13.5.20

τί κατάφερε η καραντίνα - Μιχάλης Μαυρόπουλος




Αγαπητέ φίλε η πρώτη περίοδος κρίσης που γνώρισα στη ζωή μου, στα δεκαοκτώ μου χρόνια, στη Φλωρεντία φοιτητής στο πρώτο έτος, το μακρινό ’73, η πετρελαϊκή.

Μες τη ζαλάδα τους οι ιταλιάνοι, επιβάλλουν στο weekend ολοκληρωτική απαγόρευση κυκλοφορίας. Ήμουν πολύ νεαρός τότε για να αντιληφθώ και να εκτιμήσω το μέγεθος της ομορφιάς της πόλης δίχως αυτοκίνητα, πράγμα που με γοήτευσε αυτή τη φορά, κι ας μην ήταν ολοκληρωτική!

Δίχως καυσαέριο, ηχορύπανση, με πεζοδρόμια καθαρά από τραπεζοκαθίσματα, και το τραγούδι των πουλιών να γίνεται ακουστό και να αρέσει, μιας που τώρα πέσαμε πάνω στην Άνοιξη. Σε κάποιους φαίνεται μικρό πράγμα αυτό, στα μάτια μου τεράστιο!!

Καθημερινά διεξάγεται μια μάχη ανάμεσα σε υποτελείς και Κυρίους για το ποιος θα καταφέρει να πραγματοποιήσει σχέδια και επιθυμίες. Όταν, σε κάποιες στιγμές της Ιστορίας οι υποτελείς αποφασίζουν να χρησιμοποιήσουν την μεγάλη ποσοτική δύναμη που έχουν, μαζί με την ανεξάντλητη φαντασία κάποιων από αυτούς, τα αποτελέσματα είναι θαυμαστά και η ζυγαριά γέρνει προς την πλευρά τους.

Φτάνει να τολμήσουν. Είναι οι ίδιοι που φταίνε όταν ζουν εν υπνώσει, έρμαια της προπαγάνδας των αφεντικών, όπως συμβαίνει αυτή τη στιγμή.

Χειρότερος σύμβουλος του ανθρώπου ο κακός εγωισμός. Έτσι λοιπόν οι Κύριοι καταφέρνουν να παλουκώσουν τον υποτελή στον καναπέ του, διαχωρίζοντας τον από τον φυσικό του σύμμαχο, τον διπλανό, τον γείτονα υποτελή, λες και τα συμφέροντα τους είναι διαφορετικά! Βλέπουμε λοιπόν αντί για τάξη, πολλά κομμάτια αυτής, να στρέφονται πολύ συχνά το ένα ενάντια στο άλλο. Φίλους να γίνονται εχθροί για μια γυναίκα και αδέλφια να αλληλοσκοτώνονται για μια πατέντα.

Οι »πιστοί» να θέλουν να τρέξουν στις εκκλησίες, οι γυναίκες στα κομμωτήρια και στα ινστιτούτα καλλονής και οι άλλοι.. κι εγώ δεν ξέρω που! Αντί να στρέφονται όλοι μαζί κόντρα σε αυτούς που τους κλέβουν καθημερινά το όνειρο και τον ιδρώτα. Ίσως γιατί τις περισσότερες φορές, αν όχι πάντα, θέλουν να τους μοιάσουν, να γίνουν »κύριοι» κι αυτοί για να εκμεταλλεύονται αλλότριους ιδρώτες!

Από την φύση μου είμαι άνθρωπος αισιόδοξος. Πως να μην είμαι άλλωστε, χειμώνα καλοκαίρι τριγυρνώντας στη φύση, τόσο κοντινή στις πόλεις που κατοικούμε στην Ελλάδα. Αυτή τη στιγμή γράφω σ’ένα μπλοκάκι, μες το πράσινο των λόφων που περιβάλουν την Καβάλα. Λουλούδια, αρώματα, πουλάκια, την γαλήνια φασαρία της φύσης που πεθαίνει και ξαναγεννιέται διαρκώς. Εδώ γύρω δεν γίνεται να είσαι απαισιόδοξος!

