότερα τις διόρθωνα κολλώντας στην θέση τους χαρούμενες με τον φτωχό ευτυχισμένο στο πλάι της πριγκίπισσας, το αηδόνι ακόμα ζωντανό, το γίγαντα έτοιμο να φιλοξενήσει παιδιά στον τεράστιο κήπο του, το μικρό ξανθό αγόρι ανεπηρέαστο από τον κόσμο των μεγάλων, να συνεχίζει να ζει στο φεγγάρι του, παρέα με το λουλούδι του.

Όταν δεν με έπαιρνε ο ύπνος, έπαιρνα αγκαλιά τον γάτο μας, τον Χόλντεν, έκλεινα σφιχτά τα μάτια μου και παρίστανα ότι το ταβάνι ήταν ο ουρανός και εγώ σταδιακά τον πλησίαζα. Έφτανα τα σύννεφα. Αυτά ήταν πάντα πολύ φιλικά και παιχνιδιάρικα. Μετά έκανα παρέα με τα άστρα. Με γοήτευαν πάρα πολύ. Ένα συγκεκριμένο, η Ρόζα, μια νύχτα με πήρε στην πλάτη της και μου έδειξε όλο το σύμπαν. Πιο πολύ, όμως, συμπαθούσα τη Σελήνη. Η Σελήνη ήταν πολύ ντροπαλή και δεν είχε φίλους. Μου ζητούσε να της περιγράψω τη γη, τους ανθρώπους, τον γάτο μου, και τα φαγητά της γιαγιάς.

Η Σελήνη αγαπούσε τον Ήλιο. Δεν τον είχε δει σχεδόν ποτέ. Ελάχιστες φορές. Αλλά θαύμαζε πόσο χαρούμενους έκανε τους ανθρώπους με το φως του, με τη ζωή που έδινε σε όλους μας, στους ανθρώπους, στα ζώα και στα φυτά. Η γιαγιά μου 'χε πει πως ο Ήλιος και η Σελήνη δεν μπορούν να έρθουν κοντά ποτέ. Το μυστικό που μου είπε η γιαγιά δεν το πα πότε στην Σελήνη, ακόμη και τις φορές που αυτή μου εκμυστηρευόταν πόσο θα 'θελε να τον πλησιάσει απλά για να τον αγκαλιάσει σφιχτά έστω για μια φορά.

Όταν επέστρεφα στο κρεβάτι μου, μετά από την παρέα με τη Σελήνη, έπιανα τον εαυτό μου να αναζητά τρόπο να τους φέρω κοντά και μετά από πολύ σκέψη να με παίρνει ο ύπνος με τον Χόλντεν να μου νιαουρίζει στο αυτί, ανακοινώνοντας μου την δικιά του βραδινή εξόρμηση στο χωριό. Ο Χόλντεν συχνά γυρνούσε την επόμενη μέρα εξαντλημένος και μερικές φορές τραυματισμένος από κάποιο καυγά και καθόταν κάτω από την ελιά που είχαμε στον κήπο. Η γιαγιά, με τον ελληνικό στο χέρι, του φώναζε, αλλά μετά από λίγο τον κέρναγε μια λιχουδιά και του ζητούσε να της υποσχεθεί πως από την επόμενη μέρα θα ήταν φρόνιμος. Ο Χόλντεν ποτέ δεν την άκουγε και η γιαγιά μάλλον το ήξερε αυτό.

Όταν η γιαγιά με έστελνε για δουλείες έπαιρνα το ποδήλατο και πήγαινα στο μαγαζί που είχε μια φίλη της. Αυτή πάντα με κερνούσε σοκολάτες και μετά παραπονιόταν ότι της πονάει το πόδι της. Όταν έφευγα, συχνά με φίλαγε στο μάγουλο και μετά εγώ σκουπιζόμουν με το μανίκι μου και ευχόμουν να μη με είδε κάποιο άλλο παιδί. Μετά, περνούσα από το καφενείο που καθόταν και ο παππούς με τους φίλους του και διάβαζαν. Ο παππούς, με το που με έβλεπε, με φώναζε να σταθώ πλάι του και χωρίς να σηκωθεί από την καρέκλα του με έπιανε από τον ώμο και μου έδινε μυστικά λίγα λεφτά για να πάρω γλυκό υποβρύχιο.

Σπίτι είχε ήδη αρχίσει να μυρίζει λάδι, αυγά, ρίγανη και καμένο ξύλο από τον φούρνο της γιαγιάς. Ευχόμουν από μέσα μου να μην είναι κάτι με φασόλια, αλλά πατάτες τηγανιτές με μπιφτέκι. Η γιαγιά μου έβαζε φαγητό και με συμβούλευε να το φάω όλο για να έχω δυνάμεις για τη βόλτα μου στο δάσος. Όταν η γιαγιά δεν κοίταζε, έδινα στον Χόλντεν, που μου παραπονευόταν και γλυφόταν, κρυφά λίγο από το φαγητό μου.

