7.6.16

η χορεύτρια του πλήθους

*κείμενο-απάντηση στο Αποσύνθεση

2009

Κάθε πρωί, λίγο πριν το μάθημα στο Δημοτικό, η Ελένα σηκώνεται τα πρωινά και πετάγεται έως τον καθρέφτη. Παρατηρεί με αγωνία το πρόσωπό της, τα χέρια της, την κοιλιά της, το στήθος της και τα πόδια για μερικά λεπτά, από διάφορες οπτικές γωνίες. Η όμορφη Ελένα, είναι η πρώτη μαθήτρια στο χορό και κάνει τις πιο ολοκληρωμένες στροφές μπροστά από τους καθρέφτες και αυτός είναι ο δικός της προσωπικός χορός. Αγαπάει τα βήματά του, τα έχει μάθει απ' έξω, κυρίως για να ευχαριστήσει την αγαπημένη της Δασκάλα, που ακούει στο όνομα Κοινωνία. Η Κοινωνία ήταν από πολύ νωρίς σωστή Δασκάλα για εκείνη και είχε βρει τα κουμπιά της για να εντοπίζει τον κατάλληλο παλμό και ρυθμό της κίνησης. Ήταν λες και την είχε επιλέξει ως την πιο λαμπρή και μοναδική μαθήτριά της, ναι, η Ελένα κάθε πρωί που ξυπνάει νιώθει πως είναι το ξεχωριστό διαμάντι της Δασκάλας της, η εκλεκτή της στο χορό του καθρέφτη.

Τα άλλα κορίτσια στην τάξη της δεν έχουν ιδέα για τον χορό της, είναι πολύ πιο ανώριμες και ασχολούνται με πράγματα που ασχολούνται τα συνηθισμένα παιδιά της 6ης Δημοτικού. Φοράνε ρούχα που τα διαλέγουν οι γονείς τους και παίζουν μπάλα, κυνηγητό, μήλα, κρυφτό και πρόσωπα-ζώα-πράγματα. Μερικές φορές, χωρίζονται σε παρέες και τα αγόρια συζητούν κυρίως για ποδόσφαιρο, ενώ τα κορίτσια για αγόρια και για άλλα κορίτσια. Και εάν τυχαίνει να διαλέγουν μόνα τους τα ρούχα, τότε τα χρώματα δεν είναι συνδυασμένα αρμονικά, άλλα συνδυάζουν το πορτοκαλί με το καφέ και το ροζ με το λαχανί, ενώ οι παρέες που διαμορφώνονται από αγόρια και κορίτσια ασχολούνται με πόκεμον, κάρτες, μουσική ή διάφορα γκατζετάκια και πού και πού μιλάνε για το καλοκαίρι και υπολογίζουν τα μπάνια που θα κάνουν και τα παγωτά που θα φάνε αυτή τη χρονιά. Η Ελένα όμως όχι.


Είναι πράγματι ένα απ' τα διαφορετικά παιδιά. Στο σχολείο τής ανήκει μονάχα μια γωνία-μία, διότι τις υπόλοιπες τις κατέχουν άλλα πετράδια που όμως περνούν απαρατήρητα, όχι σαν την Ελένα που έχει την πιο ακριβή Δασκάλα να τη φροντίζει. Συνεπώς, η Ελένα είναι ένα διαμάντι που γυαλίζει πολύ έντονα και μπορείς εύκολα να παρατηρήσεις ότι της ανήκει μονάχα μια γωνία. Γυαλίζει και κάνει μπαμ από μακριά στο μάτι σου. Η Δασκάλα της φροντίζει να την καθαρίζει καλά πίσω στον αυχένα και στις πτέρνες και σε σημεία που δεν φτάνει μόνη της να καθαριστεί. Την κάνει να αστράφτει και να ομορφαίνει τη γωνία της στα μάτια της, μόνο και μόνο που κάθεται εκείνη εκεί. Τα ρούχα της τα επιλέγει απ' το προηγούμενο βράδυ και τα συνδυάζει λεπτομερώς με την διάθεση, τον καιρό, την εποχή και το αν έχουν Γυμναστική την επόμενη μέρα ή όχι. Κατά τα άλλα, τα διαλείμματα συνήθως βαριέται και μέσα στο μάθημα δεν παρακολουθεί, διότι είναι ήδη διαμάντι και δεν χρειάζεται. Ο δάσκαλος στο σχολείο τής κάνει παρατηρήσεις, όμως εκείνη ανταποκρίνεται πάντοτε επιθετικά και με "υφάκι", πάνω στην απόπειρά της να του δείξει ότι εκείνος δεν καταλαβαίνει την αξία της.


Όταν τελείωσε το Δημοτικό, η Ελένα συνειδητοποίησε, μιας και πήγαινε πάντα πιο μπροστά από τα άλλα κορίτσια, ότι έπρεπε τώρα στο Γυμνάσιο να βρει έναν σωστό και άξιο σύντροφο που θα ξέρει να χορεύει στα βήματα που της έμαθε η γλυκιά της Δασκάλα και να χορεύει μαζί του, για να μη νιώθει μόνη. Αυτό ήταν! Πώς δεν το είχε σκεφτεί; Δεν χρειαζόταν φίλες. Τα κορίτσια δεν καταλαβαίνουν, γιατί εκείνη δεν είναι σαν τα κορίτσια, τα κορίτσια είναι κατώτερα γενικά σε πολλά πράγματα, είχε μάθει απ' τη Δασκάλα, όμως εκείνη δεν ήταν σαν τα κορίτσια. Και, από την άλλη, τα αγόρια είναι αγόρια και δεν θα μπορούσε να κάνει παρέα μαζί τους. Εκείνος όμως, ο χορευτής, θα ήταν ό,τι πρέπει. Θα ήταν και φίλος και αδερφός και έρωτας και γάμος και παντοτινή αγάπη. Θα ήταν ο καβαλιέρος της. Η Ελένα ήταν ενθουσιασμένη!


Την πρώτη μέρα στο Γυμνάσιο, είχε ήδη αγοράσει ολοκαίνουρια ρούχα και παπούτσια, είχε κάνει φράντζα στα μαλλιά της και είχε και το πρώτο της πίρσινγκ στον αφαλό. Στην αυλή του νέου της σχολείου, δεν παρατήρησε και δεν χαιρέτησε κανέναν παλιό της συμμαθητή απ' το Δημοτικό, αφού τώρα το νέο σχολείο άξιζε να είναι παντελώς δικό της και τίποτα απ' το ανιαρό παρελθόν δεν θα έπρεπε να το μολύνει. Ευχόταν συχνά να εξαφανίζονταν όλα αυτά τα άτομα που δεν έχουν ιδέα από το χορό της, για να μπορεί να εκφράσει ελεύθερα και με πάθος την αγάπη της για τα βήματα του καθρέφτη, χωρίς να την συλλάβουν τα βλέμματα και οι φήμες του παρελθόντος. Τα παλιά άτομα της θύμιζαν τη μοναξιά της και το πόσο θα ήθελε να μπορεί να μοιραστεί το χορό της με κάποιον που θα την θαυμάσει, που δεν θα την αλλοιώσει, που δεν θα προσποιηθεί ότι είναι σαν και αυτήν, αλλά θα αποδεχτεί τον ύψιστο κόσμο που υπάρχει μέσα της. Έτσι, εκείνη την πρώτη μέρα στην αυλή, την πέρασε ψάχνοντας για μια καινούρια γωνιά, από την οποία θα μπορούσε να εντοπίσει με την ησυχία της τον ένα και μοναδικό ιδανικό της παρτενέρ. Τα κριτήρια τα κρατούσε σε ένα χαρτί στην τσέπη της από τις σημειώσεις που κράτησε από την Δασκάλα του χορού.
      

