18.1.16

κάτω από την ελιά της γιαγιάς

Κάθε καλοκαίρι πήγαινα στο δάσος. Καθόμουν ώρες ατελείωτες κάτω από τα δέντρα. Έπαιζα με τα ζώα και περπατούσα. Θυμάμαι, ακόμη και μετά από τόσο καιρό, πόσο υπέροχο ήταν το συναίσθημα να βουτάς κατάκοπος στο παγωμένο ποτάμι, να κολυμπάς παρέα με τα ψάρια και όταν βγαίνεις να σκουπίζεσαι με τα βρώμικα και σκισμένα ρούχα σου.

Το δάσος απείχε μόνο λίγα βήματα από το σπίτι της γιαγιάς. Μετά το παιχνίδι με περίμενε κέικ βανίλιας και βαθύς ύπνος, μέχρι το απόγευμα. Και μετά πάλι βόλτα στο δάσος μέχρι να βραδιάσει και ζεστό φαγητό παρέα με παραμύθια. Είχα τέλεια βιβλία. Όταν δεν είχα μάθει να διαβάζω ακόμη, κοίταγα μόνο τις εικόνες και έφτιαχνα την ιστορία στο μυαλό μου. Όλες μου οι ιστορίες είχαν χαρούμενο τέλος. Αν οι εικόνες δεν ταίριαζαν με αυτό, απλά τις παρέλειπα και αργότερα τις διόρθωνα κολλώντας στην θέση τους χαρούμενες με τον φτωχό ευτυχισμένο στο πλάι της πριγκίπισσας, το αηδόνι ακόμα ζωντανό, το γίγαντα έτοιμο να φιλοξενήσει παιδιά στον τεράστιο κήπο του, το μικρό ξανθό αγόρι ανεπηρέαστο από τον κόσμο των μεγάλων, να συνεχίζει να ζει στο φεγγάρι του, παρέα με το λουλούδι του.

Όταν δεν με έπαιρνε ο ύπνος, έπαιρνα αγκαλιά τον γάτο μας, τον Χόλντεν, έκλεινα σφιχτά τα μάτια μου και παρίστανα ότι το ταβάνι ήταν ο ουρανός και εγώ σταδιακά τον πλησίαζα. Έφτανα τα σύννεφα. Αυτά ήταν πάντα πολύ φιλικά και παιχνιδιάρικα. Μετά έκανα παρέα με τα άστρα. Με γοήτευαν πάρα πολύ. Ένα συγκεκριμένο, η Ρόζα, μια νύχτα με πήρε στην πλάτη της και μου έδειξε όλο το σύμπαν. Πιο πολύ, όμως, συμπαθούσα τη Σελήνη. Η Σελήνη ήταν πολύ ντροπαλή και δεν είχε φίλους. Μου ζητούσε να της περιγράψω τη γη, τους ανθρώπους, τον γάτο μου, και τα φαγητά της γιαγιάς.

Η Σελήνη αγαπούσε τον Ήλιο. Δεν τον είχε δει σχεδόν ποτέ. Ελάχιστες φορές. Αλλά θαύμαζε πόσο χαρούμενους έκανε τους ανθρώπους με το φως του, με τη ζωή που έδινε σε όλους μας, στους ανθρώπους, στα ζώα και στα φυτά. Η γιαγιά μου 'χε πει πως ο Ήλιος και η Σελήνη δεν μπορούν να έρθουν κοντά ποτέ. Το μυστικό που μου είπε η γιαγιά δεν το πα πότε στην Σελήνη, ακόμη και τις φορές που αυτή μου εκμυστηρευόταν πόσο θα 'θελε να τον πλησιάσει απλά για να τον αγκαλιάσει σφιχτά έστω για μια φορά.

Όταν επέστρεφα στο κρεβάτι μου, μετά από την παρέα με τη Σελήνη, έπιανα τον εαυτό μου να αναζητά τρόπο να τους φέρω κοντά και μετά από πολύ σκέψη να με παίρνει ο ύπνος με τον Χόλντεν να μου νιαουρίζει στο αυτί, ανακοινώνοντας μου την δικιά του βραδινή εξόρμηση στο χωριό. Ο Χόλντεν συχνά γυρνούσε την επόμενη μέρα εξαντλημένος και μερικές φορές τραυματισμένος από κάποιο καυγά και καθόταν κάτω από την ελιά που είχαμε στον κήπο. Η γιαγιά, με τον ελληνικό στο χέρι, του φώναζε, αλλά μετά από λίγο τον κέρναγε μια λιχουδιά και του ζητούσε να της υποσχεθεί πως από την επόμενη μέρα θα ήταν φρόνιμος. Ο Χόλντεν ποτέ δεν την άκουγε και η γιαγιά μάλλον το ήξερε αυτό.

