Σελίδες

28.7.16

το μαντήλι

Ντίλι- ντίλι- ντίλι
ντίλι το καντήλι
που έφεγγε και κένταγε
η κόρη το μαντήλι.

Μικρό κόκκινο πανί
το έλεγαν πολλοί.
Όμορφο πορφυρό μαντήλι
το έλεγε εκείνη.

Μετά τη γαλήνη,
η ιστορία του
ταξίδι με πλοία και τρένα.

Όμως, ήρθε ο ποντικός
πήρε το φυτίλι
μέσα από το καντήλι
που έφεγγε και κένταγε
η κόρη το μαντήλι.

Σταδιακή αλλαγή στο χρώμα.
Από κόκκινο ήρεμο,
που θαρρείς πως κοιμάται μετά από νανούρισμα,
σε κόκκινο έντονο
της επανάστασης.

Θερμά χρώματα αγκαλιάζουν την καρδιά της.
Στις μύτες των ακροδακτύλων της σηκώνεται
τον ουρανό
να αγγίξει από περηφάνεια.

Ήρθε, όμως, και η γάτα
και έφαγε τον ποντικό
που πήρε το φυτίλι
μέσα από το καντήλι.

Απότομη αλλαγή στο χρώμα.
Από έντονο κόκκινο, μαύρο.
Αντικατάσταση του θαυμασμού από νοσταλγία πολλών χρόνων.
Το ταξίδι ξεκινά με πλοίο.

«Όμορφο πορφυρό μαντήλι, που είσαι;»

Και ήρθε ο σκύλος
κι έπνιξε τη γάτα
που έφαγε τον ποντικό
που πήρε το φυτίλι.

Και τότε το μαντήλι πρόβαλε ξανά.
Αλλά δεν είναι το ίδιο, ούτε θα ‘ναι ποτέ.
Κόκκινο της επανάστασης,
αλλά όχι το ίδιο κόκκινο.

Αποχρώσεις, που σε ζαλίζουν,
που σε μεθούν,
τυλίγουν απαλά το αδύναμο κορμί της.
Αποχρώσεις προκλητικές
τη θέση της επανάστασης
δίνουν στον έρωτα.

Με άλλο εκπρόσωπο, μαντήλι, γύρισες.
Στο στόμα εκείνη πλέον σε φορά
να μην πνιγεί από τους καπνούς της φωτιάς.

Δικό σου το φταίξιμο.
Προδόθηκες.

Το ταξίδι συνεχίζεται με τρένο.
Βαρύ το φορτίο
να μεταφέρεις τόσες αναμνήσεις και αισθήματα
για να καταλήξεις τελικά
σε ντουλάπα ξεχασμένο.

Μακροχρόνια αλλαγή στο χρώμα.
Από κόκκινο, λευκό
της κάθαρσης.

Το σκοπό σου τελικά δεν τον έμαθες,
αλλά εκείνη τον ξέρει.
Δεν την έπνιγαν οι φλόγες,
αλλά η απουσία οξυγόνου.
Και όταν σε αποχωρίστηκε,
ελευθερώθηκε. 

Ντίλι- ντίλι- ντίλι
έσβησε το καντήλι
που έφεγγε και κένταγε
η κόρη το μαντήλι.

-Jasminum sambac

18.7.16

καλοκαίρι

Κάπου απ’ τα νότια κι ίσως απ’ τα παλιά
γλύφει ο μπάτης το φτερό μιας αλκυόνας
κι όπως το κύμα το γιαλό, το μέτωπό μας
μπλέκοντας λίγο καλοκαίρι στα μαλλιά

Να μας θυμίσει ότι στέκουμε γυμνοί
σε παραλία άδεια και σ’ αυγής το κρύο
και σαν ο ήλιος ξεδιπλώνεται στα δύο
μέν’ η γραμμούλα των βημάτων μας μονή

Ήσυχα σβήνουν η βραδιά και το κρασί
κι ο ήλιος δείχνει με το δάχτυλο τη γύμνια
μελαχρινή μου στα χειρότερα μπουρίνια
θα ‘ναι ζεστά αν είσαι ρούχο μου εσύ

Άραγε το ‘φερε στ’ αλήθεια η νοτιά
μαζί με κρίνων μυρωδιές το καλοκαίρι
ή μιας κοπέλας που μου άπλωσε το χέρι
η θαλασσιά της και η ντροπαλή ματιά;

-ψ.ψ.