2012

Το Λύκειο μοιάζει με πυρηνική έκρηξη. Η Δασκάλα της Ελένας έχει γίνει μια απ' τους καθηγητές-ιδιαιτεράδες που τα παίρνουν χοντρά και αυτοσυστήνονται σε όλους τους μαθητές. Σιγά σιγά, οι μαθητές που δεν έχουν την δυνατότητα να κάνουν μάθημα με την Δασκάλα της Ελένας, απογοητεύονται, αισθάνονται εκτός του παιχνιδιού της αυλής του σχολείου και προσπαθούν να πάρουν παράδειγμα από τα βήματα του χορού των παιδιών που είναι πιο προικισμένα, ή θυμώνουν και οδηγούνται σε μη διακριτές γωνιές, εκεί που πέφτει η μπάλα όταν παίζουν οι μαθητές βόλευ, εκεί που χτυπάει και επιστρέφει πίσω για να συνεχιστεί το παιχνίδι. Αυτή είναι η έκρηξη. Ότι πριν το παιχνίδι ξαναρχίσει, η μπάλα χτυπάει τη γωνία. Είναι μια διαδικασία που μοιάζει αναγκαία, απαραίτητη και, παραδόξως, φυσιολογική, επόμενη.

Η Ελένα συνήθιζε να έχει όλες τις μπάλες στο Δημοτικό και παράλληλα να έχει και τη γωνία της άθικτη και καθαρή. Γιατί η Δασκάλα της την προωθούσε και ήταν αφοσιωμένη μόνο σε εκείνη και στη μάθησή της για το χορό του καθρέφτη. Όμως τώρα όλα σχεδόν τα παιδιά μοιάζουν να μιμούνται αυτό που ήταν η Ελένα στο Δημοτικό και να μοιράζονται την ίδια Δασκάλα. Αυτό είναι ανυπόφορο για εκείνη. Πλέον, οι μέρες της ποτίζονται με οργή, αγανάκτηση και θυμό που δεν είναι η ίδια ακόμη στην κορυφή της λίστας των χορευτών του καθρέφτη. Οι στροφές που έκανε στο σπίτι της κάθε πρωί που πεταγόταν απ' το κρεβάτι με ενθουσιασμό, έχουν τώρα γίνει μια επίπονη και σκληρή διαδικασία που τη βαραίνει στους ώμους και την κάνει να καμπουριάζει. Τα ρούχα της τώρα πια δεν φαίνονται τόσο φανταχτερά και μοναδικά, τόσο εκλεκτά και κατάλληλα συνδυασμένα σε σύγκριση με των άλλων μαθητών και το πίρσινγκ στον αφαλό έχει γίνει thing στο σχολείο. 


Συν τοις άλλοις, η Ελένα ένιωθε ότι βρισκόταν στην κορυφή του σχολείου όταν γνώρισε τον Αρτέμη στην πρώτη Γυμνασίου και έγινε ο παρτενέρ της. Άρχισε μάλιστα και το κάπνισμα για χάρη του, γιατί η Δασκάλα έλεγε ότι πρέπει να θυσιάζεις συχνά το καλό του εαυτού σου, του σώματος και του εντός σου, για να έχεις τον ιδανικό παρτενέρ. Άλλωστε, η Ελένα δεν ήταν σαν τα άλλα κορίτσια που ήταν κατώτερα, συνεπώς απαιτείτο να έχει σημάδια του παρτενέρ της πάνω της. Γι' αυτό και συχνά στα διαλείμματα στις τουαλέτες του σχολείου ή στο πάρκο της περιοχής τον άφηνε να της κάνει όσα σημάδια εκείνος ήθελε. Ήταν τρόπαια για το πόσο καλή μαθήτρια ήταν. Διότι εκείνη διέφερε. Τα άλλα κορίτσια έπαιρναν αυτοκόλλητα στην ορθογραφία στα Αγγλικά και τα Γαλλικά, εκείνη έπαιρνε τα σημάδια του χορού που αγαπούσε. Άλλωστε ήταν ήδη διαμάντι και τα αυτοκόλλητα δεν της χρειάζονταν. Και έτσι τα δικά της αυτοκόλλητα γίνονταν όλο και πιο σκουρόχρωμα.

Οι μήνες στην πρώτη Λυκείου πέρασαν αργά και ήταν γεμάτοι αγωνία. Η Ελένα στα διαλείμματα στεκόταν όρθια στη γωνία της και παρατηρούσε τα υπόλοιπα φανταχτερά παιδιά. Ο Αρτέμης στη μέση της χρονιάς παράτησε το σχολείο, διότι ο σωστός, ο κατάλληλος, ο χαρισματικός χορευτής-παρτενέρ δεν υποβαθμίζει την αξία του και τις χορευτικές του ικανότητες με συστημικές γνώσεις. Ωστόσο, εδώ που τα λέμε, ήταν πράγματι συστημικές, αλλά σε ένα τοίχο η Ελένα είχε διαβάσει κάτι που έλεγε πάνω κάτω πως και να μην ήταν συστημικές, πάλι ο Αρτέμης θα έφευγε απ' το σχολείο. Όμως, με αυτόν τον τρόπο έφυγε με το κεφάλι ψηλά, όπως του άρμοζε, όπως θα άρμοζε στον παρτενέρ της Ελένας, οπότε ήταν εντάξει με αυτό. Άλλωστε, δεν ήξερε ακριβώς τι πάει να πει "συστημικός", όμως φαινόταν σαν μια δυναμική λέξη για να χαρακτηρίζει οτιδήποτε της την σπάει, οπότε σαφώς και την χρησιμοποιούσε στο εξής.


Ενώ ο Αρτέμης ξεκίνησε την καριέρα του στον χορό των πολεμικών τεχνών και του πολιτικού φάσματος, η Ελένα τον θαύμαζε και ανυπομονούσε να φύγει απ' το σχολείο κι εκείνη για να πάει να ζήσει μαζί του. Ωστόσο, μιας και εκείνος δεν βρισκόταν πια στην αυλή του σχολείου, εκείνη έμεινε να κοιτάζει τις άλλες μαθήτριες με τους δικούς τους παρτενέρ και να εξοργίζεται σιγά σιγά με την κατάστασή της. Όσο ο θυμός θεμελιωνόταν μέσα της και το μίσος άρχιζε να πιάνει αλόγιστες συχνότητες, η Ελένα αποφάσισε να δείξει σε όλους πόσο μοναδική και ξεχωριστή ήταν, πως ήταν η πιο κατάλληλη μαθήτρια για την Δασκάλα που μοιράζονται τώρα σχεδόν όλοι. Ήξερε πως θα μπορούσε να εκραγεί, εάν δεν δικαιωνόταν εν τέλει. Έτσι, άφησε πίσω την καθημερινότητα της τέλειας Ελένας που ήξερε ποια είναι και πόσο σωστή χορεύτρια του καθρέφτη είναι και έβαλε μπρος το σχέδιο της καθημερινότητας που θα αποδείκνυε και στους άλλους το αξίωμα αυτό.