Ας βγούμε λοιπόν απ’το καβούκι μας να δούμε τι έχει να μας Πει η Φύση! Πολύ την θυμόμαστε τελευταία λόγω του φόβου της επερχόμενης καταστροφής της, πάντα μες απ’τα καβούκια μας όμως. Μάλλον θεωρητική είναι η ανησυχία μας.

Δίπλα μας στέκει η εξοχή και η θάλασσα, κι έχουν τόσα να μας πουν για το που και πως να βαδίσουμε. Μόνο όταν την επισκεπτόμαστε, αφήνοντας πίσω κι έξω τις φασαρίες της πόλης απ’ το μυαλό μας, ήμαστε αληθινοί.

Η καραντίνα, [για μένα δεν ήταν τέτοια μιας και στην καθημερινότητα μου δεν άλλαξε απολύτως τίποτα] πέρα από την τρομοκρατία των Μέσων, που κι αυτή μπορέσαμε να αποφύγουμε, καθάρισε πόλεις θάλασσες αέρα φύση από το καυσαέριο – μας έδωσε δε την δυνατότητα να κοιτάξουμε μέσα μας, να αφουγκραστούμε το μέσα και το έξω. Ας είναι τα συμπεράσματα που θα γεννηθούν όμορφα και θαρραλέα!!

Έτσι κι αλλιώς η κανονικότητα στην οποίαν επιστρέφουν οι πολλοί ποτέ δεν μας άρεσε, κακοφτιαγμένη γαρ!!!

Υστερ. 1: Εδώ, περπατώντας ανάμεσα σε παπαρούνες πασχαλίτσες χαμομήλι, τάξεις δεν υπάρχουν! Ούτε στα βράχια και την αμμουδιά, εξισώνουν τους πάντες, δίχως ρούχα και μπιχλιμπίδια, μ’ένα μαγιό όσοι θέλουν να κρύψουν τη γύμνια τους, λίγο ψωμοτύρι και νεράκι, όλοι είναι όμοιοι!

Υστερ. 2: πριν λίγο πέρασε δίπλα μου, στα είκοσι μέτρα, ένα νεαρό γεράκι, πήγε και στάθηκε στο απέναντι πεύκο. Πριν λίγες μέρες νωρίτερα, πάντα στον ίδιο λόφο, πάνω απ’το κεφάλι μου πετούσε μια παρέα πελαργοί, απ’ την ανατολή έρχονταν,στα εκατό μέτρα από την πόλη όλα αυτά λαμβάνουν χώρα.

Πέρσι δε, στο ίδιο μέρος, θυμάμαι το αλεπουδάκι να τριγυρνά αμέριμνο μέχρις που σχεδόν έπεσε επάνω μας, είχα και τον σκυλαράκο μαζί μου, τον Ερνέστο, μόλις μας πήρε χαμπάρι χάθηκε μες τα πουρνάρια. Τα δεν σκιουράκια κάνουν πάρτι ανεβοκατεβαίνοντας τα πεύκα!

Υστερ. 3: όλα αυτά φυσικά είναι γραμμένα από έναν 65άρη. Δεν έχω την απαίτηση να τα συμμερίζεται ο νεαρός, σου το είπα φυσικά και στην αρχή αυτής της επιστολής.

Η καραντίνα ήταν μακρά κι αχρείαστη πλέον. Δεν κλείνεις στα σπίτια τους υγιείς επειδή δεν μπορείς να τους τεστάρεις. Ξόδεψες εκατομμύρια στα Μέσα για να μαυρίζουν τις ψυχές μας αντί σε τεστ και πρόληψη. Πρόληψη πρόληψη πρόληψη κύριοι. Δεν μπορείς στο νέο να απαγορεύεις να συνευρίσκεται, να αγκαλιάζεται, να κάνει έρωτα, να παρτάρει, να φιλιέται. Μήνες τώρα αγύρτες έχετε την απαίτηση να στεκόμαστε μακριά ο ένας από τον άλλο γιατί έτσι λέει δεν κινδυνεύουμε.

