13.12.14

καφές στα γιάννενα


Η σημερινή μου μέρα ήτανε πνιγμένη στο τρέξιμο και στο άγχος.

Ξύπνησα-καιρός μουντός. Καθόλου ευχάριστο να χρειάζεσαι φώτα για να δείς ενώ είναι 9.15 το πρωί. Έφαγα το γνωστό πρωινό μου, διάβασα λίγο βιντεοτέχνη, κατάλαβα το 30% και αφού ντύθηκα στα μαύρα, χύθηκα στους δρόμους. Χωρίς καφέ.

Ψώνια, τράπεζα, ξανά ψώνια γιατι ξέχασα κάποια πράγματα, ξανά τράπεζα γιατί έγινε μια μπαρούφα με την κατάθεση μου. Ο υπάλληλος που με εξυπηρέτησε ήτανε ένας άρρωστος ανθρωπάκος που δεν μπορούσε να μιλήσει απο το κρύωμα και όλο έλεγε ''συγνωμη, δεν μπορώ να μιλήσω ξαναπείτε μου τον αριθμό λογαριασμού σας, συγνώμη δεν μπορώ να μιλήσω ξαναπειτε μου τον αριθμό λογαριασμού σας''. Βαβούρα, πανικός, τρέξιμο, και ένα αυχενικό... έτσι για να μην ξεχνιόμαστε.

Πήγα στην cup-cake καφετέρια της γειτονιάς μου και πήρα ενα γαλλικό. Πικρό. Σε μαγαζί με κεικ... ένα ''γιατί'' είναι η ζωή μου.

Οι καρέκλες δεν με βόλευαν αλλα ντρεπόμουνα να αλλάξω θέση, μέσα στην τσαπατσουλιά μου έριξα κάτω την ομπρέλα μου (που στο κάτω κάτω ποτέ δεν την χρειάστηκα εκείνη την ημέρα), συνειδητοποίησα οτι το φόρεμα μου κολλάει στην κοιλιά που έχω κάνει τις τελευταίες μερες -αποφασίζω να μη φάω το γλυκό που συνοδεύει την πικρή καφείνη μου-αυτή η καρέκλα με πονάει στην πλάτη, έχει βάλει τον Arash για μουσική και εγώ είμαι έτοιμη να πετάξω την χριστουγεννιάτικη κούπα μου στο κεφάλι των κοριτσιών πιο δίπλα που γελάνε και φωνάζουν χειρότερα απο γάτες σε περίοδο αναπαραγωγής.

Και στην απόγνωση μου να χαλαρώσω σε αυτήν την απαίσια καρέκλα, συνειδητοποιώ οτι έχει πάει 1 το μεσημέρι, οι γίγαντες ακόμα μουλιάζουν και εγω έχω αρχίσει να πεινάω. Μέσα στην πείνα μου καταβροχθίζω το γλυκό-συνοδευτικό, με ορκίζω σε δίαιτα, ρουφάω την κοιλιά μου, δεν δίνω μπουρμπουάρ, αναθεματίζω την ομπρέλα που μου έπεσε πάλι και πάω να παραγγείλω σουβλάκια γιατι οι γίγαντες δεν θα έχουν μουλιάσει καλά.

Και κάπως έτσι μετατράπηκα σε ενα βαρετό άνθρωπο.

-eva k.

7.12.14

μήπως;

Ίσως να μην είμαι ο πιο κατάλληλος άνθρωπος να μιλήσει για τον Νίκο Ρωμανό. Ενδιαφέρομαι εξαιρετικά για τις εξελίξεις και διαβάζω καθημερινά άρθρα και απόψεις (δεν μπορώ να κάνω και πολλά περισσότερα για την ώρα, όντας εκτός Ελλάδας), αποφεύγω ωστόσο να αναρτήσω τις δικές μου, καθότι θεωρώ ότι για να κάνεις κάτι τέτοιο οφείλεις να έχεις τέλεια ενημέρωση και μια βαθύτατη κατανόηση του (εκάστοτε) θέματος, που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, εγώ δεν θα είχα την αυτοπεποίθηση να πω ότι διαθέτω.