Το πρώτο άτομο που θα ήθελε να κερδίσει πίσω ήταν η πολυαγαπημένη της Δασκάλα. Γι' αυτό και ετοίμασε ένα τεράστιο άλμπουμ φωτογραφιών που έβγαζε με την κάμερα της μητέρας της ή το καινούριο της κινητό και έστελνε λίγες λίγες τις φωτογραφίες για να της δει εκείνη και να καταλάβει πόσο λάθος έκανε που δόθηκε και σε άλλους μαθητές. Έπειτα, ακριβώς επειδή ο Αρτέμης ήταν εκείνος ο ιδανικός παρτενέρ που την καταλάβαινε και που ήταν ο ένας και μοναδικός για εκείνη, της προσέφερε συχνότερα και μεγαλύτερα σημάδια της αγάπης και του δεσμού του μαζί της, τα οποία είχαν πάρει και διαφορετικές διαστάσεις. Σαν να του το 'χε ζητήσει, σαν να διάβασε στα μάτια της τι ακριβώς εκείνη ήθελε να της προσφέρει, η Ελένα πλέον είχε πάνω της τα αυτοκόλλητα του παρτενέρ της που αποδείκνυαν σε όλους στο σχολείο πως, ακόμη κι εάν εκείνος απουσιάζει, είναι στη ζωή της και την κατέχει και κανείς άλλος δεν μπορεί να την πλησιάσει ή να του μοιάσει. Τα άλλα κορίτσια είχαν κι αυτά παρτενέρ, όμως τα σημάδια της Ελένας έκαναν τη σχέση τους πιο δεσμευτική, πιο αληθινή, πιο αυθεντική και διαφορετική. Η Ελένα αναγνώριζε ότι ο Αρτέμης ήθελε με κάποιο τρόπο να βρίσκεται πάντοτε μαζί της και γι' αυτό αντάλλασσε την παρουσία του με την απόδειξη της παρουσίας του στη ζωή της, κάτι που σαφώς ήταν μακράν πιο σημαντικό.

Έπειτα, η Ελένα συνέχιζε να μαθαίνει από τον Αρτέμη λέξεις όπως αντισυστημικός, παρακράτος, ενότητα, καθεστωτικός, περιθώριο, υπερηφάνεια, αγώνας, δικαίωμα, καταπίεση και να της ενσαρκώνει στα βήματα του χορού που της είχε μάθει η Δασκάλα, μονάχη της, με την δική της τέχνη, την τέχνη της ιδιοσυγκρασίας της, χωρίς τη Δασκάλα, βασισμένη όμως πάντοτε στα βασικά βήματα του χορού του καθρέφτη που της είχε διδάξει. Σύντομα, η Ελένα χρησιμοποιούσε τις λέξεις αυτές, σε συνδυασμό με τον ανεξήγητο θυμό και το μίσος που είχε γεννηθεί μέσα της, σε καυστικές συζητήσεις με τους καθηγητές, του άλλους μαθητές που ήταν ανόητοι μπροστά της και στις παρέες του Αρτέμη, διότι εκείνη δεν ήταν σαν τα άλλα κορίτσια, που είναι κατώτερα από τα αγόρια και δεν πρέπει να αντιμιλάνε στους καθηγητές. Ήταν ξανά αυτό που έπρεπε, που ήθελε, που επιβαλλόταν, που γεννήθηκε για να είναι: διαφορετική, ξεχωριστή, μοναδική.


Τα πίρσινγκ της Ελένας αυξήθηκαν μαζί με τα τατουάζ και τα μαλ
λιά της δεν ήταν πια όπως των άλλων κοριτσιών, αλλά βαμμένα γκρι με ξανθό και λίγο μαύρο στη ρίζα. Κάποια κορίτσια που έπαιρναν επίσης το δρόμο του μίσους και του θυμού συνήθιζαν να ξυρίζουν ελαφρώς τα μαλλιά τους, να τα βάφουν έντονο φούξια ή μπλε και να φοράνε ζαρτιέρες με χοντρές μπότες και δερμάτινα τζάκετς, ενώ άλλα τα άφηναν μακριά και φορούσαν παντελόνια χίπικα και βραχιόλια χρωματιστά. Εκείνη, όμως, δεν θα μπορούσε να αλλοιώσει έτσι τον εαυτό της, ήταν το τέλειο κορίτσι και ήταν διαφορετική ούτως ή άλλως, επομένως αρκούνταν στο να βάφεται, να βάζει πολύ μαλακτικό και να επιμελείται της ενδυμασίας της. Τα ρούχα της παρέμειναν ίδια σε στυλ, διότι η Δασκάλα ξέρει καλά και τις είχε μοιράσει τα σωστά περιοδικά μόδας και του ορθού σωματότυπου. Και η Ελένα πλέον τα είχε όλα και ήταν ξανά ενθουσιασμένη.

2014

Η Ελένα ήταν πλέον 17 χρονών και έφτανε στο τέλος της δευτέρας Λυκείου. Το σχολείο είχε αρχίσει να γίνεται απαιτητικό εν όψει των Πανελληνίων εξετάσεων και όλοι έπρεπε σιγά σιγά να αποφασίσουν τι δρόμο θα ακολουθήσουν. Η Ελένα δεν χρειαζόταν να επιλέξει, ήξερε ότι στη ζωή της της αξίζουν όλα, όλα, τα πάντα. Όλα φτιάχτηκαν για εκείνη, όλα ήταν δικά της. Και ο καιρός θα τα 'φερνε για να τ' αποκτήσει. Όσα σημάδια κι αν χρειαζόταν να αποκτήσει ακόμα, όσο κι αν ανάλωνε το σώμα και την ψυχή της στον πόνο, στο τσιγάρο, στο βίαιο σεξ της αγάπης, στο αλκοόλ, στα ξενύχτια που δεν καταλήγουν ποτέ σπίτι της, στο μωβ βερνίκι με τα πολύπλοκα σχέδια και στο να αγνοεί τα βιβλία, τους ανθρώπους, τα χέρια που της δίνονται, τα οποία υποβαθμίζουν το "είναι" της, ήξερε πως θα μπορούσε να τα υποστεί όλα απ' την αρχή, ώστε η ζωή να της τα φέρει ξανά όπως τα θέλει. Και αυτό, που πάντα η Ελένα θέλει, είναι να ξέρουν οι πάντες πως είναι η καλύτερη μαθήτρια της Δασκάλας της.

Μόλις μπήκε το καλοκαίρι και ο ελεύθερος χρόνος της Ελένας, αυτός που μπορούσε να της προσφέρει την αιωνιότητα του να περιστρέφεται και να περιστρέφεται όλη την ώρα και να χορεύει μπροστά απ' τον καθρέφτη, μπροστά απ' τις βιτρίνες, μπροστά απ' το πλήθος, ελαττώθηκε δραματικά λόγω των φροντιστηρίων για τις Πανελλαδικές, η Ελένα είχε για πρώτη φορά τη ζωή της στιγμές αποκομμένες από τη Δασκάλα, το χορό, τον Αρτέμη, τα κατώτερα κορίτσια και τον καθρέφτη. Για να αποφύγει την εστίαση στο διάβασμα, έτσι όπως στεκόταν απάνω απ' το βιβλίο και κοιτούσε το καλλωπισμένο βερνίκι στα νύχια της, άρχισε να σκέφτεται με ανεξάρτητο από το μάθημα της Δασκάλας νου. Σκέφτηκε το χορό, σκέφτηκε τον καθρέφτη. Σκέφτηκε πως θα προτιμούσε ίσως να είχε ξεκινήσει οριεντάλ ή χιπ χοπ ή ακόμα και κλακέτες. Σκέφτηκε πως η χίπικη φούστα της Μαριάννας στο Λύκειο δεν θα πίεζε τα πόδια της και την κοιλιά της όπως τα στενά ψηλοκάβαλα τζιν που φοράει. Σκέφτηκε πως η Χριστίνα δεν χρειάζεται να χτενίζει τα μαλλιά της, εφόσον τα έχει ξυρίσει και σκέφτηκε και πως ο Μάνος της έκανε πάρτι-έκπληξη στην αυλή του σχολείου με τούρτα παγωτό και ένα κρεμαστό. Σκέφτηκε πως πρόσεχε τη γωνία της στο σχολείο όσο βρισκόταν εκεί και την κρατούσε καθαρή, όμως ποιος ξέρει; Ίσως πριν το διάλειμμα ή το βράδυ να είχε μπει κανένα σκυλί μέσα και να την είχε κατουρήσει, ή να είχε κουτσουλήσει κανένα σπουργίτι, και να έπεφταν έντομα και σκόνη απ' τα φύλλα των δέντρων. Σκέφτηκε τα αυτοκόλλητα.