Δεν είναι ζωή αυτή, είναι αργός θάνατος, οπότε, προτιμούμε να πεθάνουμε όρθιοι.

Δεν μπορείς να φέρεσαι στη νεολαία όπως στα γερόντια. Εσύ κύριε, όπως κι αν σε λένε, που τα ίδια σου τα λόγια αναιρείς την επομένη. Όταν ζητάτε ομοψυχία μοναχά στα δικά σας κελεύσματα οι νέοι θα αντιδρούν, διαφορετικά δεν θα είναι νέοι.

Αφήστε τους νέους ν’ανθίσουν, κι εμάς να τους κάνουμε παρέα, άφοβα. Φτάνει με την τρομοκρατία σας.

Αυτά τα ολίγα είχα να σου πω φίλε μου, πάψε να τους ακούς, Στ/αγώνα έχουμε ανάγκη, καθημερινό. Πολλά φιλιά.

Σε χαιρετώ χαρούμενος και γελαστός μιαν όμορφη ημέρα….
Μιχάλης Μαυρόπουλος

8.5.20

support art


Ενώθηκαν λοιπόν οι καλλιτέχνες, ήρθε αυτή η ώρα. Ενώθηκαν όμως για ποιό λόγο; Για να περάσουν ένα μήνυμα δημιουργίας και αισθητικής, για να καταδικάσουν την απόλυτη και πολύπλευρη παρακμή της εποχής μας, για να πολεμήσουν μια κατάφωρη αδικία, για να υπερασπιστούν έναν πολιτισμό που συνεχώς αλλοτριώνεται και χάνει την αυθεντικότητά του; Όχι, ενώθηκαν για να διεκδικήσουν επιδόματα από τον Μητσοτάκη...

Τί σημαίνει όμως "art worker"; Η τέχνη είναι καταρχήν ένα μέσο ατομικής έκφρασης, ίσως και ένα μέσο διακριτικής κοινωνικής παρέμβασης. Σίγουρα δεν είναι ένα μέσο για να βγάλεις χρήματα, άσχετα που σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να προκύψουν και αυτά. Κανένα πρόβλημα, το πρόβλημα είναι όταν ο πρωταρχικός στόχος μετατοπίζεται από την ατομική έκφραση στο οικονομικό κομμάτι. 

Αναμφίβολα υπάρχουν διάφοροι εργαζόμενοι σε ζητήματα γύρω από την τέχνη, οι οποίοι ειδικά την συγκεκριμένη περίοδο αντιμετωπίζουν μεγάλο πρόβλημα με τα οικονομικά τους και οφείλουμε να τους στηρίξουμε.

Το λάθος όμως στην καμπάνια που γίνεται αυτό τον καιρό, είναι ότι αντιμετωπίζει την τέχνη εξαρχής ως εμπόρευμα και με αυτό τον τρόπο την απαξιώνει. Η τέχνη, ένα μέρος της τελοσπάντων, είναι από τα λίγα πράγματα που ακόμη δεν έχουν απορροφηθεί από τον καπιταλισμό, που δεν έχουν γίνει άλλο ένα γρανάζι της αστικής Μηχανής, που ακόμη τα κάνεις "για να τα κάνεις", τα κάνεις γιατί απλά σου αρέσουν και σε ικανοποιούν, χωρίς να αποσκοπείς σε κανενός είδους κέρδος.

Είναι -ή, για μένα, θα έπρεπε να είναι- έσχατος τρόπος έκφρασης των απόκληρων, των ευαίσθητων, των ταπεινών και των ρομαντικών. Όχι ακόμη ένας τρόπος διασκέδασης των βολεμένων.