Ώσπου έτυχε να διαβάσω μια μεγάλη σειρά σχολίων, κάτω από σχετικό βίντεο, στη (σοκαριστικά) συντριπτική τους πλειοψηφία κατά του Ρωμανού. Και αν δεν μου έκανε εντύπωση τόσο η αφέλεια έως και ηλιθιότητα ορισμένων απόψεων, οι απλοϊκές αντιλήψεις πάνω σε συγκεκριμένες έννοιες και η ακατάσχετη, βαρβαρική επιθετικότητά τους (η ευκολία των εξ’ αποστάσεως ιντερνετικών προσβολών δεν είναι πρωτοφανές φαινόμενο και αποτελεί μια άλλη μεγάλη ιστορία), αυτό που βρήκα αληθινά προσβλητικό είναι το εξής. Εγώ δεν αισθάνομαι επαρκώς ενημερωμένος ώστε να δημοσιεύσω τις απόψεις μου (παρόλο που προσπαθώ να ενημερώνομαι όσο το δυνατόν περισσότερο) και τώρα διαπιστώνω πως η πλειοψηφία των ανθρώπων που εκσφενδονίζουν βρισιές και μένος προς το πρόσωπο αυτού του κακομαθημένου πλουσιόπαιδου/εγκληματία/τρομοκράτη, είναι ασύγκριτα πιο ανενημέρωτη από μένα. Αγνοούν τα αιτήματα του Ρωμανού, δεν γνωρίζουν όλα τα γεγονότα, ενώ για άλλα μάλλον εθελοτυφλούν, δεν έχουν διαβάσει τι έχει γράψει ο ίδιος κι όμως έχουν πάντα άποψη πάνω σε όλα αυτά. Χωρίς συνείδηση της έλλειψης γνώσεων και κατανόησης των πραγμάτων, γραπώνονται από τις «τρομακτικές» λέξεις «ληστεία», «φυλακή», «αναρχία», για να εξαπολύσουν κάθε αυθαίρετο οργισμένο συμπέρασμά τους και να υποστηρίξουν με πάθος την «άποψή» τους. (Ή την άποψή «τους»). Όχι, αυτό δεν είναι ούτε ελευθερία λόγου ούτε θάρρος της γνώμης, αυτό είναι θράσος. Ξεδιάντροπο, ανώριμο, προσβλητικό θράσος.

Ίσως κι εγώ δεν είμαι ο πιο κατάλληλος άνθρωπος να μιλήσει για τον Νίκο Ρωμανό. Σίγουρα δεν είμαι αυτός που θα κρίνει αν είναι «ήρωας» ή «εγκληματίας» ή οτιδήποτε. Ωστόσο δεν βλέπω να υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο Ρωμανός αγωνίζεται. Αγωνίζεται, στ΄αλήθεια, για τα δικαιώματά του, με τη ζωή του. (Στην πραγματικότητα, ο «αγώνας» είναι πολύ πιο τρομακτική λέξη από την «ληστεία», τη «φυλακή» και την «αναρχία», τόσο που όλοι όσοι αφήνουν τα παραπάνω σχόλια φοβούνται να την αγγίξουν και την προσπερνούν.)

Αν εγώ προσωπικά δεν αισθάνομαι απόλυτα σίγουρος για τις γνώσεις μου, είμαι βέβαιος τουλάχιστον για το πώς νιώθω. Γιατί δεν θυμάμαι καν από πότε έχω να αισθανθώ την ίδια επιθυμία με τώρα να προσφέρω τη συμπαράσταση και την αλληλεγγύη μου. Γιατί ο Ρωμανός κάνει τον αγώνα που κανείς δεν έχει το κουράγιο να κάνει κι αυτό δεν μου προκαλεί φθόνο και κακία, όπως σε άλλους, αλλά συγκίνηση. Αληθινή συγκίνηση. Ο Ρωμανός λέει ότι θα αγωνιστεί μέχρι θανάτου και το λέει πιο ειλικρινά απ’ όσο το έχει πει οποιοσδήποτε εδώ και ένας θεός ξέρει πόσα χρόνια. Διαβάζω την επιστολή του και δακρύζω. Η δύναμή του, η αποφσιστικότητά του, με κατακλύζει. Δακρύζω. Διαβάζω τα συναισθήματα που έχει ξυπνήσει αυτός ο άνθρωπος σε τόσους άλλους ανθρώπους και δακρύζω ξανά. Σκέφτομαι τι περνάει ο Ρωμανός και τον κίνδυνο που -με τη θέλησή του- διατρέχει κι ανατριχιάζω.