Όταν συνήλθε και επανέφερε τη συγκέντρωσή της, πετάχτηκε απ' την καρέκλα αφού παρατήρησε πως είχε με τα δόντια της ξύσει το βερνίκι από τρία από τα νύχια του ενός χεριού της. Τραντάχτηκε, οι παλμοί της αυξήθηκαν και την κυρίευσε ένα κύμα από στρες και αγωνία. Η Ελένα ποτέ δεν τρώει τα νύχια της, πρέπει να είναι καλοφτιαγμένα και βαμμένα στην εντέλεια, σαν τα ανώτερα κορίτσια, τα κορίτσια του περιοδικού. Όπως θα την ήθελε και ο Αρτέμης. Όπως θα την ήθελε και η Δασκάλα. Όπως θα την ήθελε και ο καθρέφτης για το χορό. Εκείνη τη στιγμή, η Ελένα ένιωσε ανίκανη να ακολουθήσει οποιαδήποτε κατάλληλη οδηγία για την σωστή αντιμετώπιση από αυτά τα όντα, για την αντιμετώπιση που της αρμόζει. Έπρεπε να ξεβάψει όλα τα νύχια και να τα βάψει από την αρχή, ίσως και να κόψει και να λιμάρει τις άκριες, μιας και τις είχε φθείρει λίγο με τα δόντια. Η Ελένα ένιωσε βρώμικη, ακατάστατη, ατημέλητη, αδέξια. Το τοξικό μίσος που έκανε στροφές στο στομάχι της, άρχισε να εναντιώνεται στον εαυτό της και να την πληγώνει από μέσα.

Εκείνο το λεπτό, συνειδητοποίησε ποιο ήταν το λάθος που είχε κάνει. Είχε αρχίσει να θαυμάζει τον Αρτέμη και να του φέρεται όπως κανονικά υποτίθεται πως θα έπρεπε να της είχε φερθεί εκείνος. Τον έβλεπε από χαμηλά, τον είχε ανάγκη, τον θαύμαζε. Ο ύψιστος κόσμος που έπρεπε εκείνος να εκτιμάει σε αυτήν είχε τώρα μετατοπιστεί στην παρουσία του και εκείνη ήταν η λάτρης. Η Ελένα αναρωτήθηκε εάν αυτό ήταν η αιτία που η Δασκάλα της την εγκατέλειψε ελαφρώς και την αντικατέστησε με ένα σωρό άλλους μαθητές, μέχρι να βρει καινούριο κορυφαίο ακόλουθο. Όχι. Δεν έπρεπε να συμβεί έτσι. Δεν έπρεπε να κάνει αυτό το λάθος. Τόσο καιρό νόμιζε πως κάτι πήγαινε στραβά με εκείνη, ενώ η πραγματική αιτία ήταν ότι ανέβασε τον Αρτέμη πιο ψηλά από τον εαυτό της. Τώρα ήταν έτοιμη να μετατοπίσει ξανά αυτήν την αξία. Τώρα ήταν αποφασισμένη. Θα γινόταν μια σωστή γυναίκα, μια αγωνίστρια. Και τίποτα απ' όσα της είχε μάθει ο Αρτέμης δεν θα ήταν πλέον ορθά. Πώς μπόρεσε να της το κάνει αυτό;

Στην τρίτη Λυκείου, τη χρονιά των Πανελλαδικών, η Ελένα ήταν βέβαιη πως είχε βρει τον εαυτό της. Το μίσος της για τον Αρτέμη είχε χτυπήσει κόκκινο και τα σημάδια πάνω της το αποδείκνυαν. Κρατούσε πάντοτε τα σημάδια για να θυμάται το μίσος. Ο Αρτέμης ήταν όμως κομμάτι της ζωής της, ήταν ο παρτενέρ της. Δεν θα μπορούσε να τον αφήσει. Άλλωστε, είχε ανάγκη πλέον τα σημάδια για να μπορεί να αναγνωρίζει τον εαυτό της. Χωρίς αυτά, το σώμα της ήταν κάτι ξένο. Μα είχαν περάσει σχεδόν πέντε χρόνια απ' την τελευταία φορά που είχε δει το σώμα της χωρίς αυτά. Άλλωστε, τώρα που όλα τα κατώτερα κορίτσια, όπως και η Χριστίνα, ολοκλήρωναν τις σχέσεις τους με τους δικούς τους παρτενέρ, εκείνη είχε να αποδείξει ότι αυτό το στάδιο το είχε περάσει πολύ πριν. Τα σημάδια της θύμιζαν ποια είναι. Ο Αρτέμης ήταν ο μισός της εαυτός και παραπάνω. Το μίσος έκανε την καρδιά της να πάλλεται ακόμα. Και η ζωή για άλλη μια φορά επιβαλλόταν να τα φέρει όπως πρέπει.
Η χρονιά αυτή ήταν πνιγμένη σε εντάσεις ανάμεσα στην κοινή ζωή και το περιθώριο. Η Ελένα προσάρμοζε τις λέξεις που έμαθε απ' τον Αρτέμη σε ένα αντίθετο δικό της ρεύμα που είχε μόλις ξυπνήσει μπροστά στα μάτια της. Οι λέξεις που είχε μάθει μεταλλάχτηκαν σε μαφία, αντιφασισμός, τοξικοεξαρτημένος, νεοφεμινισμός, τρομοκρατία, μηδενισμός, νεοαναρχικός, μολότοφ, φυλακές τύπου Γ', αλληλεγγύη, αντάρτες, βενζίνη, κρεμάλα, ρεφορμισμός. Για να κερδίσει πίσω τα τα βήματα που είχε χάσει και το σταθερό της έδαφος, έπρεπε να αντιπαρατεθεί με την ζωή και τις λέξεις του Αρτέμη, όμως παράλληλα να κρατήσει απόσταση και από τα κανονικά παιδιά που μιλούσαν πάντα για ποδόσφαιρο και έρωτες και από τα λιγότερο λαμπερά πετράδια των γωνιών που μιλούσαν και μιλάνε ακόμα για το καλοκαίρι και τα παγωτά που θα φάνε. Η Ελένα βρισκόταν σε διαδηλώσεις, σε ίντριγκες, σε αντιπαραθέσεις στις καταλήψεις του σχολείου, σε μπάχαλα, στη φωτιά. Ήταν το κάτι άλλο. Μια ολοκαίνουρια ζωή μόνο για εκείνη. Η ζωή που της άξιζε. Πολλοί άρχισαν να την θαυμάζουν για τις λέξεις που πρόφερε και να την πλησιάζουν με διάφορους τρόπους. Ήταν ξανά στην κορυφή!