Υ.Γ.: Μην ξεχνάμε τους εργαζόμενους στα νοσοκομεία και τα σουπερμάρκετ, τους υπαλλήλους στην καθαριότητα, τους ντελιβεράδες, τους ταχυδρόμους και όλους όσους αυτό το διάστημα εργάστηκαν πολύ παραπάνω, συνήθως με τα ίδια χρήματα.

-C. Lupus

16.4.20

μετάφραση από τα ιταλικά: Fabrizio de Andrè - Khorakhanè (Α forza di essere vento)




Στον τελευταίο του δίσκο "Anime Salve", o Fabrizio de Andrè μίλησε για τη μοναξιά. Μια μοναξιά -μοναχικότητα καλύτερα- που βιώνουν όσοι επιλέγουν να "ταξιδεύουν προς μία κατεύθυνση επίμονη και αντίθετη", αντίθετη προς αυτό που η πλειονότητα επιβάλλει. Η μοναχικότητα εδώ είναι πλήρως συνειδητή, είναι επιλογή αποξένωσης από το κοινωνικά "ορθό" εφόσον αυτό δεν τους εκφράζει. Μόνο στην απομόνωση θα καταφέρουν να συνειδητοποιήσουν, να διαμορφώσουν και να εκφράσουν εντέλει το δικό τους σύστημα αξιών, το δικό τους πιστεύω.

Μιλάει όμως και για τη μοναξιά που πηγάζει από την περιθωριοποίηση. Αυτό που υφίστανται όσοι δεν ανταποκρίνονται σε αυτό που η κοινωνία ορίζει ως "κανονικό", λόγω κάποιων έμφυτων χαρακτηριστικών. Έτσι, μια Princesa, που στεγάζει την θηλυκή της ψυχοσύνθεση και αυτοαντίληψη σε ένα αντρικό σώμα, θα αντιμετωπίσει την κοινωνική κατάκριση και την απομόνωση μέχρι το σημείο της ακραίας επίθεσης, της δολοφονίας.

Την ίδια κοινωνική απομόνωση υφίστανται και οι πρωταγωνιστές του τραγουδιού "Khorakhanè" (=οι αναγνώστες του Κορανίου) , τα μέλη, δηλαδή, μιας πολυπληθούς φυλής μουσουλμάνων Ρομά που μετακινήθηκε προς την Ιταλία κατά την περίοδο 1991-1993 στην κορύφωση του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία, με ρίζες από τη Σερβία και το Μαυροβούνιο, ιδίως από την περιοχή του Κοσσυφοπεδίου . Ήδη από τον υπότιτλο του τραγουδιού "A forza di essere vento" (=Η δύναμη του να είσαι άνεμος) θέτει το βασικότερο ίσως χαρακτηριστικό των Ρομά, το γεγονός πως πρόκειται για νομαδικό λαό με το σύνδρομο της "δρομομανίας", όπως ο De Andrè λέει, της συνεχούς μετακίνησης και της άρνησης μόνιμης εγκατάστασης σε έναν τόπο. Πρόκειται για έναν λαό που δεν συγκροτεί ποτέ αυτό που σήμερα ονομάζουμε οργανωμένο κράτος. Οι Ρομά μετακινούνται συνεχώς, ταξιδεύουν χωρίς ποτέ να στεριώνουν σ' ένα σπίτι, ακριβώς σαν τον άνεμο. Η εγκατάστασή τους στα εδάφη των χωρών τα τελευταία χρόνια δεν μπορεί να συγκριθεί με το μακραίωνο ταξίδι τους που έχει διαρκέσει πάνω από 2000 χρόνια, καθώς μαρτυρούνται ήδη από τον Ηρόδοτο ως νομαδικός λαός. Το ταξίδι τους δεν αποβλέπει σε καμιά Ιθάκη, δεν έχει σκοπό, δεν έχει προορισμό, ούτε καν τέλος. "Ταξιδεύουν για την ίδια την ουσία του ταξιδιού" κουβαλώντας μαζί τους όχι χρήματα, αλλά πολύτιμα αντικείμενα, "ένα διαμάντι κρυμμένο στο ψωμί". Γι’ αυτό άλλωστε, όποια κλοπή διαπράττουν αφορά τον χρυσό ή οποιοδήποτε άλλο, πολύτιμο ἠ μη, μέταλλο, καθώς η πώληση και η επεξεργασία μετάλλων αποτελεί το συνηθέστερο επάγγελμα των Ρομά. Σπάνια θα κλέψουν χρήματα, εφόσον στον πολιτισμό τους αντιμετωπίζονται ως πηγή κακού. Ο ίδιος ο Fabrizio παραδέχεται, χωρίς βέβαια να το επικροτεί, πως η κλοπή είναι μεν συνήθης πρακτική του λαού, αλλά ποτέ δεν έχουν διαπράξει κλοπή μέσω του τραπεζικού συστήματος, υπαινισσόμενος τους εμπλεκόμενους σε μεγάλα οικονομικά σκάνδαλα που ως επί το πλείστον ανήκουν στην παγκόσμια πολιτική και οικονομική ελίτ.