Όταν η γιαγιά με έστελνε για δουλείες έπαιρνα το ποδήλατο και πήγαινα στο μαγαζί που είχε μια φίλη της. Αυτή πάντα με κερνούσε σοκολάτες και μετά παραπονιόταν ότι της πονάει το πόδι της. Όταν έφευγα, συχνά με φίλαγε στο μάγουλο και μετά εγώ σκουπιζόμουν με το μανίκι μου και ευχόμουν να μη με είδε κάποιο άλλο παιδί. Μετά, περνούσα από το καφενείο που καθόταν και ο παππούς με τους φίλους του και διάβαζαν. Ο παππούς, με το που με έβλεπε, με φώναζε να σταθώ πλάι του και χωρίς να σηκωθεί από την καρέκλα του με έπιανε από τον ώμο και μου έδινε μυστικά λίγα λεφτά για να πάρω γλυκό υποβρύχιο.

Σπίτι είχε ήδη αρχίσει να μυρίζει λάδι, αυγά, ρίγανη και καμένο ξύλο από τον φούρνο της γιαγιάς. Ευχόμουν από μέσα μου να μην είναι κάτι με φασόλια, αλλά πατάτες τηγανιτές με μπιφτέκι. Η γιαγιά μου έβαζε φαγητό και με συμβούλευε να το φάω όλο για να έχω δυνάμεις για τη βόλτα μου στο δάσος. Όταν η γιαγιά δεν κοίταζε, έδινα στον Χόλντεν, που μου παραπονευόταν και γλυφόταν, κρυφά λίγο από το φαγητό μου.

Μετά τον ύπνο μου, αν δεν πήγαινα στο δάσος, έπαιζα στην πλατεία με τα υπόλοιπα παιδιά ποδόσφαιρο, κυνηγητό, κρυφτό και μήλα. Κάθε φορά αλλάζαμε τους κανόνες, ενώ αν κάποιο παιδί έφερνε μπάλα ο αγώνας ξαφνικά γινόταν επίσημος. Θυμάμαι να μαλώνουμε για τους κανόνες, για τον χωρισμό σε ομάδες, αλλά και για τη διεξαγωγή του πρωταθλήματος. Τα κορίτσια συνήθως παρακολουθούσαν τον αγώνα και εγώ έβαζα τα δυνατά μου για να εντυπωσιάσω τη Νεφέλη. Η Νεφέλη ερχόταν πάντα τα καλοκαίρια και κάθε χρόνο ανυπομονούσα να τη δω.

Πλέον έχω να δω τα παιδιά από το χωριό πολύ καιρό. Σταδιακά όλο και μειωνόντουσαν. Εγώ δε σταμάτησα ποτέ να το επισκέπτομαι, χωρίς τη γιαγιά και τον παππού, μέχρι τη στιγμή που αποφάσισα να μείνω μόνιμα εδώ και να πηγαίνω βόλτες στο δάσος με τη συντροφιά της Νεφέλης.

-Αγγέλας

9.1.16

σκοτούρες

Και μ’ ­ένα χασμουρητό
ο ήλιος ανακάθισε νωχελικά στο βουνίσιο κρεβάτι του
στάζοντας πιτσιλιές στ’ αδειανό μου δωμάτιο.
Ο Μορφέας,
με τ’ αγέρινο άγγιγμα,
ξύνει τ’ αρχίδια του.
Καφέ σταγόνες αγουροξυπνημένου πρωτοβροχιού
-μέτριου με γάλα-
σκάνε στα παραθυρόφυλλα.

Το λευκό μου ταβάνι
η πιο καλή συντροφιά μου.
Κάποια τσιγγάνα μου ‘χε πει
πως τα κουρασμένα μου βλέφαρα
έχουν εσωτερική επένδυση
από καθρέφτες.

-Ψηλέας Ψογκ

29.12.15

άνοιξη

Σήμερα θα βγεις να χορέψεις. Σήκωσε τα μανίκια σου, βγάλ΄ τα παπούτσια σου και πιάσε τους δίπλα σου σφιχτά. Ο χορός σας να συντρίψει κάθε γκρίζο του πλανήτη. Να μπλεχτείτε με τα χρώματα της φύσης. Όλα τα χρώματα έχει, οι άνθρωποι διαλέξανε να φτιάξουν τον κόσμο τους με το χειρότερο. Τους αγνοούμε, κοροϊδεύουμε το δοσμένο. Εμείς γεννάμε την αλήθεια μας μες τις φωνές και τ’ αγγίγματά μας. Αλήθεια αληθινή, όπως την πήραμε από το θαύμα που μας έφερε στη Γη. Ξέχνα τα όλα. Απόψε φεύγουμε για μέρη μακρινά, που θα βασιλεύει η δίκαιη και ατίθαση αλήθεια μας. Κι ας πάμε λίγοι. Μετά θα έρθουν κι άλλοι και όλο θα έρχονται περισσότεροι, γιατί όλοι είναι φτιαγμένοι έτσι και θα καταλάβουν κάποια στιγμή το σάπιο της κάθε πολιτείας τους. Την παράνοια που έχουμε συνηθίσει. Τρέξε και έρχομαι. Έρχομαι, μα να το πω πρώτα σε όσους μπορώ. Να γδύσω τους παραλογισμούς και τις ψευδαισθήσεις τους, να τους φωνάξω μαζί μας. Κανενός το παιδί δεν αξίζει να γεννηθεί σε αυτή τη βαρβαρότητα.