Καθώς ο Αρτέμης δεν ήταν στην καθημερινότητά της πια, λόγω των πολλών ωρών που αφιέρωνε στην καριέρα του, η Ελένα περνούσε τα βράδια της χαρίζοντας καινούρια, φρέσκα σημάδια στο σώμα της. Κάποτε βρέθηκε και ένα αγόρι μέσα από μια διαδήλωση που την πλησίασε όπως πλησίαζε και ο Μάνος τη Χριστίνα, όμως εκείνος δεν είχε να της προσφέρει σημάδια και τον απώθησε απευθείας. Έπαιρνε μάλιστα μέρος και σε δυναμικές δράσεις αλληλεγγύης και συντροφικότητας και διάβαζε συνέχεια κείμενα που ενίσχυαν τις λέξεις που γνώριζε για τον νέο της εαυτό, όχι όχι, τον πραγματικό της εαυτό, αυτόν που έπρεπε πάντοτε να κατέχει. Κείμενα δικά της βέβαια δεν έγραψε ποτέ, διότι δεν ήξερε τι να πει και δεν ήταν δα και για εκείνη τα γράμματα, όπως και το σχολείο, την υποβάθμιζαν και εκείνη ήξερε καλύτερα. Το περιθώριο στην νέα τάξη πραγμάτων είχε χωριστεί σε δυο πόλους, τον αυθεντικό πόλο του ανεπιθύμητου αλλά λαμπρού περιθωρίου των σκονισμένων πετραδιών και τον πλαστό πόλο του επιθυμητού, πολλά υποσχόμενου περιθωρίου που είχε τις ρίζες του στα μαθήματα της Δασκάλας της Ελένας. Η Ελένα μετά χαράς πήδησε στον δεύτερο πόλο, που της άρμοζε και γνώριζε πως θα έλαμπε εκεί μέσα περισσότερο απ' όλους, καθώς τώρα που βρήκε το δρόμο της θα ανέβαινε πάλι στην κορυφή των προτιμήσεων της Δασκάλας.

2016

Η Ελένα δεν πέρασε στο Πανεπιστήμιο. Δεν πέρασε για την ακρίβεια σε καμία σχολή, μιας και τα μόρια δεν έφταναν για να της πουν ποια θα είναι. Μόνη της γνώριζε αρκετά καλά. Μετακόμισε στην Αθήνα για να σπουδάσει σε μια ιδιωτική σχολή που την έστειλαν οι γονείς της, μιας και η ζωή ήταν δεσμευμένη να τα φέρνει έτσι στην Ελένα, ώστε όλα να της πάνε καλά και να μην την υποβαθμίζουν. Στο αμφιθέατρο, τα άλλα κορίτσια δεν της μιλούσαν, μιας και βρισκόταν πάλι ανάμεσα στους κατώτερους και ένιωθε ξένη. Δυναμική ξένη, όμως. Απ' αυτές που ξέρουν ότι σε λίγο καιρό θα κατέχουν ολόκληρη την περιοχή και θα ναι υπ' ευθύνη τους. Γι' αυτό η Ελένα δεν ανησυχούσε. Ήταν εντάξει και είχε μάθει να περιμένει τη ζωή να της τα φέρει. Εκτός απ' αυτό, είχε και κάτι πολύ δυνατό πάνω της: το μίσος και το τίποτα. Τον ασταμάτητο θυμό και το μηδέν. Δεν είχε τίποτε να χάσει, διότι όλα, μα όλα ήταν δικά της. Ακόμη και οι ανταγωνιστές της, ήταν δικοί της, οπότε ό,τι και να της έπαιρναν, πάλι δικό της θα κατέληγε.

Στα Εξάρχεια, συμμετείχε με την παρουσία της σε καταλήψεις, σε δράσεις, σε παρέες. Παρόλο που πλέον είχε απομακρύνει από τη ζωή της τον Αρτέμη, μιας και δεν της φτάναν πια τα σημάδια που της άφηνε, το τσιγάρο και η συνήθεια του να υπάρχει εκείνος γύρω της δεν μπορούσε να τα αποχωριστεί. Για να κάνει μάλιστα πιο έντονη την παρουσία και την επιρροή του, έπινε πολύ χόρτο, περισσότερο αλκοόλ και εκπαιδευόταν στο να πετάει βόμβες φωτιάς και πέτρες. Η Ελένα ήταν χαρούμεη, ευτυχισμένη. Τα άτομα που την περιτριγύριζαν τη λάτρευαν και όλοι ήθελαν να έχουν ένα κομμάτι της, να αφήσουν ένα σημάδι πάνω της. Η Ελένα δεν άντεχε να την υποβαθμίζουν, όμως δεν μπορούσε πραγματικά να ζήσει χωρίς την υποβάθμισή της. Όμως η αντιπαράθεση σε καθετί που καταπιέζει, είναι must. Το φώναζε το μίσος που είχε μέσα της. Ο σεξισμός και τα κοινωνικά πρότυπα έπρεπε να καταπατηθούν και να θαφτούν βαθιά στο χώμα, όπου ανήκουν οι ρίζες. Όμως το ντύσιμο και η εμφάνιση των κοριτσιών στα περιοδικά μαζί με τα βήματα του χορού της Δασκάλας ήταν επίσης απαραίτητα και ισάξια με το οξυγόνο. Η πατριαρχία, η βία και η σιωπή έπρεπε να πεθάνουν. Όμως τα σημάδια ήταν ζωτικής σημασίας.

Η Ελένα είναι χαρούμενη. Η Ελένα ξέρει πλέον τον εαυτό της και βρίσκει σιγά σιγά το δρόμο της. Η Ελένα είναι υπερήφανη! Και η Δασκάλα επίσης. Κανείς δεν μπορεί πια να της στερήσει την λαμπερή της γωνία. Τίποτα δεν μπορεί να της προκαλέσει πια το στρες που έκανε τα νύχια της να ξεβάψουν. Κανείς δεν θα τολμήσει ποτέ να την κάνει να αμφισβητήσει το τέλος της υποβάθμισής της. Και κανείς δεν θα πάρει ποτέ τη θέση του Αρτέμη στην καρδιά της, εάν δεν της αφήνει τα σημάδια που της αξίζουν. 


2030

Πέρασα από το παλιό μου σπίτι στα Εξάρχεια. Στον τοίχο δίπλα απ' την πόρτα μια Ελένα το 2016 είχε γράψει "Ίδια είναι τα αφεντικά, δεξιά κι αριστερά." Και προς τιμήν της δικής μου σκονισμένης γωνιάς στο σχολείο, έγραψα χωρίς να με νοιάζει αν με κοιτούν "Ακόμα και στην Αναρχία βρίσκω ανθρώπους με εξουσία. Δεν ανήκω πουθενά."      


-Δον Ψυχώτης

30.5.16

αμυγδαλιά

Αμυγδαλιά που ντύθηκες
απόψε στα καλά σου
και στων μεγάλων τη γιορτή
σαν κοριτσιού το κομφετί
σκορπίζεις τη χαρά σου

Είδες και δε θυμήθηκες
δυο μάτια κουρασμένα
πως η ποδιά σου η λευκή
είχε μια θέση μαλακή
κάποτε και για μένα.

-ψ.ψ.