Μετά τον ύπνο μου, αν δεν πήγαινα στο δάσος, έπαιζα στην πλατεία με τα υπόλοιπα παιδιά ποδόσφαιρο, κυνηγητό, κρυφτό και μήλα. Κάθε φορά αλλάζαμε τους κανόνες, ενώ αν κάποιο παιδί έφερνε μπάλα ο αγώνας ξαφνικά γινόταν επίσημος. Θυμάμαι να μαλώνουμε για τους κανόνες, για τον χωρισμό σε ομάδες, αλλά και για τη διεξαγωγή του πρωταθλήματος. Τα κορίτσια συνήθως παρακολουθούσαν τον αγώνα και εγώ έβαζα τα δυνατά μου για να εντυπωσιάσω τη Νεφέλη. Η Νεφέλη ερχόταν πάντα τα καλοκαίρια και κάθε χρόνο ανυπομονούσα να τη δω.

Πλέον έχω να δω τα παιδιά από το χωριό πολύ καιρό. Σταδιακά όλο και μειωνόντουσαν. Εγώ δε σταμάτησα ποτέ να το επισκέπτομαι, χωρίς τη γιαγιά και τον παππού, μέχρι τη στιγμή που αποφάσισα να μείνω μόνιμα εδώ και να πηγαίνω βόλτες στο δάσος με τη συντροφιά της Νεφέλης.

-Αγγέλας

18.10.15

ΑΝΑΛΗΨΗ ΕΥΘΥΝΗΣ

Στη σύγχρονη πραγματικότητα, όπου καπιταλισμός και ολοκληρωτισμός εισβάλλουν ολοένα και περισσότερο στην καθημερινότητά μας, όπου πλέον τα πάντα στη ζωή κοστολογούνται, όπου "πρέπει να ματώσεις για το οτιδήποτε", εμείς αποφασίσαμε να λάβουμε δράση.

Ενάντια στη λογική του ότι όλα έχουν χρηματική αξία, ενάντια στη λογική του ότι η ευτυχία καθορίζεται από το ύψος του μισθού, ενάντια στη λογική του ότι δεν υπάρχουν χρήματα για πολλές διακοπές και πρέπει να κάτσουμε σπίτι, ενάντια στη λογική του "αγώνα για επιβίωση".

Την άνοιξη και το καλοκαίρι του 2015 λοιπόν, απαλλοτριώσαμε σοκολάτες και αλκοολούχα ποτά από Super Market και κεντρικά-τουριστικά περίπτερα σε διάφορες πόλεις και νησιά της Ελλάδας. Καταφέραμε με αυτό τον τρόπο, να περάσουμε σχετικά αναίμακτα τις καλοκαιρινές μας διακοπές, να αλλάξουμε πολλούς τόπους αλλά και να πλήξουμε έστω και λίγο το καπιταλιστικό θηρίο. Αφιερώνουμε την πράξη μας αυτή σε κάθε αδελφό και σύντροφο που δε διστάζει και στέκεται όρθιος απέναντι στο φάντασμα της οργουελικής επέλασης.

ΝΑ ΖΗΣΟΥΜΕ ΕΛΕΥΘΕΡΑ

ΝΑ ΖΗΣΟΥΜΕ ΑΛΑΝΙΚΑ - ΟΛΟ ΤΟ ΧΡΟΝΟ ΚΟΝΤΟΜΑΝΙΚΑ


-Κιτρινοκόκκινες Μεραρχίες

31.8.15

νότος

31 Αυγούστου, χειρότερο και από Κυριακή. Πως πάει έτσι βιαστικά ο καιρός. Που φύγαν οι μέρες, στη Δονουσα, στην Κρήτη, το βράδυ στο Στρέφη, οι αποχαιρετισμοί στο Ηράκλειο, η ρακή στη Βάλια Κάλντα και τώρα, να, τέλος, στην άκρη της παραλίας, νύχτα αργά, στο Αγκίστρι, χρήματα δεν είχαν σωθεί, εδώ για λίγο, 8 ευρώ εισητήριο, να μείνουν μερικά, να υπάρχει έστω ελπίδα για τον Σεπτέμβρη.

Στεριά μικρή, βράχοι από πίσω, το φεγγάρι κρυμμένο, να κάτσω εδώ, μπα, όχι, καλύτερα εκεί, τι σημασία έχει, τελευταίο βράδυ, όπου κι αν κάτσω εγώ, το καλοκαίρι δε θα ξαποστάσει ακόμη λίγο, ο ήλιος θα βγει, μαύρη ανατολή, και θα βάλει τα σκούρα, εννιά μηνες, φύλλα πεσμένα και σκοτεινά απογεύματα.


Τσιγάρα άφιλτρα και κόκκινο κρασί, ήλιος κι αλμύρα, σμιγμένα κορμιά, να, αυτό ειν' το καλοκαίρι μας, πάρ' το, μη στέκεσαι, τα μάτια μας νερώσανε..




-C. Lupus