Σκέφτομαι πως σαν σήμερα, πριν από έξι χρόνια, σκοτώθηκε ένα 15χρονο αγόρι από τη σφαίρα ενός αστυνομικού. Ο θάνατός του, η συμβολική του διάσταση και η οργή που ξύπνησε στον κόσμο οδήγησε ίσως στην πιο έντονη έκφραση διαμαρτυρίας που είχε μέχρι τότε πραγματοποιηθεί. Ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος ξεψύχησε στα χέρια ενός φίλου του, που έτυχε να είναι ο Νίκος Ρωμανός, ο οποίος λίγα χρόνια αργότερα κατέληξε «εγκληματίας» -πώς, αλήθεια, μπορείς να τον κατηγορήσεις; Και σήμερα, στην επέτειο της δολοφονίας του φίλου του, βρίσκεται κι ο ίδιος στο κατώφλι του θανάτου και του χτυπάει την πόρτα. Και η αντίστοιχη συμβολική του διάσταση αποτελεί και πάλι το μεγαλύτερο ερέθισμα οργής και κινητοποίησης που έχουμε δεχτεί εδώ και πολύ καιρό, κλείνοντας (ή ξανανοίγοντας;) έναν κύκλο αίματος που άνοιξε πριν από έξι χρόνια, με δολοφόνο πάντα το κράτος. Αυτό δεν είναι απλώς μια σοκαριστική ιστορία, είναι σενάριο ταινίας. Και, ναι, είναι κι η πραγματικότητα.

Η ιστορία του Νίκου Ρωμανού με έχει συγκλονίσει, με έχει κάνει να ανατριχιάσω, να στεναχωρηθώ, να δακρύσω, να οργιστώ και να προβληματιστώ βαθιά. Με έχει αγγίξει εκπληκτικά ο Νίκος Ρωμανός. Το ίδιο και πολλούς άλλους ανθρώπους. Και, επιστρέφοντας σε όλα αυτά τα επιδερμικά, κακεντρεχή σχόλια, αναρωτιέμαι: Πέρα από το ότι δειλιάζουμε να κοιτάξουμε παραέξω από τον εαυτό μας, πέρα από το ότι σκύβουμε δουλοπρεπώς το κεφάλι, πέρα από το ότι αναζητούμε αφορμές για να ξεσπάσουμε σε όποιον είναι ευκολότερο, μήπως τελικά γινόμαστε όλο και πιο αναίσθητοι;

Μήπως τελικά δεν νιώθουμε;

 -Ψηλέας Ψογκ

Υ.Γ.: Συνεχίζοντας το σκεπτικό, απαντώ στον εαυτό μου ότι ναι, νιώθουμε. Θυμό. Αυτόν που προκύπτει από το γεγονός ότι δεν είμαστε ικανοποιημένοι με τον εαυτό μας (για χίλιους δυο διαφορετιικούς λόγους) και ψάχνουμε μανιωδώς αφορμή να τον εκφράσουμε. Αλλά, και πάλι, αυτό είναι μια άλλη, μεγάλη ιστορία.

5.12.14

Ή με τον έρωτα ή με τη μιζέρια.