20.5.16

άνθος αραβοσίτου

Καθόμουνα δίπλα στην Ελένη. Εκείνη ήθελε να χωρίζουμε το θρανίο στη μέση, να 'χουμε τη μεριά μου και τη μεριά της, και να μην τα μπλέχνουμε. Γιατί, άμα, λέει, περάσω τη μεριά της, θα κάνει το χέρι μου κόκκινο. Εγώ ούτε δέχθηκα μα ούτε κι αρνήθηκα. Η Ελένη ζωγράφισε μια χοντροκομμένη γραμμή στο θρανίο και έγραψε με τεράστια γράμματα στη μεριά της ΕΛΕΝΗ με καρδούλες. Για μένα αυτά δεν σημαίνανε τίποτα, κι ήξερα πως δεν θα τολμούσε να μ' αγγίζει αν -δήθεν- παραβίαζα τον κανόνα της. Στοίχιζε την γόμα, την ξύστρα και το μολύβι της πάνω δεξιά στη μεριά της. Στοίχιζε και το βιβλίο. Είχε και τέσσερις μαρκαδόρους σε διαφορετικά χρώματα, για να υπογραμμίζει. Κάθε σειρά στο βιβλίο με διαφορετικό χρώμα- κι ούτε που τις κοίταζε ποτέ. Η πλευρά μου ήτανε πιο φτωχή. Δηλαδή, ήτανε όση χρειαζόταν να είναι. Το μολύβι μου κι η γόμα μου. Και το βιβλίο. Τέλος. Η Ελένη κορόιδευε. Δεν είχε, λέει, η μαμά μου λεφτά. Γι' αυτό φοράω μόνο κορδέλες και δεν κουρεύομαι. Γι' αυτό δεν έχω μαρκαδόρους και ξύστρες. Επειδή δεν έχει λεφτά η μαμά μου. Εγώ δεν συμφωνούσα ούτε διαφωνούσα. Ήξερα, βέβαια. Αλλά, σε κάθε περίπτωση, αν απαντούσα, θα παραδεχόμουν την ήττα μου. Στα μάτια της, δηλαδή. 

Η δασκάλα, χαμπάρι. Ρωτούσε για τον Διόνυσο και τον Ποσειδώνα. Τα αγόρια παίζαν ποδόσφαιρο, τα κορίτσια βόλει κι εγώ καθόμουν δίπλα στο παράθυρο και τους χάζευα γιατί "είχα πονόκοιλο". Κάθε Παρασκευή μας έδινε έναν μαθηματικό γρίφο να τον λύσουμε ως την Δευτέρα, και τότε γινόμουν χαρούμενη. Σκαρφάλωνα στο κρεβάτι μου και σκεφτόμουν το γρίφο ως να κλείσουν τα μάτια μου. Στους χειρότερους εφιάλτες, η Ελένη με κυνηγούσε με ένα τεράστιο μαρκαδόρο για να με υπογραμμίσει. Δεν έτρωγα γλειφιτζούρια και μαλλί της γριάς, και το χειρότερο δώρο ήταν τα ρούχα- το καλύτερο οι κούκλες. Και οι μπάλες. Οι μπάλες είχαν τέλειο ήχο όταν τις κλωτσούσες. Ή τις πετούσες με τα χέρια. Είχα μια συλλογή κορδέλες. Το χειρότερο χρώμα ήταν το ροζ, το αγαπημένο άλλαζε από εποχή σ' εποχή. Με κορίτσια δεν έπαιζα γιατί ήμουν αγοροκόριτσο και με αγόρια δεν έπαιζα γιατί ήμουν κορίτσι. Μια φορά η Ελένη ήρθε στο σχολείο βαμμένη. Με μέικ- απ και τέτοια. Γελάσαν όλοι. Εκείνη έβαλε τα κλάμματα και μας είπε πως δεν έχουμε ιδέα από μόδα. Η χειρότερη λέξη ήταν η μόδα. Η καλύτερη, η "βαρκατρουλοπετρολινοτσοκαρεκλοποδαριά". Επειδή ήταν τεράστια· κι επειδή δεν σήμαινε τίποτα. 

Τραγουδούσα. Στο δωμάτιό μου και στον δρόμο κι όποτε είχα τα κότσια. Ποτέ μπροστά σ' άλλους. Μόνο στη Μουσική, στο σχολείο- τότε το φχαριστιόμουν που τραγουδούσα όσο δυνατά μου 'κανε κέφι. Φορές- φορές η δασκάλα σταματούσε απότομα να παίζει για να δει ποιος ειν΄ αυτός ο κατεργάρης που τραγουδάει τόσο δυνατά και χαλάει τη μελωδία· το 'χα όμως μάθει και φρόντιζα να χαμηλώνω τον τόνο της φωνής μου όταν χρειαζόταν. Οι τοίχοι στο σπίτι λες κι ήταν χάρτινοι· η μάνα μου μ' άκουγε πάντοτε· χωρίς ποτέ να τ' αποκαλύψει. Ήξερε, βέβαια, την ντροπή μου. 

Μ' άρεσε ένα αγόρι, τον έβλεπα κάθε πρωί να περνά απ' το σπίτι, πηγαίναμε σε διαφορετικά σχολεία κι όμως οι δρόμοι μας διασταυρώνονταν. Θα 'τανε ένα-δυο χρόνια μεγαλύτερος. Δε μιλήσαμε ποτέ μα ούτε που μ' ένοιαξε· έφταν' ο ενθουσιασμός αυτής της μηδαμινής, μα καθημερινής μας συνάντησης. Στα καλύτερα όνειρα, παίζαμε μπάσκετ και νικούσα στα καλάθια. Πλέον, θυμάμαι μόνο τ' αθλητικά του κι αυτήν τη μπάλα που στερέωνε κάτω απ' το μπράτσο του τις μέρες με ήλιο. Όχι το πρόσωπο. Ποτέ το πρόσωπο. 

Είχα φίλους όλα τ' αδέσποτα -σκυλιά, γατιά- της γειτονιάς, ποτέ όμως δεν τόλμησα όμως να ζητήσω να φέρουμ' ένα στο σπίτι. Μια φορά μονάχα είχαμ' ανεβεί ως το μπαλκόνι μου με τη Νόρα -τ' αγαπημένο μου γατί- για να της δείξω, λέει, την θέα. Μ' έπιασ' η μάνα μου στα πράσα και με κάθισε μια ώρα στον καναπέ, αυτή να ψέλνει πως "δεν μπορούμε να θρέψουμε ένα ακόμα ζωντανό σ' αυτό το σπίτι" κι εγώ, με πείσμα, να επιμένω, με μόνο επιχείρημα το κλάμα μου, πως έχω ανάγκη έναν φίλο. Έπαιξα και το θέατρό μου· καμωνόμουνα επιδεικτικά, μπροστά της, πως έχω φανταστική φίλη· πως κάνουμε τα πάντα μαζί και τα συναφή. Τίποτα η μάνα μου. Μόνο που την εκνεύριζε το πείσμα· κατά τ' άλλα, ήξερε την πονηράδα μου. 

Έκλαιγα, ναι, 'ντάξει. Όχι όσο τώρα. Έκλαιγα πιο λίγο. Κι όταν έκλαιγα, γευόμουνα τα δάκρυα με τη γλώσσα και μου 'φτιαχνε η διάθεση. Ύστερα ξάπλωνα στο κρεβάτι και με 'παιρνε ο ύπνος ανάλαφρα. Αν φοβόμουν, κρυβόμουν πίσω απ' τις κουρτίνες· κι όταν, κάποτε, πέτυχα καταλάθος μια σκηνή με σεξ στην τηλεόραση, έτρεξα κάτω απ' το τραπέζι της κουζίνας πανικόβλητη και ντροπιασμένη. Τα μάγουλά μου δεν κοκκινίζανε μα ένιωθα την μύτη μου να τσούζει πολύ εύκολα. 