Πρόκειται για έναν λαό χωρίς συγκεκριμένη θρησκεία, που δεν διστάζει να πάρει στοιχεία από τον πολιτισμό της χώρας την οποία διαβαίνει, και του οποίου τα παιδιά "φέρουν το όνομα όλων των βαπτισμένων και το κάθε όνομα είναι σφραγίδα από μία άδεια εισόδου". Οι Ρομά διασώζουν την αρχέγονη σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο του οποίου "το βιβλίο μπορούν να διαβάσουν ενώ οι λέξεις ιριδίζουν" στο χαρτί, εφόσον δεν υπάρχει στη σκέψη τους η συμβατική άποψη για την παιδεία και την εκπαίδευση, με πρώτο βήμα την ανάγνωση και τη γραφή. Διαβάζουν, όμως, μέσα από μονοπάτια της παλάμης τα μυστικά του ριζικού, το βέβαιο μέλλον. Αντίθετα η έννοια του ιστορικού παρελθόντος, της μνήμης δεν υφίσταται για τους Ρομά, ο άνεμος που τους συνοδεύει τη διασπά και τη διασπείρει, και όπως ο Fabrizio λέει, δεν θα τους ακούσεις να μιλούν για τη μαζική εξόντωσή τους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου τουλάχιστον μισό εκατομμύριο άνθρωποι αφανίστηκαν, ή την καταδίωξη και τον εκτοπισμό τους κατά τον πόλεμο στην Γικουγκοσλαβία. Φυσικά ούτε τα οργανωμένα δυτικά κράτη θα μιλήσουν για αυτούς καθώς η Ιστορία γράφεται για να υπηρετήσει αυτούς που τη γράφουν και αποκλείει από τις σελίδες της αλλά και από το οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό παρόν τους λαούς που επιλέγοντας το ταξίδι κουβαλούν στην πλάτη τους μόνο πολιτισμό, όχι συγκεκριμένη εδαφική έκταση, και σίγουρα ποτέ όπλα, ούτε τη θέληση να υποτάξουν. Γι' αυτό και "είναι ο μοναδικός λαός που αξίζει το Νόμπελ Ειρήνης". Γι' αυτό πριν ο τραγουδοποιός δώσει τον λόγο στους ίδιους, διακηρύσσει πως κανείς δεν έχει το δικαίωμα να κρίνει τα παιδιά του ανέμου, ούτε για τις μικρές νυφούλες, ούτε για την επαιτεία μέσω της οποίας διεκδικούν την επιβίωσή τους, ούτε για την άγνωστη στον πολιτισμό της δύσης επιθυμία και ανάγκη του ταξιδιού χωρίς προορισμό. Τον τελευταίο λόγο θα τον δώσει στον Ρομά ποιητή Giorgio Bezzecchi που θα ονειρευτεί ένα καινούργιο ταξίδι μέσα από τη θάλασσα και τη φωτιά, που θα τον κάνει να αναζητήσει το πραγματικό του σπίτι, τον άνεμο, και να πετάξει μαζί με τα υπόλοιπα πουλιά, ελεύθερος στα χέρια του ανέμου.