Φίλε! Εγώ σε έχω καταλάβει καλύτερα απ' ότι εσύ. Εσύ νομίζεις ότι είσαι ευτυχισμένος, ότι αγαπάς, ότι ζεις. Λυπάμαι, αλλά όλα σταμάτησαν τότε που δέχθηκες να δουλεύεις υπερωρίες για να αγοράσεις εκείνο το πανάκριβο ρολόι.. Ενώ για μένα, όλα ξεκίνησαν από τότε που παραιτήθηκα επειδή έδιωξαν την Α. . Τη θυμάσαι την Α. ε; Που της είπε το αφεντικό πως θα της δώσει καλύτερη θέση, αρκεί να "περνάει καλά μαζί της" κάθε 1-2 βδομάδες. Αυτή αρνήθηκε όμως. Θυμάσαι και που μου έλεγες "Έλα ρε τι σε νοιάζει για την πουτάνα; Έτσι κι αλλιώς, πουτάνες είναι όλες. Γάμα τες και μην ασχολείσαι", όταν τσακώθηκα με το αφεντικό που την έδιωξε; Πάντως, θα έφευγε και από μόνη της, μου το είχε πει. Αλλά ήθελα να τον βρίσω. Έτσι για την αξιοπρέπεια... Εσύ θυμάμαι κοίταγες να μην κάνεις εχθρούς. "Να τα 'χεις με όλους καλά". Μόνο που δε σου 'μεινε και χρόνος να κάνεις φίλους. Αφού σου λέω ρε, σε ξέρω μια χαρά, καλύτερα απ' ότι εσύ. Βασικά, και 'συ σε ξέρεις, αλλά προσπαθείς να νομίζεις άλλα.

Εμένα όμως ρε φίλε, δε με ξέρεις καθόλου! Βλέπεις τους φίλους μου που έχουν περίεργα κουρέματα και σου τη σπάει. Βλέπεις τις φίλες μου να μη σου βγάζουν τα βυζιά τους και τσαντίζεσαι. Είδες, οι φίλες μου δεν είναι μόνο βυζιά! Ψάχνεις αφορμές να με βγάλεις στο περιθώρειο, να με βάλεις σε "κατώτερη" κατηγορία από σένα. Ντάξει, στις δίνω και εγώ. Λέω για αλληλεγγύη, για αυτοοργάνωση, για ελευθερία, για αξιοπρέπεια. Που να τα καταλάβεις εσύ αυτά. Ε, με στέλνεις στο περιθώρειο και τελειώσαμε. Σε μία τέτοια κοινωνία, εγώ έτσι κι αλλιώς από μόνος μου πάω στο "περιθώρειο". Μόνο που το "περιθώρειο" ρε φίλε, είναι καλύτερο και "ανώτερο" από σένα. Γιατί, κοίτα, εγώ ζω κάποια πράγματα, γίνονται διάφορες διαδικασίες στο μυαλό μου, τα σκέφτομαι και καταλήγω να μετατρέπω τη σκέψη μου σε κείμενο. Με βλέπεις; Γραφω! Εσύ τι κάνεις γαμώ;; Χωρίζεις χαρτιά σε στοίβες, κάνεις πράξεις με το κομπιουτεράκι, συμπληρώνεις τιμολόγια και όλο τέτοια. Τα μισά από αυτά που κάνεις τα κάνει και ένα απλό ρομπότ. Αυτό που κάνω εγώ τώρα όμως, κανένα ρομπότ δεν το μπορεί! Και μη μου πεις ότι κάνεις κάτι χρήσιμο για την κοινωνία. Η δικιά σου κοινωνία χρειάζεται τις μαλακίες που κάνεις, η δικιά μου όχι. Εγώ αυτά που είναι χρήσιμα για τη δικιά μου κοινωνία τα κάνω μια χαρά. Πλένω και τα ρούχα μου στο χέρι. Α! Και κάτι τελευταίο. Την Α. τη θυμάσαι ε; Ναι αυτή. Την παντρεύτηκα πριν λίγο καιρό...