Κι αν τώρα, κάπου- κάπου, ξυπνήσω μες στη νύχτα ιδρωμένη και τρομαγμένη, θα 'ναι ένα απ' αυτά τα περίεργα όνειρα· πως χάνω το δρόμο για το σχολείο και δεν μπορώ πια να γυρίσω στο σπίτι· πως ανοίγω την πόρτα του δωματίου μου κι είναι γεμάτη με τρομακτικούς ψηλούς κυρίους με μακριά μούσια· ή πως η μαμά μου κάνει συμφωνία με τη μαμά της Ελένης κι ανταλλάζουνε τα ρούχα μας, κι εγώ είμαι καταδικασμένη να φοράω για πάντα τα φούξια φουστανάκια της.. 
  
Τότε, αν πλησιάσω στον νιπτήρα του μπάνιο για να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου, μ' έκπληξη θ' αντιληφθώ πως δεν χρειάζεται πια να πατώ στις μύτες για να δω στον καθρέπτη ολόκληρο το πρόσωπό μου. 

-thakrya

11.5.16

η Τζένη η Στουθοκάμηλος και ο Τσιλιφούρφουρος


Αγαπητή μου Ζηνοβία (ή αλλιώς Τζένη), 
Σου γράφω από το φτωχικό μου στους πρόποδες της οροσειράς του βασιλείου μας. Αυτή τη στιγμή μοναδική μου συντροφιά είναι το κόκκινο κρασί. Αν και βαρύς χειμώνας, έχω ένα καντήλι να με ζεσταίνει. Μπροστά όμως στην φλόγα του έρωτά μας, τι να κάνει η φωτιά ενός καντηλιού; Και ολόκληρο το βασίλειο να καίγαμε (παρέα) πάλι οι φωτιές από τα πυρωμένα ανάκτορα και τις οικίες των ευγενών δεν θα επισκίαζαν την φλόγα των δυνατών συναισθημάτων που τρέφουμε ο ένας για τον άλλον. Αχ γλυκιά μου, πάμε έστω για μια τελευταία φορά να ληστέψουμε τον βασιλιά, να ντυθούμε ευγενείς και να καταστρέψουμε μεθυσμένοι το πάρτυ της βασίλισσας, να ελευθερώσουμε όλα τα άλογα των ιπποτών, και αν αυτά σου φαίνονται πλέον επικίνδυνα, τουλάχιστον ας βρεθούμε απλά. Να κοιταχτούμε στα μάτια μονάχα. Να συγκρατήσουμε το πάθος μας. Οι έρωτες δεν ευδοκιμούν στην εποχή των ιπποτών, καλή μου. Αν θες να με δεις, ραντεβού (στα κρυφά) την τελευταία μέρα του μηνός που διανύουμε, στο πηγάδι του χωριού. 
Ο Τσιλιφούρφουρος που σ'αγαπά (πολύ) και σε χαιρετά τηλεπαθητικά με ένα φιλί στο μέτωπο.
Στις φυλακές του βασιλείου, σε ένα απομονωμένο και σκοτεινό κελί βρίσκεται η Τζένη. Βγαίνει απ' αυτό μονάχα τα μεσημέρια, για να οργώσει τα χωράφια του βασιλιά. Ο βασιλιάς καλλιεργεί πολλές μαργαρίτες. Κάθε μέρα προσφέρει στην αγαπημένη του, την βασίλισσα, και ένα μεγαλοπρεπές μπουκέτο από αυτές τυλιγμένο επιμελώς με φύλλα χρυσού. Η Τζένη έλαβε το γράμμα του Τσιλιφούρφουρου στα μέσα του μήνα, ένα συννεφιασμένο πρωινό. Τις το έφεραν οι φύλακες. Αμέσως αποφάσισε να πάει να τον συναντήσει, ακόμη και αν γι'αυτό θυσίαζε την ζωή της. Μόνο που 'ξερε πολύ καλά πως από την στιγμή που θα συναντιόντουσαν, δεν θα αρκούνταν μόνο στα μάτια.

Εκείνο το πρωινό βρισκόταν στα χωράφια και καλλιεργούσε τις μαργαρίτες, οι οποίες όπως πάντα της έπιασαν την κουβέντα.

-Τι έχεις σήμερα, Τζενούλα; την ρώτησε η Τασία, η πιο όμορφη μαργαρίτα.
-Τίποτα, απάντησε δήθεν αφηρημένα η Τζένη. Δεν είχε καμία όρεξη να μιλήσει στις μαργαρίτες, πόσο μάλλον στην Τασία, που 'ναι γνωστή σ'όλο το βασίλειο για τον θαυμασμό που τρέφει η ίδια για την ομορφιά της.
-Μη μου λες τίποτα εμένα. Καταλαβαίνω την ψυχή του ανθρώπου εγώ. Λουλούδι είμαι, και μάλιστα πολύ όμορφο, αν δεν το έχεις προσέξει (που αποκλείεται, αλλά λέμε τώρα). 
-Δεν έχω κάτι,ειλικρινά, είπε η Τζένη και όπως έκανε να σκύψει για να πιάσει με τα φτερά της την αξίνα,της έπεσε το γράμμα του Τσιλιφούρφουρου.
-Αμάν, τι' ν τούτο; Πες! Πες! Γράμμα από τον καλό σου;

Η Τζένη ήταν πολύ καχύποπτη με την Τασία, καθώς ήξερε τις στενές σχέσεις που είχε με το βασιλικό ζεύγος.

-Γράμμα από την αδελφή μου είναι. Είναι άρρωστη. Πρέπει να την επισκεφτώ, αλλά ο βασιλιάς δεν θα με αφήσει.
-Μμμμ, από την αδελφή σου; Την όμορφη;
-Ναι.
-Αχ, η καημενούλα! Οι αρρώστιες πάντα μας κατακρεουργούν, εμάς τις όμορφες. Είναι η κατάρα μας. Κατάλαβες, Ζηνοβία μου; Ο Θεός μας χαρίζει το δώρο της απόλυτης ομορφιάς και μετά μας το ζητάει πίσω με τον πιο πικρό και σκληρό τρόπο.

Η Τασία είχε παραδοθεί σε ένα παραλήρημα για την ομορφιά, όπως ακριβώς περίμενε η Τζένη. Έτσι, θα μπορούσε να συνεχίσει ανενόχλητη τις δουλείες της, χωρίς να είναι αναγκασμένη να απαντά στις ερωτήσεις της μαργαρίτας.

 Στο τέλος της ημέρας (και ενώ η Τασία εξακολουθούσε να εγκωμιάζει την ομορφιά της και να κλαίει για την κατάρα αυτή), η Τζένη επέστρεψε στο κελί της, όπου θα έγραφε στον αγαπημένο της.