Έρχονται οι μέρες. Έρχονται οι μέρες που θα μπούμε επιτέλους στην αρμονία της φύσης, εκεί που ανήκουμε· στο πράσινο και στο μπλε. Κόκκινα θα είναι τα λουλούδια μας, όχι τα νύχια μας. Έρχονται οι μέρες που δεν θα φοβάσαι κανέναν, που θα διαλύσουμε όλες τις εξουσίες, που πάνω στην πονηριά θα μπει η αλληλεγγύη, το «κάνε στον άλλον ό,τι θα ήθελες να κάνει εκείνος σε σένα», η απόλυτη εμπιστοσύνη, που σήμερα φαντάζει δύσκολο μέχρι και να συλλάβουμε την έννοιά της. Σκέψου. Σκέψου γαμώτο. Δεν είμαι εγώ παράξενος κι ακραίος. Αν όταν γεννιόσουν σου δίνανε δυο κόσμους, αυτόν που έχουμε και αυτόν που λέω, ποιον θα διάλεγες; Δεν είμαι εγώ παράξενος κι ακραίος. Τέτοιοι είναι όσοι πετάνε στα σκουπίδια το δώρο της ζωής τους και τα πουλάνε όλα για μια ψεύτικη εικόνα, για μια βρομισμένη μέχρι τα κόκαλα ψυχή. Η απλότητα και το καθάριο βλέμμα θα θάψει κάθε εξαναγκασμό, κάθε αφέντη. Πού μεγαλύτερη τρέλα από τους υπαλλήλους στην εφορία, από τις ταυτότητες, το μετρό, τους λογιστές; Μπροστά σε όλες αυτές τις απελπισμένες προσπάθειες του ανθρώπου να διαχειριστεί τις τερατόμορφες πολιτείες του, θα βάλουμε την αίσθηση δικαίου, την αίσθηση της κοινότητας, την αυτοπειθαρχία, την εθελοντική πρωτοβουλία και τη δίκαιη μοιρασιά, το σώμα και την εργασία μας. Το ότι ο καθένας μας θα ξέρει και θα αισθάνεται το πόσο πρέπει να δώσει για να είμαστε όλοι καλά. Φωτιά στους πονηρούς, δεν χωράνε δίπλα μας. Θα χρησιμοποιήσουμε την εξυπνάδα του είδους μας, όχι για να επιβληθούμε στα υπόλοιπα ή στους άλλους ανθρώπους, αλλά για να δημιουργήσουμε ενωμένοι, για να φτιάξουμε κάτι πραγματικά όμορφο. Να ζήσουμε την αλάνικη τάξη. Το παιχνίδι της ζωής.

Γιατί το μόνο που έχουμε καταφέρει ως τώρα, παρά την θεωρητικά ανώτερη εξυπνάδα μας, είναι να έχουμε ζωές λιγότερο αληθινές, λιγότερο «ζωντανές» και λιγότερο γεμάτες από τα περισσότερα ζώα. Αλλά τώρα τέλος. Τέλος στον κόσμο των δειλών. Έρχονται οι μέρες της ελευθερίας, του ήλιου και του χορού. Οι μέρες που τα παιδιά θα κυριαρχούν. Τίποτα δεν ξέρουμε. Έρχονται οι μέρες όλων όσων καν δεν ξέρουμε ακόμη. Οι μέρες που δεν θα ξέρουμε τι μέρα είναι. Πάμε ρε;

-C. Lupus




(το κείμενο το 'χα καιρό μέσα μου, αλλά το γράψιμό του οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά σε αυτό εδώ)

17.12.15

γυμνοί στρατιώτες

κι όταν κοιτάω προσεκτικά το δέρμα μου
τα ρούχα μου
τους τοίχους στο δωμάτιο
εκείνο το παιδί με τη βρωμισμένη μπάλα βρίσκω
με τ' όνομα γραμμένο πάνω, μη του την κλέψουν

πως άλλαξαν όλα βιαστικά, "μεγαλώσαμε"
και πως δε φοβόμαστε
αναρωτιέμαι
με ποιούς τα βάζουμε, τι κυνηγάμε;
φαρέτρα αδειανή έχουμε και πολεμάμε

και δεν είναι πάντα καλά
διστάζεις-φοβάσαι
όμως ακούς βαθιά, στον πάτο κάτω
και διαλέγεις
τη φλόγα, το χρώμα, το κύμα, τη μέρα
μα στέκεις. ιδρώνεις. τρέμεις.
γιατί εγώ, γιατί να μην, γιατί όλα αυτά, γιατί και πως σκατά



και τι μας κάνει και μένουμε;
τα κρύα, καυτά, βράδια που κρατάνε ζωές
και που τα γύρω μας όλο λιγάκι και φτιάχνουν

-C. Lupus