Υ.Γ.: Παρ΄όλο που το κείμενο δεν είχε να κάνει με την υπόθεση του Ν. Ρωμανού μιας και είχε γραφτεί πριν πάρει τόση έκταση, τώρα τυχαίνει να έχει κάποια σχέση. Οπότε, να πω και 2 λόγια για τη φάση. Λοιπόν. Το θέμα δεν είναι ο Ρωμανός να πάρει τις άδειες για να πάει να αποκτήσει τις γνώσεις του ΤΕΙ. Έτσι κι αλλιώς, αυτό το διευκρινίζει με απόλυτη σαφήνεια και στο πρώτο του κείμενο. Το θέμα λοιπόν για αυτόν είναι, μέσω αυτών των συχνών αδειών, να κερδίσει "ανάσες ελευθερίας", γιατί όπως και να το κάνουμε, μπροστά στη φυλακή το ΤΕΙ είναι παράδεισος! Και γι' αυτό, "εκμεταλλεύται" τους νόμους, οι οποίοι του δινουν το δικαίωμα αυτό. Πλέον όμως, με βάση τη στάση που έχει κρατηθεί εναντίον του, το θέμα δεν περιορίζεται καν εκεί. Άμα το πάμε λίγο παραπέρα, δεδομένης της απόλυτα αυστηρής και εκδικητικής στάσης που κρατάει το κράτος απέναντί σε όσους "δεν υπακούν", το θέμα πια είναι ένα: Ή ανυπότακτοι και ελεύθεροι ή δούλοι και βολεμένοι. Ή με τον έρωτα ή με τη μιζέρια. Ξεκάθαρα.

-Canis Lupus

3.12.14

του καπηλειού τα παραμύθια


(Κάποιες φορές, η σχέση σου με ένα τραγούδι, έναν καλλιτέχνη ή ένα συγκρότημα ξεπερνάει αυτήν του απλού ακροατή. Γίνεται ένας δημιουργικός διάλογος, μια ανεξάντλητη ανταλλαγή σκέψεων και συναισθημάτων, που έχει τη δύναμη να σε αλλάξει. Το παρακάτω κείμενο είναι ό,τι ίσως θα έλεγαν τα τραγούδια των Χαΐνηδων αν, ως άνθρωπος, μας μιλούσαν προσωπικά.
Και έχει κατά προτίμηση μια μουσική υπόκρουση σαν κι αυτήν)

Ήτανε όμορφο, θαρρώ, εκείνον τον παλιό καιρό το καπηλειό μου. Όχι μόνο για τα αμέτρητα τραγούδια που τραγουδήθηκαν, τις μουσικές που χορεύτηκαν και τα γλυκά μεθύσια που τις συντρόφευσαν. Ήτανε όμορφο για τις ιστορίες που ακούστηκαν και τις ζωές που διασταυρώθηκαν μέσα σε αυτό. Γιατί η γεύση της τσικουδιάς έχει στην καρδιά μου τη συντροφιά ονείρων, καημών και των γιαλών μιας ζωής. Και, σαν το νερό που πέφτει πάνω στης καρδιάς τον τοίχο, η θύμηση του καπηλειού μου ξεθάβει, θαρρείς, απ' τον ασβέστη τον παλιό καιρό.

Ο Βαρδής να μεταμφιέζει σε νότες του λαούτου κάθε μυστήριο του κόσμου που μπορείς να γνωρίσεις σε μια ζωή. Ο Σταύρος, καθισμένος στη συνήθη γωνιά του να τραγουδά μεθυσμένος τον πόνο που του προκάλεσαν δύο χείλια βυσσινιά. Ο Μύρος να χορεύει, δίνοντας στις κινήσεις του ένα πάθος ίδιο με αυτό του κύματος που μια ζωή τώρα τον ταρακουνούσε.

Ο μπαρμπα-Στελλής να μιλά με τις ώρες για κάποιον μικρό Σαρακινό κουρσάρο, που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την αγαπημένη του για ένα από τα ταξίδια του και έκτοτε δεν την ξαναείδε ποτέ. Και κάπου προς το τέλος της ιστορίας να ξεφεύγει ένα δάκρυ πάνω στο ρυτιδιασμένο του μάγουλο -άμμος, λέει, του έμπαινε στο μάτι.