Τσιλιφούρφουρε μου,
Βρίσκομαι στο υπόγειο των φυλακών. Εμένα με πιάσανε. Εσύ κατάφερες να τους ξεγελάσεις. Δεν σου κρατώ κακία, φυσικά. Ούτε ζηλεύω την ελευθερία σου. Και εσύ ο ίδιος ξέρεις πολύ καλά πως αν δεν τα καταστρέψουμε όλα, δεν θα είμαστε ελεύθεροι. Δεν είσαι ούτε εσύ ελεύθερος, λοιπόν. Ελεύθερα είναι μόνο τα παιδιά. Και όχι όλα απ' αυτά. Μόνο εκείνα που περπατάνε ξυπόλυτα στα χωράφια, παίζοντας με ξύλινα σπαθιά, μέχρι το βράδυ, που βγάζουν την γλώσσα στους γονείς και δεν γυρνάνε σπίτι, αλλά κοιτούν τα αστέρια. Για την ελευθερία όσων την αξίζουν επιθυμώ να παλέψω, για τους εύφλεκτους. Όχι μόνη, όμως. Μαζί σου αισθάνομαι πως μπορούμε να τα καταφέρουμε. Ραντεβού την τελευταία μέρα του μήνα. 
Σ'αγαπώ, 
Ζηνοβία

Προτελευταία μέρα του μήνα. Χωράφια Βασιλιά.

Η Ζηνοβία ήταν πλέον αποφασισμένη. Ένιωθε δυνατή και αυτό φαινόταν στα μάτια της. Τα μάτια της αισθάνονταν. Και δεν απέπνεαν οργή, θλίψη ή φόβο, όπως παλιά, αλλά δύναμη και αποφασιστικότητα. Προσπαθούσε, παρ' όλα αυτά να φαίνεται φυσιολογική  και να συνεχίσει το όργωμα των χωραφιών σαν μην πρόκειται να αλλάξει τίποτα, σαν να είναι μια μέρα όπως οι υπόλοιπες. Εκεί που έσκυβε να μαζέψει τα αγριόχορτα συνάντησε τον Ερνέστο,το αγριόχορτο που συνήθιζαν να μιλάνε και ήταν το μόνο που την συμπονούσε. Ήταν το μόνο που δεν μάζευε. Ο Ερνέστο παλιά είχε αποπειραθεί να σκοτώσει τον βασιλιά την ημέρα του γάμου της πριγκίπισσας. Δυστυχώς, όμως, οι σύντροφοί του τον πρόδωσαν και αποκάλυψαν τα πάντα στο παλάτι. Ο βασιλιάς μετέτρεψε τον Ερνέστο σε αγριόχορτο, ενώ οι σύντροφοί του, πλέον, είναι ευγενείς.

-Θα φύγω αύριο. Θα συναντήσω τον Τσιλιφούρφορο στο πηγάδι.
-Το 'χω καταλάβει. Να προσέχεις, όμως. Οι μαργαρίτες δεν πρέπει να ξέρουν τίποτα για το σχέδιο σου. Αυτές θα έδιναν τα πάντα για τα διακοσμήσουν το υπνοδωμάτιο της βασίλισσας, της απάντησε ο Ερνέστο.
Δεν ξέρουν τίποτα, μην ανησυχείς.
-Να προσέχεις, στο ξαναλέω. 
-Θα προσέχω.
Δεν συνέχισαν την κουβέντα. Ο Ερνέστο έκανε πως αποκοιμήθηκε, έχοντας στο μυαλό του ότι ίσως να μην την ξαναδεί.

Η τελευταία μέρα του μήνα έφτασε. Στο πηγάδι βρισκόταν ήδη ο Τσιλιφούρφουρος που έπαιζε σκεπτικά με μια πέτρα. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, όταν έφτασε η Ζηνοβία. Ο Τσιλιφούρφουρος της χάιδεψε στοργικά το πρόσωπο και την αγκάλιασε σφιχτά. Η Ζηνοβία απομακρύνθηκε από την αγκαλιά του και του έδωσε ένα μαύρο ξύλινο κουτί.

-Τι είναι αυτό; ρώτησε ο Τσιλιφούρφουρος.
-Είναι τα όπλα μας: ξύλινα σπαθιά, πέτρες, χαρταετοί, καλοκαίρια, πειρατές, και άλλα πολλά. Έχω βάλει και μερικές κατσίκες. 
-Φεύγουμε;
-Τώρα. Πάμε να κάνουμε τους εφιάλτες τους πραγματικότητα.

Έδωσαν ένα φιλί, φόρεσαν τα μαύρα μαντήλια τους, καλύπτοντας έτσι τα πρόσωπα τους, ανέβηκαν πάνω σε δύο κατσίκες και ξεκίνησαν για το βασίλειο, ξέροντας και οι δύο ότι ή θα κέρδιζαν τα πάντα ή δεν θα είχαν πλέον τίποτα.

Είχε πλέον νυχτώσει και ο Τσιλιφούρφουρος με τη Ζηνοβία βρισκόντουσαν έξω από τα βασιλικά ανάκτορα. Άνοιξαν προσεχτικά το κουτί και μια εκτυφλωτική λάμψη πλημμύρισε το βασίλειο. Ο βασιλιάς, η βασίλισσα, οι ευγενείς αμέσως τυφλώθηκαν και κάηκαν ζωντανοί. Η βασιλική φρουρά πήγε να τους επιτεθεί, βγάλαν τα σπαθιά τους, φόρεσαν τις πανοπλίες τους και τρέξαν προς το μέρος τους. Η Ζηνοβία και ο Τσιλιφούρφουρος τους πέταξαν πέτρες, κομματιάζοντας κάποιους από τους φρουρούς. Κράτησαν γερά τα δικά τους σπαθιά, τα ξύλινα, και πάλεψαν με τους υπόλοιπους. Η Ζηνοβία άρχισε να ψαχουλεύει το κουτί και έβγαλε μέσα απ' αυτό τον ήλιο,πετώντας τον όσο πιο ψηλά μπορούσε.Ο ήλιος ανέβηκε στον ουρανό, χαμογέλασε και έκαψε δυνατά, βάζοντας φωτιά σε ό,τι χρειαζόταν. Το παλάτι και τα ανάκτορα έγιναν στάχτη. Τα βασιλικά κτήματα εξαφανίστηκαν (λέγεται μάλιστα πως η Τασία, λίγο πριν πεθάνει, ρωτούσε τους πάντες αν είναι όμορφη -ήθελε να είναι ένα όμορφο καμένο λουλούδι- και ότι ο Ερνέστο κάηκε έχοντας στις ρίζες του, βαθιά, μια φωτογραφία της Ζηνοβίας), οι πιστοί υπήκοοι του βασιλιά κάηκαν κι αυτοί, τα κοσμήματα και το χρυσάφι των πλουσίων έλιωσε, ενώ την ίδια στιγμή πολύχρωμοι χαρταετοί πέταγαν ψηλά, ρίχνοντας πέτρες στους εναπομείναντες κακούς. Στο μεταξύ, οι κατσίκες απελευθέρωσαν τους φίλους της Ζηνοβίας που τους είχε κλείσει ο βασιλιάς στην φυλακή, και αμέσως μετά και τους σκλάβους και τους τρελούς που αναγκάζονταν να μένουν στους υπονόμους.

Είχαν όλα τελειώσει, είχαν γίνει όλα στάχτη. Ακολούθησε μια μεγάλη σιωπή, ο οποία ξαφνικά έσπασε με όσους απέμειναν να ξεκινάνε να παίζουν μουσική και να χορεύουν, δίνοντας ζωή σε ό, τι είχε πια χαθεί.

Η Ζηνοβία και ο Τσιλιφούρφουρος πατούσαν πάνω στις στάχτες του παλατιού. Γέλασαν δυνατά και ξεκίνησαν να παίζουν ποδόσφαιρο με το κρανίο του βασιλιά.

                                                                                     -Αγγέλας