Η ίδια ελευθερία που οι Ρομά ακολουθούν με το ταξίδι τους, αγγίζει και τους πρωταγωνιστές των υπόλοιπων τραγουδιών του δίσκου: την Princesa, την ερωτευμένη μεχρι σημείου τρέλας Dolcenera, αυτόν που πεισματικά ταξιδεύει προς την αντίθετη κατεύθυνση, το λευκό περιστέρι που πέταξε από το παράθυρο, τη Νίνα που πέταξε μασώντας μέλι και κερί, όλες τις ταραγμένες ψυχές που είναι πλέον ασφαλείς. Πώς; Απαρνούμενες κάτι που δεν τις εκφράζει και καταφεύγοντας στην απομόνωση, διαφυλάσσουν τη μοναδικότητά τους, "το δικαίωμα", όπως το λέει, "να ομοιάζουν με τον εαυτό τους". Και η προάσπιση της μοναδικότητας είναι ο μοναδικός δρόμος προς την ελευθερία.

-----------------------

Khorakhanè (Α forza di essere vento)

Khorakhanè (Η δύναμη του να είσαι άνεμος)  


Il cuore rallenta la testa cammina
In quel pozzo di piscio e cemento
A quel campo strappato dal vento
A forza di essere vento

Η καρδιά αγκομαχά και ο νους ταξιδεύει
μέσα σ' αυτό το πηγάδι από κάτουρο και τσιμέντο
μέσα σ' αυτόν τον καταυλισμό, τον ξεσκισμένο από τον άνεμο
που αναγκαστικά γίνεται άνεμος

Porto il nome di tutti i battesimi
Ogni nome il sigillo di un lasciapassare
Per un guado una terra una nuvola un canto
Un diamante nascosto nel pane

Φέρω το όνομα όλων των βαφτισμένων
κάθε όνομα (είναι) μια σφραγίδα από μια άδεια εισόδου
για ένα πέρασμα, μια χώρα, ένα σύννεφο, ένα τραγούδι,
ένα διαμάντι κρυμμένο μέσα στο ψωμί

Per un solo dolcissimo umore del sangue
Per la stessa ragione del viaggio viaggiare
Il cuore rallenta e la testa cammina
In un buio di giostre in disuso

Για μία και μόνη γλυκύτατη αίσθηση μες στο αίμα
Για την ίδια την ουσία του ταξιδιού, να ταξιδεύεις
Η καρδιά αγκομαχά και ο νους ταξιδεύει
γύρω από ένα σκοτεινό, παρατημένο γύρω-γύρω-όλοι

Qualche rom si è fermato italiano
Come un rame a imbrunire su un muro
Saper leggere il libro del mondo
Con parole cangianti e nessuna scrittura

Μερικοί Ρομά κατέληξαν ως Ιταλοί
σαν τον χαλκό που σκουριάζει στο τοίχο
Να ξέρεις να διαβάζεις το βιβλίο του κόσμου
χωρίς καθόλου γραφή, με τις λέξεις να τρεμοπαίζουν

Nei sentieri costretti in un palmo di mano
I segreti che fanno paura
Finché un uomo ti incontra e non si riconosce
E ogni terra si accende e si arrende la pace

ανάμεσα στα στενά μονοπάτια της παλάμης ενός χεριού
τα μυστικά που προκαλούν τρόμο
μέχρι ενας άνθρωπος να σε συναντήσει και να μην μπορεί να αναγνωρίσει πια τον εαυτό του
και η κάθε χώρα να παίρνει φωτιά και να παραδίδεται η ειρήνη.