Η αγαπητή μας παχουλή κυρία, το όνομα της οποίας ποτέ δε μάθαμε, να μαρτυρά τις πίκρες της με τον δικό της τρόπο: με τα αξέχαστα φαγητά της. Συνήθως, τα έφτιαχνε μόνο για τον εαυτό της -κι είναι κρίμα, τέτοια αγάπη για τη μαγειρική δεν ξαναβρίσκεις εύκολα- μα υπήρξαν φορές που δέχτηκε να μας μαγειρέψει κάποιες από τις νοστιμιές της στο καπηλειό. Οι γεύσεις της είχαν κάτι τόσο ιδιαίτερο, τόσο προσωπικό, που σχεδόν σε ταξίδευαν, λέγοντας η καθεμιά τη δική της ιστορία. Κάποτε ακούστηκε μεταξύ μας (σαν αστείο, ίσως) πως την τόσο μαγική αυτή αυτή γεύση στα φαγητά της μοναχικής κυρίας την έδιναν τα δάκρυά της, όταν έπεφταν στην κατσαρόλα καθώς μαγείρευε.

Θυμάμαι και την περίεργη ιστορία κάποιου, ο οποίος τα έπινε γιατί ήταν, λέει, παράφορα ερωτευμένος με μια νεράιδα. Την είχε δει λέει στον ύπνο του, αλλά μόλις ξύπνησε τη βρήκε ξαπλωμένη στο πλευρό του. Ποτέ δεν τον πιστέψαμε φυσικά, ωστόσο τα δάκρυα στα μάτια του ήταν πέρα για πέρα αληθινά.

Τόσες και τόσες ιστορίες έχουν ακουστεί, τόσες και τόσες μουσικές έχουν πλημμυρίσει το μικρό μου καπηλειό. Tόσες αλήθειες έχουν εκφραστεί μέσα από αυτές -για τις τίγρεις που έχουμε όλοι μέσα μας, για το τι είναι στ` αλήθεια ο Θεός (κερήθρα μέλι ή αστροπελέκι;), για την αγάπη, που ίσως να ‘ναι γράμματα ψιλά για όσους μάθανε στου κόσμου τα καλά κι ο πόνος τους τρομάζει. Για την ελευθερία, την οποία αν δε γνωρίσουμε, ας μας δώσουν μετά το θάνατό μας να μας φάνε τα όρνια -ίσως αυτά πάρουν τουλάχιστον τα σπλάχνα μας και πετάξουν για λίγο στον ουρανό.  Για τον έρωτα, αυτόν τον πόλεμο και τον χορό και την παραζάλη, στον οποίο δίνουμε την απόλυτη ελευθερία να επιτεθεί, σαν ταύρος, στο λευκό μας πουκάμισο και να του αφήσει όλους τους ανεξίτηλους λεκέδες του. Που κρατά το ίδιο σπαθί με το θάνατο -κι οι δύο με τρόπο ξαφνικό και ύπουλο χτυπούνε. Τόσα και τόσα τραγούδια έχουν μιλήσει στις καρδιές μας, από εκείνα που μια κατάρα τα κρατά να ταξιδεύουν ζωντανά σ’ όλες τις εποχές, και στόματα πικραμένα σαν κι αυτά που μεθούσαν στο καπηλειό συνέχιζαν να τα σιγοτραγουδούν,  να τα χορεύουν και να δακρύζουν με αυτά.

Και κάθε φορά αισθανόμουν όπως όταν ήμουν μικρός, τότε που η γιαγιά μου με ταξίδευε με τα δικά της παραμύθια -για μαγικά, για έρωτες, για φονικά μεγάλα- κι ο νους μου επέστρεφε στους μαγικούς τους κόσμους με το που έκλεινα τα μάτια μου.

Κι εγώ; Ποια είναι η δική μου ιστορία;  Δύσκολο να πεις. Δεν είμαι σίγουρος πώς να την ξεχωρίσω από όλες τις υπόλοιπες. Εγώ συνήθως μιλούσα για κάποιον ακροβάτη, που πάντα με εντυπωσίαζε το πώς κρατούσε την ισορροπία του πάνω στο σκοινί, χωρίς ούτε στιγμή να αισθανθεί ζαλάδα κοιτώντας την απόσταση που τον χωρίζει από το έδαφος. Και πώς, ακόμα κι αν έπεφτε, ποτέ δεν έκλαιγε. Μόνο γελούσε. Ίσως δεν θεωρούσε το να πέσεις αποτυχία. Αντιθέτως, ίσως να πίστευε πως σε φέρνει ένα βήμα πιο κοντά στη φορά που θα τα καταφέρεις.