I figli cadevano dal calendario
Yugoslavia Polonia Ungheria
I soldati prendevano tutti
E tutti buttavano via

Τα παιδιά έπεφταν από το καλεντάρι
Γιουγκοσλαβία, Πολωνία, Ουγγαρία
οι στρατιώτες τούς μάζευαν όλους
και τους πετούσαν όλους μακριά

E poi Mirka a San Giorgio di maggio
Tra le fiamme dei fiori a ridere a bere
E un sollievo di lacrime a invadere gli occhi
E dagli occhi cadere

Και μετά η Μίρκα τον Μάιο, του Αγίου Γεωργίου
ανάμεσα στα φλογισμένα λουλούδια, να πίνει και να γελάει
και μια ανακούφιση με τη μορφή δακρύων να πλημμυρίζει τα μάτια
κι απ'τα μάτια να κυλά

Ora alzatevi spose bambine
Che è venuto il tempo di andare
Con le vene celesti dei polsi
Anche oggi si va a caritare

Σηκωθείτε τώρα μικρές νυφούλες,
γιατί ήρθε η ώρα να φύγετε
με τις γαλάζιες φλέβες στους καρπούς σας
ακόμα και σήμερα πρέπει να ζητιανέψετε

E se questo vuol dire rubare
Questo filo di pane tra miseria e sfortuna
Allo specchio di questa kampina
Ai miei occhi limpidi come un addio

Κι αν αυτό κάποιοι το ονομάζουν "κλοπή"
αυτό το λιγοστό ψωμί, κάτι μεταξύ μιζέριας και τύχης
μέσα στον καθρέφτη αυτού του τσαντιριού
μέσα στα υγρά μάτια μου, σαν ένα "αντίο"

Lo può dire soltanto chi sa di raccogliere in bocca
Il punto di vista di Dio

έχει το δικαίωμα να το ονομάσει έτσι
μόνο όποιος στο στόμα του κατέχει την άποψη του θεού.

Cvava sero po tute
I kerava
Jek sano ot mori
I taha jek jak kon kasta

«Θ' ακουμπήσω το κεφάλι στον ώμο σου
ένα θαλασσινό όνειρο απόψε να δω
κι αύριο μια φωτιά με ξύλα
μεχρι που ο γαλανός αέρας
να γίνει το σπίτι μου».

Vasu ti baro nebo
Avi ker
Kon ovla so mutavia
Kon ovla
Ovla kon ascovi
Me gava palan ladi
Me gava
Palan bura ot croiuti

«Kαι ποιος θα το διηγηθεί
ποιος θα είναι;
Θα είναι όποιος μείνει πίσω
εγώ θ’ ακολουθήσω αυτήν την αποδημία
θ' ακολουθήσω
αυτά τα φτερωτά κύματα».

-Ελίσια

2.4.20

Μαμπέτι, τεύχος 10

Δυστυχώς, λόγω των εξελίξεων με τον κορονοϊό, το δέκατο τεύχος απ' το Μαμπέτι δεν γινόταν ούτε να εκτυπωθεί, ούτε να υπάρχει στους χώρους που είναι συνήθως. Αν και ο ίδιος ο λόγος για τον οποίο φτιάχτηκε εξαρχής το Μαμπέτι, είναι η έντυπη μορφή και η πιο άμεση επαφή, γι' αυτό και μόνο το τεύχος αποφασίσαμε να ανέβει διαδικτυακά, ως μια ελάχιστη συνεισφορά σε όλους και όλες που ασφυκτιούν κλεισμένοι στα σπίτια τους.

Καλή ανάγνωση!