Επίσης, έκανα λόγο και για ένα πουλί, το οποίο προσπαθούσε με όλες του τις δυνάμεις να πετάξει μέχρι τον προορισμό του, παρόλο που το ένα του φτερό ήταν πληγωμένο και παρόλο που ο καιρός έκανε την πτήση οποιουδήποτε πτηνού τόσο δύσκολη, ώστε όλα τα υπόλοιπα το είχαν βάλει κάτω. Κι όμως, εκείνο δεν τα παρατούσε. Συνέχιζε. Ίσως να μην το τρόμαζε το να μείνει μόνο του σε αυτήν την προσπάθεια, αλλά να το έβλεπε τελικά ως τιμή του.

Πάνε όμως οι μήνες, πάνε και τα χρόνια. Σήμερα, το καπηλειό μου είναι ερειπωμένο.

Η ζωή μου, ένα αστέρι το πρωί, που τρεμοσβήνει.

Νυχτώνει. Και δε θα με ένοιαζε, αρκεί να είχαμε χαρεί στ’ αλήθεια το φως της ημέρας.  “Να ζήσεις μόνο μιαν αυγή, τόση ζωή σε φτάνει. Ρόδο που ανθεί πολύ καιρό, τη μυρωδιά του χάνει” λέει μια παραδοσιακή μαντινάδα.

Σήμερα έμαθα πως η ιστορία του μικρού Σαρακινού κουρσάρου έκανε τον μπαρμπα-Στελλή να δακρύζει όχι γιατί του έμπαινε άμμος στα βλέφαρα, αλλά γιατί μίλαγε στην πραγματικότητα για τη δική του ζωή.

Σήμερα έμαθα πως η αγαπητή μας παχουλή κυρία, της οποίας το όνομα ποτέ δε μάθαμε, έχει πεθάνει εδώ και μερικά χρόνια. Έπιασε, λέει, φωτιά καθώς μαγείρευε. Κι ήταν τόσο μοναχική, που το φευγιό της δεν έκανε κανένα δάκρυ να κυλίσει σε κανενός το μάγουλο. Κι όμως, όλοι όσοι την είχαν γνωρίσει έχουν να θυμούνται κάποια στιγμή, μικρή στιγμή -όπως το να δοκιμάζεις μια μπουκιά από ένα νόστιμο φαγητό - που έμεινε μεγάλη στη μνήμη τους χάρη στην καλοσύνη και την αγάπη αυτής της κυρίας.

Σήμερα έχω μάθει πως νεράιδες υπάρχουν, εφόσον πιστεύεις σε αυτές.

Σήμερα ξέρω πως κι εγώ ακροβατώ. Και πως, αν κοιτάξω κάτω, ζαλίζομαι.

Ξέρω πως στο φτερό μου έχω κι εγώ αίμα. Και πως το να μείνω μόνος μου, με τον καιρό να ‘ναι κόντρα, με τρομάζει.

Σήμερα όμως δε λέω μόνο ιστορίες άλλων. Δε μιλάω μόνο για ακροβάτες και πουλιά. Δεν είμαι πια γελαστός λέγοντας θλιμμένα τραγούδια.

Σήμερα μιλάω για μένα. Και ζητάω με όλη μου την καρδιά το θάρρος να μη με τρομοκρατεί η απόστασή μου από το έδαφος και τη δύναμη να βλέπω ως τιμή μου τη μοναχική μου πτήση ενάντια στις δοκιμασίες του καιρού.  

Τη δύναμη να αφήσω πίσω τα παραμύθια της γιαγιάς. Να κάνω, επιτέλους, τον κόσμο παραμύθι.

Κι ίσως η κατάρα κάνει και το δικό μου τραγούδι να ταξιδέψει στις εποχές και να θυμίσει σε μερικά ακόμη πικραμένα στόματα τα δικά τους ερειπωμένα καπηλειά.

-ψ.ψ.

Υ.Γ.: Το κείμενο αποτελεί μέρος του διπλού αφιερώματός μας στους Χαΐνηδες. Το δεύτερο μέρος, "Θλιμμένα τραγούδια (και γελαστοί ανθρώποι)", εδώ.